Legislator Case Law & Legislation
1324/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant lacks standing to challenge arguments raised by the appellees.

Case Number 1324/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant bank's appeal against a lower court ruling regarding contract interpretation. The appellant argued the court failed to consider their specific submissions and violated good faith principles, but the court found these arguments were raised by the appellees, not the appellant. Consequently, the appellant lacked the necessary legal interest to challenge the decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest because the grounds of appeal were raised by the appellees rather than the appellant themselves.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal standing to appeal good faith principles contract interpretation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 934/14
Supreme Court 604/11
Supreme Court 355/2011
Supreme Court 1360/2017
Supreme Court 435/2009
Supreme Court 1530/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1324/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζιτικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ρ. του Κ., 2) Λ. Σ.-Ρ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μενέλαο Τζέλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ. Α.Π. 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11).

Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά-ήθη (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 495/13).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για Τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ ΑΠ 26/2004 ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993 597/2005, 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), οπότε η απόφαση του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010, 1093/2011, ΑΠ 1360/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παραγρ. 1 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ’ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (όρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, επί πλέον δε με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), καθώς επίσης και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το οποίο διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ή αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 812/2011 Ολ.

ΑΠ 32/96).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα υπό την επίκληση ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, βασιζόμενη σε λανθασμένη ερμηνεία των υπ’ αριθμ. 5.2 και 5.3 όρων της υπ’ αριθμ. .../29.11.2005 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, από τους οποίους προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ανωτέρω εγγυητική επιστολή δεν έχει αυτοτέλεια αφού εκδόθηκε στο πλαίσιο της ως άνω συμβάσεως, δέχθηκε εσφαλμένως ότι η σύμβαση έκδοσης της εγγυητικής επιστολής (.../4.10.2006) ήταν αυτοτελής για την οποία τηρήθηκε αυτοτελής και ανεξάρτητος λογαριασμός (...), ο οποίος δεν αποτελούσε τμήμα της υπ’ αριθμ. .../29.11.2005 συμβάσεως πιστώσεως.... η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση υπό την μορφή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Η υπό την παραπάνω διατύπωση, προβαλλόμενη αιτίαση κρίνεται απορριπτέα λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς Ι) αφενός των πλήρων αποδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με την ως άνω αιτίαση και ειδικότερα με τους όρους καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων τόσο της .../29.11.2005 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό όσο και της από 4.10.2006 συμβάσεως εγγυήσεως αλλά και της στο πλαίσιο αυτών φερομένης ως εκδοθείσης υπ’ αριθμ. .../4.10.2006 εγγυητικής επιστολής, στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται με την προσβαλλόμενη αιτίαση χωρίς όμως αντίστοιχη αναφορά των ως προς αυτές, παραδοχών της αποφάσεως, οι οποίες δεν μπορεί να αναπληρωθούν ούτε από την κατά την αναιρεσείουσα, εκτιθέμενη στο αναιρετήριο περίληψη του αιτιολογικού της αποφάσεως, ούτε από την αποσπασματική αναφορά του διαλαμβανομένου στο τελευταίο (αναιρετήριο) τμήματος των εκτενών παραδοχών αυτών, (ΑΠ 901/2010) κατά το οποίο "Η παραπάνω σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής καταρτίσθηκε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, πλην όμως ήταν αυτοτελής σύμβαση της πιστούχου με την τράπεζα για την οποία τηρήθηκε αυτοτελής και ανεξάρτητος λογαριασμός (ο υπ’ αριθμ. ...), στην οποία δεν συνέπραξε καθ’ οιονδήποτε τρόπο η πρώτη εναγόμενη και συνεπώς αυτή δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της πιστούχου που προέκυψαν από την εν λόγω εγγυητική επιστολή.

Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι την ίδια ημέρα (4.10.2006), κατά την οποία συνετάγη η αρχική αίτηση για την παροχή εγγυητικής επιστολής η πρώτη εναγόμενη υπέγραψε την από 4.10.2006 πρόσθετη πράξη, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, καθώς και την σύμβαση εγγυήσεως, όχι όμως και την αίτηση για την παροχή της εγγυητικής επιστολής (την οποία συνυπέγραψαν οι άλλοι δύο εγγυητές του αλληλόχρεου λογαριασμού)", αφού, και το τμήμα αυτό (των παραδοχών), αναφέρεται στις αντίστοιχες (εκτενείς) παραδοχές των παραπάνω, ενδιαφερουσών την ένδικη διαφορά, συμβάσεων (παροχής εγγυητικής επιστολής, εγγυήσεως και πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό) της προσβαλλομένης αποφάσεως τις οποίες όπως η αναιρεσείουσα παραλείπει να διαλάβει στο αναιρετήριο δικόγραφο

ΙΙ) και αφετέρου (της παντελούς ελλείψεως αναφοράς) της, κατά τη γενομένη ερμηνεία των αναφερομένων όρων των ενδίκων δικαιοπραξιών, παραβίασης από την προσβαλλόμενη των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ειδών, υπό την έννοια ότι η ερμηνευτικώς εξενεχθείσα κρίση δεν είναι σύμφωνη κατά τις παραπάνω αρχές, οι οποίες ναι μεν δεν είναι αναγκαίο να αναλύονται και να εξειδικεύονται (ΑΠ 1360/2017), θα πρέπει όμως για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου, να γίνεται επίκληση της παραβάσεως αυτών κατά τη γενομένη από την προσβαλλόμενη απόφαση ερμηνεία, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ, ως "πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και η μη λήψη υπ’ όψη των οποίων από το δικαστήριο, εφόσον προτάθηκαν νομίμως, συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και κατατείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι αυτοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής. "Πράγματα" δε κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι της έφεσης εφόσον είναι ορισμένοι. Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη [υπ’ όψη πραγμάτων] με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 435/2009).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το από τις αναιρεσίβλητες "με τις από 6.5.2014 προτάσεις τους νομίμως υποβληθέν αίτημα από το άρθρο 249 ΚΠολΔ", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αίτημα, ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1530/2009), είχε προταθεί από τις αναιρεσίβλητες και όχι από την αναιρεσείουσα, η οποία, ως εκ τούτου, στερείται τον για την προβολή της εν λόγω αιτιάσεως εννόμου [απαιτούμενου] συμφέροντος.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στου δημόσιο ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.10.2016 και με αριθμ. καταθ. …16) αναιρέσεως της 103/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ