Supreme Court dismisses appeal on corporate law grounds regarding board recall and independent service contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a dispute over the recall of a board member. The appellant argued that the recall was invalid due to procedural flaws and the continued validity of an independent services contract, but the court found these arguments redundant. The court ruled that the General Assembly can freely recall board members at any time, and such recall automatically terminates the underlying service relationship regardless of its contractual duration or legal characterization.
Legislator headnote
AI generatedArt. 31 EmpN; The General Assembly of an anonymous company has the right to recall board members at any time without substantial justification, and such recall terminates the underlying service relationship even if the contract was for a fixed term, irrespective of whether the relationship is characterized as a mandate or a contract for independent services.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1324 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1324/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. (Π.) Κ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Πλεύρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "TELEFLEX MEDICAL ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως τροποποιήθηκε και μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ARROW ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "ARROW MEDICAL HOLDINGS B.V.", που εδρεύει στην Ολλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "ARROW INTERNATIONAL INC", που εδρεύει στις Η.Π.Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 279/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1905/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/9/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό την υπ' αριθμ. 3036/14-11-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητήτριας στο Εφετείο Αθηνών, την οποία προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της ιδίας, στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Νικόλαο Γαβαλά του Κωνσταντίνου (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη αυτή δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 31 Εμπ.Ν., όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 79 παρ.13 ν. 3604/2007), "η ανώνυμη εταιρεία διοικείται από προσωρινούς επιτρόπους, μετακλητούς, συνεταίρους ή μη συνεταίρους, μισθωτούς ή αμίσθους". Από τη ρύθμιση δε αυτή, η οποία δεν μεταβάλλεται από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, συνάγεται ότι τα όργανα διοικήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας είναι ανακλητά οποτεδήποτε με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, χωρίς να αξιώνεται η συνδρομή προς τούτο σπουδαίου λόγου και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της Τράπεζας προς αποζημίωσή τους.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 31 Εμπ.Ν. και εκείνης του άρθρου 33 ν. 2190/1920, που ορίζει ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, προκύπτει ότι: α) η γενική συνέλευση δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η ανάκληση δε αυτή, και αν ακόμη δεν δηλωθεί ρητώς στη σχετική απόφαση, δύναται να συνάγεται και σιωπηρώς από το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου που συντελείται πριν από τη λήξη του παλαιού, β) το δικαίωμα της γενικής συνελεύσεως να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών σε περίπτωση ασκήσεώς του, και αν ακόμη έχουν συμφωνηθεί και γ) η ανάκληση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας που γίνεται από τη γενική συνέλευση συνεπάγεται πάντοτε και τη λήξη της υποκείμενης σχέσεως, ακόμη και αν έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η ανώνυμη εταιρεία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας αυτής, διότι το δικαίωμα της ανακλήσεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ασκείται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα ως άνω μέλη με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας σχέσεως είτε ως εντολής, είτε ως μίσθωσης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 540/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της, δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και, όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Για να είναι, όμως, ορισμένος αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006, 20/2005). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 2068, 1852/2007, ΑΠ 907/2006).
Η έλλειψη δε μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, όπου βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα ή η ένσταση, που έγινε δεκτή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, για τους λόγους των αριθμών 1 και 19, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης (Σ 93 παρ. 3) ως "αιτιολογίες" νοεί μόνο τις ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη ή αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κλπ. αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 900, 176/2011, ΑΠ 1724/2010, ΑΠ 1310/2008, ΑΠ 534/2004). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος την αναιρετική έρευνα της υπό κρίση αίτησης, μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Τον Ιούλιο 1994 συστάθηκε η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Αrrοw Ελλάς Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία", με σκοπό την εισαγωγή, πώληση, αγορά, εξαγωγή και διάθεση ιατρικών και φαρμακευτικών προϊόντων μηχανημάτων και εργαλείων, καθώς και την τεχνική υποστήριξη, τη διεκπεραίωση των ενεργειών που συνδέονται με την προμήθεια και διανομή των ανωτέρω ειδών και παροχή εγγυήσεων και εκτέλεση συμβάσεων εγγυήσεων που σχετίζονται με τον σκοπό της εταιρείας.
Μέτοχοι ήταν αφενός η ενάγουσα, που ήταν κλινικός-φαρμακολόγος, πτυχιούχος του πανεπιστήμιου Northeastern των ΗΠΑ, με ποσοστό συμμετοχής στο αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας 0,1%, κατέχουσα μία μετοχή ονομαστικής αξίας 10.000 δραχμών, αφετέρου δε η δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "Αrrοw Medical Holdings" με ποσοστό συμμετοχής στο αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 99,9% κατέχουσα 999 μετοχές, ενώ η τρίτη των εναγομένων εταιρεία "Αrow International Inc" κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγομένης.
Στην από 1.9.1994 συνεδρίαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης, αποφασίστηκε η παροχή, κατά το άρθρο 23α παρ. 2 του ν. 2190/1920, έγκρισης για τη σύναψη σύμβασης εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας, που είχε ήδη εκλεγεί μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εναγομένης, δυνάμει της οποίας σύμβασης η ενάγουσα θα παρείχε προς την πρώτη εναγομένη εταιρεία υπηρεσίες διευθύνουσας συμβούλου, έναντι ετήσιας αμοιβής.
Για τη σύναψη της σύμβασης αυτής, εξουσιοδοτήθηκε σχετικώς το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης από τη γενική συνέλευση των μετόχων της, κατά την ίδια ως άνω συνεδρίασή της. Το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης αυτής συνήλθε για πρώτη φορά στις 26.9.1994 και, αφού συγκροτήθηκε σε σώμα και εξέλεξε ως διευθύνουσα σύμβουλο την ενάγουσα, ανέθεσε στην τελευταία την εκπροσώπηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας.
Ειδικότερα, εξουσιοδότησε την ενάγουσα να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες: 1) να αντιπροσωπεύει και να δεσμεύει την εταιρεία με μόνη την υπογραφή της σε όλες τις εταιρικές υποθέσεις, έναντι όλων των δημοσίων, διοικητικών, φορολογικών, τελωνειακών, αστυνομικών, δικαστικών ή άλλων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών κοινής ωφέλειας, 2) να υπογράφει, να συνομολογεί και να τροποποιεί συμβάσεις κάθε είδους με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, 3) να εμφανίζεται ενώπιον των δικαστηρίων, αντιπροσωπεύοντας την εταιρεία και να υποβάλλει διαμαρτυρίες, απαιτήσεις και αγωγές, πλην εκείνων που το αντικείμενό τους υπερβαίνει τα 10.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), καθώς και εκείνων που αφορούν υποθέσεις σχετικές με βιομηχανική ή πνευματική ιδιοκτησία και σημαντικά εργατικά ζητήματα, 4) να υπογράφει ασφαλιστήρια συμβόλαια και συμβάσεις και να εισπράττει τις πληρωτέες αποζημιώσεις, 5) να καταθέτει αιτήσεις σχετικές με φόρους ή άλλα τέλη και να εισπράττει ποσά που καταβλήθηκαν κατά λάθος ή που δεν ήταν αναγκαίο να καταβληθούν, 6) να λαμβάνει και να απαντά σε κάθε είδους αλληλογραφία, τηλεγραφήματα ή άλλο είδος επικοινωνίας, 7) να προσλαμβάνει, να απασχολεί και να απολύει το προσωπικό της εταιρείας και να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις της απασχόλησής του, πλην των στελεχών που έχουν σημαντική θέση στην εταιρεία, 8) να συμμετέχει σε διαδικασίες διαγωνισμών, 9) να κινεί τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, να εκδίδει, να οπισθογραφεί και να αποδέχεται επιταγές, συναλλαγματικές, υποσχετικές και διαταγές πληρωμής, καθώς και να εκδίδει εγγυήσεις για λογαριασμό της εταιρείας υπέρ δημοσίων νοσοκομείων για τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς και 10) να εκδίδει επικυρωμένα αντίγραφα των πρακτικών των συνεδριάσεων του δ.σ.
από το βιβλίο πρακτικών του, σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του προέδρου και του αντιπροέδρου αυτού. Στις 30.12.2002, η ενάγουσα εκλέχθηκε πρόεδρος του δ.σ. της πρώτης εναγομένης, συνέχισε δε να ασκεί και τα καθήκοντα της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης αυτής. Η αμοιβή της ενάγουσας για την παροχή των υπηρεσιών της ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας καθοριζόταν με ειδική απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης και μετά από έγκριση της μητρικής εταιρείας τρίτης εναγομένης και η οποία της καταβαλλόταν σε μηνιαία βάση.
Επίσης, λάμβανε, με τον ίδιο τρόπο και έκτακτες αμοιβές εν είδει προμήθειας καθώς και επίδομα απόδοσης (Βοnυs) για την επίτευξη στόχων πωλήσεων της πρώτης εναγομένης κατά τη διάρκεια της εκάστοτε διαχειριστικής χρήσης. Έτσι, στην αρχή και ειδικά για την εταιρική χρήση 1.9.94 - 31.8.95, εγκρίθηκε από την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας το ποσό των 13.000.000 δραχμών κατά ανώτατο όριο ως ετήσια αμοιβή της.
Ακολούθως και λόγω της ανοδικής πορείας της εταιρείας με συνεχή αύξηση του κύκλου εργασιών και κερδοφόρα οικονομικά αποτελέσματα, καθόλα τα χρόνια που η ενάγουσα συνέχισε να απασχολείται ως διευθύνουσα σύμβουλος και πρόεδρος του δ.σ. της εταιρείας, η αμοιβή της τελευταίας, καθώς και η προμήθεια και τα επιδόματα απόδοσης, αυξάνονταν κατ' έτος, με αποτέλεσμα στη διαχειριστική περίοδο 1.9.2003 - 31.8.2004 η ετήσια αμοιβή της να ανέλθει στο ποσό των 91.809,10 Ευρώ, η προμήθειά της στο ποσό των 21.302,75 ευρώ και το επίδομα απόδοσης στο ποσό των 27.542,72 ευρώ.
Η ανωτέρω αμοιβή της καταβαλλόταν σε μηνιαία βάση και η εταιρεία παρακρατούσε τις ασφαλιστικές εισφορές της (ΤΣΑΥ και ΙΚΑ), ενώ γινόταν και παρακράτηση φόρου του άρθρου 55 ν. 2238/94 δηλαδή παρακράτηση φόρου σε εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση αποτέλεσε και λειτούργησε ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, προς την οποία προσιδιάζει η φύση του αντικειμένου της απασχόλησης της ενάγουσας, η οποία, πλην της άσκησης των προαναφερθέντων αρμοδιοτήτων, που ανατέθηκαν σε αυτήν από το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης, ουδεμία άλλη υπηρεσία ή εργασία παρείχε στην ίδια εναγομένη, από το περιεχόμενο δε των αρμοδιοτήτων αυτών αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ασκούσε τη διοίκηση και διαχείριση της ως άνω εναγομένης εταιρείας, την οποία δέσμευε με μόνη την υπογραφή της, απασχολούμενη με τη διεύθυνση και οργάνωση του κύκλου εργασιών και των δραστηριοτήτων της εταιρείας και μάλιστα χωρίς τη σύμπραξη άλλου προσώπου και χωρίς να υπόκειται στις οδηγίες και υποδείξεις του διοικητικού συμβουλίου της.
Επίσης, οι εντολές που λάμβανε τόσο από τους εκπροσώπους της δεύτερης εναγομένης, που όπως αναφέρθηκε αποτελούσε το βασικό μέτοχο, κατέχουσα 99% του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης, όσο και από τους εκπροσώπους της μητρικής τρίτης εναγομένης υπεύθυνους και επόπτες των εταιρειών στην Ευρώπη δεν αναιρούν το χαρακτήρα της σύμβασης ως σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεδομένου ότι οι εντολές αυτές, που υποχρεούταν να ακολουθεί η ενάγουσα, αποτελούσαν έκφραση της οικονομικής και διοικητικής πολιτικής που έπρεπε να ακολουθεί η πρώτη εναγομένη, την υλοποίηση των οποίων, όμως, καλούνταν η ενάγουσα ως διευθύνουσα σύμβουλος και πρόεδρος του δ.σ της πρώτης εναγομένης να πραγματοποιεί, έχοντας ανεξαρτησία ως προς τον τρόπο υλοποίησής τους.
Τέλος και το γεγονός ότι η ενάγουσα, που, όπως αναφέρθηκε, λάμβανε την ετήσια αμοιβή της σε μηνιαίες δόσεις εν είδει μισθού, περιλαμβανόταν στον πίνακα του απασχολούμενου με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού της πρώτης εναγομένης και ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και στο ΤΣΑΥ δεν μεταβάλλει την ένδικη συμβατική σχέση σε εργασιακή, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια για το χαρακτηρισμό της απασχόλησης ως σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι τρίτη και δεύτερη των εναγομένων αλλοδαπές εταιρείες, στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των εταιρειών που διατηρούσαν στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη, περί το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2004, γνωστοποίησαν στην ενάγουσα την πρόθεσή τους να αντικαταστήσουν αυτήν από μέλος του δ.σ.
της πρώτης εναγομένης και να λύσουν τη σύμβαση, με την οποία απασχολούταν ως διευθύνουσα σύμβουλος στην εναγομένη αυτή. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, για τη σύναψη ενός συμφωνητικού διακανονισμού, το τελικό σχέδιο του οποίου προέβλεπε ότι, για τη λύση της ως άνω σύμβασης, η οποία στο σχέδιο αυτό αναφερόταν ως εργασίας, η ενάγουσα θα λάμβανε ως αποζημίωση το ποσό των 295.000 ευρώ και ως επιμίσθιο (Βοnυs) για το έτος 2004 το ποσό των 27.000 ευρώ, ενώ επιπλέον θα είχε τη δυνατότητα να ασκήσει και σχετικό δικαίωμά της, που αφορούσε την προαιρετική κτήση μετοχών της τρίτης εναγομένης εταιρείας.
Παράλληλα και κατά το χρόνο που συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνητικού διακανονισμού, η ενάγουσα ασκούσε τα καθήκοντά της ως διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, χωρίς όμως να επιδεικνύει την επιμέλεια που απαιτείται και που προηγούμενα επιδείκνυε. Ειδικότερα, η ενάγουσα καθυστερούσε να υποβάλει την αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, κατά το άρθρο 17 ν. 3301/2004, στο Υπουργείο Υγείας, προκειμένου να επιτευχθεί διακανονισμός των χρεών δημοσίων νοσοκομείων προς την πρώτη εναγομένη, ενέργειες που έπρεπε να γίνουν έως τις 24.1.2005 για το λόγο αυτό, εκτός του από 18.1.2005 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του P. Β.- διευθυντή διοίκησης Ευρώπης, με το οποίο επιβεβαιώνεται η έγκριση του Λ.
Τ. αντιπροέδρου της τρίτης εναγομένης για να προχωρήσει η ενάγουσα στην υποβολή αίτησης και δικαιολογητικών στο Υπουργείο Υγείας και του από 21.1.2005 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με αποστολέα τον Φ. Μ., περιφερειακό διευθυντή νότιας Ευρώπης, με το οποίο επισημαίνεται η αναγκαιότητα της υποβολής της αίτησης των δικαιολογητικών και ο κίνδυνος να προκληθεί, στην περίπτωση μη υποβολής των δικαιολογητικών, σημαντική οικονομική ζημία στην εταιρεία, η δεύτερη εναγομένη κοινοποίησε στις 21.1.2005 στην ενάγουσα την επίμαχη εξώδικη δήλωση - πρόσκληση στην οποία αναφέρεται: "Ενόψει της επικείμενης λήξης της προθεσμίας υποβολής υπεύθυνων δηλώσεων ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας με αντικείμενο τη ρύθμιση χρεών των δημοσίων νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 ν. 3301/2004 (Ρύθμιση χρεών νοσοκομείων ΕΣΥ) και υπό την ιδιότητά σας ως προέδρου του δ.σ.
και διευθύνουσας σύμβουλου της εταιρείας με αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησής της έναντι παντός τρίτου, σας καλούμε να μεριμνήσετε προσωπικά για τη σύνταξη και για την εμπρόθεσμη και προσήκουσα κατάθεση εκ μέρους της εταιρείας της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης καθώς και κάθε άλλου προς τούτο σχετικού εγγράφου, προκειμένου τα χρέη των νοσοκομείων ΕΣΥ προς τη εταιρεία να υπαχθούν στο ανωτέρω νομικό καθεστώς.
Πιθανή παράλειψή σας να προβείτε στις ανωτέρω ενέργειες, το αργότερο μέχρι τη Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2005, θα αποτελέσει προφανή παράβαση των καθηκόντων και των υποχρεώσεών σας ως προέδρου του δ.σ. και διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας, όπως αυτές απορρέουν από το ν. 2190/1920, θα στερήσει από την εταιρεία τη δυνατότητα υπαγωγής των οφειλομένων σε αυτήν από δημόσια νοσοκομεία χρηματικών ποσών στο καθεστώς ρύθμισης χρεών, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3301/2004 και θα της προξενήσει σημαντική οικονομική ζημία, για την οποία θα θεωρηθείτε αποκλειστικά υπεύθυνη.
Η ενάγουσα σε απάντηση των ανωτέρω μηνυμάτων και εξώδικης δήλωσης, απέστειλε προς τον P. B. το από 21.1.2005 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο οποίο αναφέρει: "Βρισκόμαστε εν μέσω διαπραγματεύσεων για την αποχώρησή μου από την Άροου Ελλάς (Arrοw Hellas). Είναι τελείως ξεκάθαρο από την πλευρά σας ότι επιθυμούσατε τη λύση της σύμβασης εργασίας μου, ήδη, από την 31 Δεκεμβρίου 2004.
Είμαι πρόθυμη να σας βοηθήσω να πάρετε τα χρήματά σας από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά από την άλλη μεριά επιδιώκω μια συμφωνία, ένα σωστό και δίκαιο συμβιβασμό που θα αποτελέσει το τέλος της ανάμειξής μου με τη θυγατρική της Άροου μετά από 15 χρόνια απασχόλησής μου για την Άροου είτε άμεσα είτε έμμεσα και αφού δημιούργησα για εσάς μία ταχέως αναπτυσσόμενη και επικερδή θυγατρική, επιθυμώ να διαπραγματευτώ καλή τη πίστει μία συμφωνία συμβιβασμού που θα περιλαμβάνει το μπόνους μου του τελευταίου έτους το ποσό των 27.000 ευρώ, την αποζημίωση απολύσεως, η παραίτηση μου από το δ.σ.
και από τα δικαιώματα υπογραφής συνηγορούν στο συμβιβασμό για το ποσό των 354.000 ευρώ. Περιμένω την απόφασή σας.". Στη συνέχεια και μετά την υποβολή των σχετικών εγγράφων στο Υπουργείο Υγείας, όπως αυτό προκύπτει από το από 24.1.2005 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που κοινοποίησε η ενάγουσα προς τον Μ. Κ. αντιπρόεδρο πωλήσεων της τρίτης εναγομένης, ο P. B.
διευθύνων σύμβουλος Ευρώπης, με την ιδιότητα του νόμιμου έκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, κοινοποίησε στις 28.1.2005 στην ενάγουσα το επίσης επίμαχο έγγραφο με το οποίο ζητούσε από την ενάγουσα με την ιδιότητά της ως προέδρου του δ.σ. και διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης εναγομένης, να συγκαλέσει, την 1.2.2005, σε διάσκεψη το δ.σ.
της πρώτης εναγομένης με θέμα, πέραν των άλλων και το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου. Τελειώνοντας εκθέτει: "...Δεδομένης της περιορισμένης εκ του νόμου προθεσμίας σχετικά με τη σύγκληση τής τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, θέλω να σας ενημερώσω ότι η μη διενέργεια των αιτούμενων πράξεων εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο ν. 2190/20 ενδέχεται να επισύρει προσωπική σας αστική και ποινική ευθύνη.".
Τέλος, εκλέχθηκε κατά την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 28.2.2005, νέο διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης, ενώ στις 30.3.2005 επιδόθηκε στην ενάγουσα η από 23.3.2005 καταγγελία της σύμβασης με την οποία την καλούσαν επιπλέον να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως την είχε χαρακτηρίσει η καταγγέλλουσα, ύψους 36.810 ευρώ, την οποία αρνήθηκε η ενάγουσα και κατατέθηκε στο ΤΠΔ.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των εναγομένων μεθόδευση αποπομπής της ενάγουσας από τη θέση τη διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του δ.σ. της πρώτης εναγομένης και μάλιστα με τρόπο αντικείμενο στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Ούτε, επίσης και η καταγγελία της σύμβασης παροχής εκ μέρους της ενάγουσας των υπηρεσιών της διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης εναγομένης, που έλαβε χώρα υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες συνθήκες, είναι καταχρηστική. Οι εναγόμενες εταιρείες και κυρίως η τρίτη των εναγομένων ως μητρική εταιρεία, αποφάσισαν στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των εταιρειών του ομίλου που βρίσκονται στην Ευρώπη, την αλλαγή του διοικητικού συμβουλίου στης πρώτης εναγομένης και την απόλυση της ενάγουσας από τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου της εταιρείας.
Για το λόγο αυτό γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους προς την ενάγουσα και παράλληλα πρότειναν ευνοϊκούς όρους για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης της συνεργασίας αυτής, όπως ειδικότερα παραπάνω αναφέρεται. Η ίδια δε η ενάγουσα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης και ενώ συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντα της διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης εναγομένης, χρησιμοποίησε ως μοχλό πίεσης την ιδιότητά της αυτή και καθυστερούσε την υποβολή της και των σχετικών δικαιολογητικών προς το Υπουργείο Υγείας.
Μάλιστα δε οι εναγόμενες δια της πρώτης εναγομένης, προέβησαν σε καταγγελία της σύμβασης, μετά την ανωτέρω καθυστέρηση της ενάγουσας, να υποβάλει την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά προς το Υπουργείο Υγείας και μετά την άρνηση της ενάγουσας να αποδεχθεί την πρόταση για τη συμβιβαστική λύση της συνεργασίας τους και όχι για άλλους λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης προς το πρόσωπό της, που άλλωστε δεν επικαλείται η τελευταία.
Εξάλλου, η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης καταγγελία της επίδικης σύμβασης και η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης ύψους 36.810 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εφαρμόζονταν εν προκειμένω, δεν καθιστά μειωτικό της προσωπικότητας της ενάγουσας τον τρόπο της ως άνω καταγγελίας, αφού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ίδια δεν αποδείχθηκε πρόθεση των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης να παρουσιάσουν αυτήν (ενάγουσα) ως απλή μισθωτή υπάλληλο και να, υποτιμήσουν την προσφορά της ως διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης εναγομένης, δεδομένου ότι η τελευταία ανέκαθεν χαρακτήριζε ως εργασιακή τη συμβατική σχέση που τη συνέδεε με την ενάγουσα, η οποία, άλλωστε, την 1.9.1994, με την ιδιότητα της μετόχου της πρώτης εναγομένης, παρείχε ρητώς την έγκρισή της για τη σύναψη μεταξύ τους σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, και το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων και ειδικά της εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης με την οποία αναφέρθηκε ότι θα θεωρηθεί αυτή (ενάγουσα) αποκλειστικά υπεύθυνη για τη σημαντική οικονομική ζημία που θα προκληθεί στην εταιρεία, αν η ενάγουσα δεν υποβάλει εμπρόθεσμα την αίτηση και τα δικαιολογητικά προς το Υπουργείο Υγείας, καθώς και του από 19.1.2005 εγγράφου με το οποίο επισημαίνεται στην ενάγουσα ότι αν δεν προβεί εντός της νόμιμης προθεσμίας στη σύγκληση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της πρώτης εναγομένης, ενδέχεται να επισύρει την αστική και ποινική της ευθύνη, δεν είναι προσβλητικό της προσωπικότητας της ενάγουσας, δεδομένου ότι η επισήμανση προς την ενάγουσα, που λόγω της ιδιότητάς της ως διευθύνουσας συμβούλου είχε την υποχρέωση να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες, ότι θα είναι η ίδια αποκλειστικά υπεύθυνη και ότι ενδέχεται να επισύρει την αστική και ποινική της ευθύνη, χωρίς να συντρέχουν λοιπά γεγονότα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ισχυριζόμενα από την ενάγουσα περί παράνομης και καταχρηστικής μεθόδευσης δεν αποδείχθηκαν, δεν είναι δυσφημιστικά και δεν προσβάλλουν την προσωπικότητα...".
Με τις σκέψεις του αυτές το Εφετείο: 1) Δέχθηκε, κατ' ουσίαν, την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας. 2) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε να της επιδικασθούν, λόγω παράνομης και καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ τους υφισταμένης σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, τα ποσά των:
α) 342.235,42 ευρώ, για το σύνολο των αμοιβών που θα ελάμβανε ως διευθύνουσα σύμβουλος της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, μέχρι τη λήξη της θητείας της αν δεν μεσολαβούσε η, κατά τ' ανωτέρω, παράνομη καταγγελία, β) 36.639,75 ευρώ, που θα αποκόμιζε από την άσκηση δικαιώματος προαίρεσης κτήσης των αναφερομένων στην αγωγή μετοχών της τρίτης, μέχρι τη λήξη της σύμβασής της και, γ) 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς της από την παράνομη καταγγελία της ένδικης σύμβασης, ως προς μεν τη δεύτερη και τρίτη των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγομένων, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτών, πλην του αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση, της ηθικής της βλάβης, που το έκρινε, ως προς τις ίδιες εναγόμενες, μη νόμιμο και, ως προς την τρίτη, (είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή) στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Και, 3) αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, στο σύνολό της και ως προς όλες τις ήδη αναιρεσίβλητες, εναγόμενες, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους επτά πρώτους αναιρετικούς λόγους, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με τον όγδοο και τελευταίο λόγο πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου και ειδικότερα, κατά συνοπτική απόδοση του νοηματικού τους περιεχομένου: 1) με τον πρώτο μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ελλιπείς αιτιολογίες, καθόσον δέχθηκε ότι οι αντίδικές της γνωστοποίησαν, σ' αυτή, την πρόθεσή τους να την αντικαταστήσουν το Νοέμβριο του 2004, χωρίς όμως ποτέ να ενημερωθεί εγγράφως, εγκαίρως και επισήμως, από κανένα, όπως αυτές ώφειλαν, σύμφωνα με το νόμο, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη και τη μέχρι τότε 11ετή συνεργασία τους και τούτο, παρότι αποδείχθηκε πλήρως ότι μέχρι το Δεκέμβριο του 2004 η επικοινωνία της με τις αντιδίκους της γινόταν πάντοτε με την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι αντίδικές της, γνωστοποίησαν, σ' αυτή, την πρόθεσή τους να την αντικαταστήσουν το Νοέμβριο 2004. 2) Με το δεύτερο λόγο μέμφεται το Εφετείο γιατί δέχθηκε, έσφαλμένα, ότι αυτή ασκούσε τα καθήκοντά της ως διευθύνουσα σύμβουλος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, χωρίς όμως να επιδεικνύει την επιμέλεια, που απαιτείται και προηγούμενα επιδείκνυε και ειδικότερα καθυστερούσε να υποβάλει την αίτηση και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, κατά το άρθρο 17 ν. 3301/2004 στο Υπουργείο Υγείας, για τη ρύθμιση των χρεών Δημοσίων Φορέων προς τις αντιδίκους της και τούτο, παρότι πλήρως αποδείχθηκε ότι η προθεσμία για την υποβολή της εν λόγω αίτησης στο Υπουργείο Υγείας έληγε στις 24-01-2005 και υποβλήθηκε, εκ μέρους της, εμπρόθεσμα και νομότυπα κατά την ημερομηνία αυτή, χωρίς να χρειάζεται να της επισημάνει η β' ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, τους κινδύνους, που συνεπαγόταν η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι αντίδικές της είχαν λόγο να ανησυχούν για την έγκαιρη και νομότυπη υποβολή της, ούτε ότι αυτή χρησιμοποίησε την ανωτέρω ιδιότητά της για να καθυστερήσει την υποβολή της εν λόγω αίτησης και των δικαιολογητικών προς το Υπουργείο Υγείας, ούτε αποδείχθηκε, τέλος, ότι προέκυψε κίνδυνος ή ζημία για τις αντιδίκους της. 3) Με τον τρίτο, ψέγει το Εφετείο, γιατί με το να δεχθεί ότι αυτή χρησιμοποίησε την ιδιότητά της ως μοχλό πίεσης και καθυστερούσε την υποβολή της προαναφερθείσας αίτησης στο Υπουργείο Υγείας και οι ήδη αναιρεσίβλητες, εναγόμενες προέβησαν στην ένδικη καταγγελία της σύμβασής της αφού διαπίστωσαν ότι αυτή καθυστερούσε να υποβάλει την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά στο Υπουργείο Υγείας, έσφαλε, αφού αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν αποκλειστικά στις αντιδίκους της και, τελικά χάριν στις υπεράνθρωπες προσπάθειές της, η αίτηση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και, έτσι, η καταγγελία της σύμβασής της ήταν καταχρηστική, μετά 11ετία συνεπούς άσκησης των καθηκόντων της. 4) Με τον τέταρτο, αποδίδει στο Εφετείο έλλειψη αιτιολογίας, σχετικά με την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι η καταγγελία της σύμβασής της, συνεπεία της αντικατάστασής της ως Διευθύνουσας Συμβούλου, Προέδρου και μέλους του ΔΣ της πρώτης, οφείλεται στην αναδιοργάνωση των εταιρειών του ομίλου των εταιρειών, στον οποίον ανήκουν οι αντίδικές της στην Ευρώπη, παρότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε τόσο το γεγονός αυτό, όσο και σε τι ακριβώς συνίστατο η αναδιοργάνωση αυτή και η άνευ σπουδαίου λόγου αντικατάστασή της, μετά από 11 χρόνια επιτυχούς θητείας της, με άλλο πρόσωπο, πράγμα που δεν συνιστά αναδιοργάνωση, αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είχαν περάσει ούτε δέκα μήνες από την ομόφωνη απόφασή τους (αντιδίκων), με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ τους τριετής σύμβαση. 5) Με τον πέμπτο, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, καθόσον δέχθηκε ότι η κατάθεση, εκ μέρους των αντιδίκων της, του ποσού των 36.810 ευρώ ήταν σύννομη και όχι υποτιμητική, προσβλητική και δείγμα καταχρηστικότητας της καταγγελίας, χωρίς και να αιτιολογήσει, αξιολογώντας ορθά το περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη κακόβουλη και δόλια μεθοδευμένη συμπεριφορά των αντιδίκων της, γιατί αυτές ήταν ανένδοτες στο να προηγηθεί η υπογραφή, εκ μέρους της, του συμφωνητικού για τη λύση της ένδικης συνεργασίας τους και, ακόμη, αναγνώριζαν ότι προσφερόταν να της καταβάλουν το ποσό των 295.000 ευρώ. 6) Με τον έκτο, καταλογίζει στο Εφετείο ότι δεν αξιολόγησε ορθά το περιεχόμενο των αναφερομένων σ' αυτήν εξωδίκων, με αποτέλεσμα να δεχθεί, εσφαλμένα, ότι αυτά δεν ήταν προσβλητικά της προσωπικότητάς της, παρότι αποδείχθηκε ότι οι αντίδικές της απαιτούσαν με αυτά να διενεργήσει τις πράξεις, που αναφερόταν στο κείμενό τους, απειλώντας την με ποινική και αστική ευθύνη, σε περίπτωση παράλειψής τους, χωρίς, παρόλα αυτά, να υπάρχει ένδειξη πρόθεσης, εκ μέρους της, να μην ασκήσει τα καθήκοντά της, τα οποία μέχρι τότε ασκούσε άριστα με ιδιαίτερη προσήλωση.
Ενώ αν εκτιμούσε αυτά ορθά, το Εφετείο, έπρεπε να δεχθεί ότι η αποστολή προς αυτή των επίμαχων εξωδίκων έγινε δόλια, προσχηματικά, καταχρηστικά και ότι το περιεχόμενό τους ήταν προσβλητικό για το ήθος, την προσωπικότητα, τον επαγγελματισμό και την ευσυνειδησία της. 7) Με τον έβδομο προσάπτει στο Εφετείο ότι, εάν εκτιμούσε ορθά όλα τα προσαχθέντα αποδεικτικά στοιχεία, έπρεπε να δεχθεί ότι η προσφορά του ποσού των 36.810 ευρώ σ' αυτή, που επί 11 έτη ήταν διευθύνουσα σύμβουλος και πρόεδρος του δ.σ.
της πρώτης των αντιδίκων της, της οποίας ήταν η ψυχή από τη σύστασή της μέχρι και την ένδικη καταγγελία της σύμβασής της και ενώ ένα μήνα πριν της είχαν προτείνει ως αποζημίωση με ιδιωτικό συμφωνητικό το ποσό των 295.000 ευρώ, ήταν ιδιαίτερα προσβλητική, απαξιωτική, εμπαικτική, μειωτική και υποτιμητική για την προσωπικότητά της, ως ανθρώπου και επαγγελματία.
Τέλος, 8) με τον όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος του, μέμφεται το Εφετείο, επίσης, για την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι ενώ αυτό αναφέρει και αναλύει στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, εντούτοις, με την ελάσσονα σκέψη της, εσφαλμένα, ήτοι χωρίς καμία μνεία των εν λόγω διατάξεων και αναιτιολόγητα, ήτοι χωρίς να μνημονεύει τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκε, απέρριψε τις, ερειδόμενες στις εν λόγω διατάξεις αιτιάσεις της, κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ, αν έκρινε ορθά, θα έπρεπε να δεχθεί τους ισχυρισμούς, τους οποίους αυτή προέβαλε, διετεινόμενη ότι οι αντίδικές της ενήργησαν δόλια, σκόπιμα, παράνομα και με τις πράξεις τους προσέβαλαν την προσωπικότητά της.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος, του ίδιου λόγου, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, που, όπως διατείνεται, συντελέσθηκε, με την παράλειψή του να διαλάβει και να αναφέρει στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης τα στοιχεία, που είναι απαραίτητα για να κριθεί μια πράξη ή παράλειψη καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ και χωρίς καμία αιτιολογία και αναφορά στην ελάσσονα σκέψη της κρίνει ότι η συμπεριφορά των αντιδίκων της δεν ήταν καταχρηστική.
Όλοι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κρίνονται, προεχόντως, αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, καθόσον: α) Σε κανέναν από αυτούς δεν αναφέρεται ποιες, επιπλέον, αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εντούτοις, λείπουν ή πού εντοπίζονται οι επικαλούμενες αντιφάσεις της.
β) Οι προβαλλόμενες με τους υπό κρίση αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, όπως αυτές ανωτέρω παρατίθενται (κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο), ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, καθώς και σε επιχειρήματα της ίδιας της αναιρεσείουσας, αλλά και του Δικαστηρίου.
γ) Σε κανένα από τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, πλην του παρακάτω, ογδόου και τελευταίου λόγου, δεν αναφέρονται, καθόλου, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που, κατά την αναιρεσείουσα, παραβιάσθηκαν, εκ πλαγίου, από το Εφετείο, με τις, κατά την αναιρεσείουσα, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες του, καθώς, επίσης, δεν αναφέρονται και οι σχετικοί ισχυρισμοί της, επί των οποίων θεμελιώνονται οι κρινόμενοι λόγοι.
δ) Η προβαλλόμενη δε, με τον όγδοο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, παράλειψη του Εφετείου να παραθέσει στην ελάσσονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασής του τις αναφερόμενες σ' αυτόν, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό της αίτημα, καθώς και η έλλειψη αναφοράς στη μείζονα σκέψη της των στοιχείων, που απαιτούνται για να κριθεί αν μια πράξη ή παράλειψη είναι καταχρηστική, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, δεν καθιστά, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναιρετέα την απόφαση, για τους λόγους των αριθμών 1 και 19.
Και, τέλος ε) με όλες τις αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους υπόψη αναιρετικούς λόγους, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η οποία, όμως, δεν επιδέχεται αναιρετικό έλεγχο. Ανεξαρτήτως, όμως, όλων των προαναφερθέντων, σε κάθε περίπτωση, όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κρίνονται αβάσιμοι, καθόσον, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι:
α) Η αναιρεσείουσα, είχε τις ιδιότητες της διευθύνουσας συμβούλου και Προέδρου του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης και παρείχε, στην τελευταία, τις υπηρεσίες της αυτές με βάση σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, από τις 26-09-1994 μέχρι και τις 28-02-2005, οπότε με ταυτόχρονη απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανωτέρω εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας, αυτή ανακλήθηκε και στη θέση της διορίσθηκαν μέλη του νεοεκλεγέντος διοικητικού συμβουλίου.
β) Σε συνέχεια της ανωτέρω ανακλήσεως της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, από τη θέση της στο Δ.Σ. της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, της επιδόθηκε, στις 30.3.2005, η από 23.3.2005 καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, δυνάμει της οποίας αυτή παρείχε τις ανωτέρω υπηρεσίες της και η οποία (σύμβαση) είχε συναφθεί, λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς της, με την οποία (καταγγελία) την καλούσαν, επιπροσθέτως, να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως την είχε χαρακτηρίσει η καταγγέλλουσα, ήδη πρώτη εναγομένη, αναιρεσίβλητη, ύψους 36.810 ευρώ, η οποία, μετά την άρνησή της να την εισπράξει, κατατέθηκε στο ΤΠΔ.
γ) Δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των εναγομένων μεθόδευση αποπομπής της ενάγουσας από τη θέση τη διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του δ.σ. της πρώτης εναγομένης και μάλιστα με τρόπο αντικείμενο στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. δ) Η καταγγελία της σύμβασης παροχής εκ μέρους της ενάγουσας των ανεξαρτήτων υπηρεσιών της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του δ.
σ. της πρώτης εναγομένης, που έλαβε χώρα υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, δεν είναι καταχρηστική. ε) Οι εναγόμενες εταιρείες και κυρίως η τρίτη των εναγομένων ως μητρική εταιρεία, αποφάσισαν στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των εταιρειών του ομίλου τους, που βρίσκονται στην Ευρώπη, την αλλαγή του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης και την αντικατάσταση της ενάγουσας από τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του δ.
σ. της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας και, συνεπεία της αντικατάστασής της αυτής, την πρόθεσή τους να λυθεί η μεταξύ τους υφισταμένη, μέχρι τότε, υποκείμενη σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προτείνοντάς της, παράλληλα, ευνοϊκούς όρους για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης της συνεργασίας τους. Και, στ) η ενάγουσα, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη συμβιβαστικής λύσης και ενώ συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντα της διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης εναγομένης, χρησιμοποίησε ως μοχλό πίεσης την ιδιότητά της αυτή και καθυστερούσε να την υποβάλει, μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά, στο Υπουργείο Υγείας.
Μάλιστα δε οι εναγόμενες δια της πρώτης εναγομένης, προέβησαν στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης αυτής, μετά την ανωτέρω καθυστέρησή της, αλλά και μετά την άρνησή της να αποδεχθεί την πρόταση για τη συμβιβαστική λύση της συνεργασίας τους και όχι για άλλους λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης προς το πρόσωπό της.
Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας, καθώς και στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες έπρεπε να εφαρμοσθούν, εν προκειμένω και ορθά υπήγαγε σ' αυτές τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, διέλαβε δε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και άλματα, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καταφάσκουν την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Πέραν του ότι, για τη στήριξη του ανωτέρω πορίσματος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, αρκούσαν και μόνο, οι παραδοχές της ότι: α) η γενική συνέλευση της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης ανώνυμης εταιρείας ανακάλεσε την ήδη αναιρεσείουσα, από τη θέση της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του διοικητικού της συμβουλίου, με το διορισμό άλλων (νεοεκλεγέντων) μελών στη θέση της.
Και, β) μετά την ανάκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας από την ανωτέρω θέση της στο δ.σ, της πρώτης των αντιδίκων της και, συνεπεία αυτής, καταγγέλθηκε και η υποκείμενη σχέση σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που τις συνέδεε. Σημειουμένου, εν προκειμένω, ότι οι σκέψεις του Εφετείου, αναφορικά με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την αντικατάσταση της αναιρεσείουσας και την ανάκλησή της από τις προαναφερθείσες θέσεις της στο δ.
σ. της πρώτης των αντιδίκων της, ανώνυμης εταιρείας, καθώς και την εγκυρότητα της, εντεύθεν, καταγγελίας της υποκείμενης αυτής (ανωτέρω θέσης της στο δ. σ.) σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διατυπώθηκαν πλεοναστικά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και, συνακόλουθα, οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, προβάλλονται αλυσιτελώς, εν προκειμένω, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης:
α) η γενική συνέλευση δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, η ανάκληση δε αυτή, και αν ακόμη δεν δηλωθεί ρητώς στη σχετική απόφαση, δύναται να συνάγεται και σιωπηρώς από το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου, που συντελείται πριν από τη λήξη του παλαιού, χωρίς μάλιστα το δικαίωμα αυτό, της γενικής συνελεύσεως, να υπόκειται σε περιορισμούς είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών, σε περίπτωση ασκήσεώς του, και αν, ακόμη, αυτά έχουν συμφωνηθεί.
Και, β) η ανάκληση του μέλους του δ.σ. ανώνυμης εταιρείας, συνεπάγεται και τη λήξη της υποκείμενης (της εν λόγω θέσης) σχέσεως, ακόμη και αν αυτή έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η ανώνυμη εταιρεία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας αυτής, καθόσον το δικαίωμα της ανακλήσεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ασκείται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα μέλη αυτά με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας σχέσεως είτε ως εντολής, είτε ως μίσθωσης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως κρίθηκε, από το Εφετείο, στην προκειμένη περίπτωση.
ΙΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων, που νίκησαν, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις τους, σχετικού, αιτήματος αυτών, ενιαίως όμως, λόγω της κοινής παράστασης, εκπροσώπησης και της υποβολής, εκ μέρους των, κοινών προτάσεων (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος, σημειώνεται ότι δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης, παρότι και αυτή νίκησε, καθόσον δεν παραστάθηκε, κατά την παρούσα συζήτηση και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-09-2019 αίτηση αναίρεσης της 1905/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης αναιρεσιβλήτων, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ