Legislator Case Law & Legislation
1324/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify document content required for Article 559(20) civil procedure law.

Case Number 1324/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding insurance contract disputes. The appellant alleged the lower court distorted specific documents but failed to define their true content as required by law. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for being vague and rejected the entire request.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 176 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging distortion of a document under Article 559(20) must explicitly define the document's true content, the distortion applied by the lower court, the factual claim relied upon, and the prejudicial finding, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
Article 559(20) Code of Civil Procedure distortion of document inadmissible appeal specific content requirement insurance contract dispute prejudicial finding legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1324/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. - Α., δικηγόρου, κατοίκου Πειραιά, ως συνδίκου της εδρεύουσας στον Πειραιά πτωχής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της δικηγορικής ιδιότητάς της, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία Α.Α.Ε. ΑΣΤΗΡ, την οποία απορρόφησε με συγχώνευση και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Δημητρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE A.A.E", πρώην ΓΚΟΤΑ ΙΝΤΕΡΝΑΤΙΟΝΑΛ ΑΑΕ και προηγουμένως "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τη πληρεξούσια δικηγόρο της Τεύτα Κυριάκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11 Μαρτίου 2002 και 11 Δεκεμβρίου 2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 22 Ιανουαρίου 2003 και 20 Ιανουαρίου 2004 ανακοινώσεις δίκης με προσεπικλήσεις σε παρέμβαση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6867/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3489/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3489/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 3.11.2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6867/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή, αφού αρχικά απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες οι από 22.1.2003 και 20.1.2004 δυο προσεπικλήσεις της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.", απορρίφθηκαν ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμες οι από 11.3.2002 και 11.12.2003 δυο αγωγές της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες, όπως αυτές περιορίστηκαν, η αναιρεσείουσα, ενεργώντας ως οριστική σύνδικος της πτωχής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι αναιρεσίβλητες εταιρείες, οι οποίες κάλυπταν ασφαλιστικά το εργοστάσιο της πτωχής εταιρείας, στο Β.

Κ., κατά του κινδύνου πυρκαγιάς, υποχρεούνται, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, να της καταβάλουν, υπό την ως άνω ιδιότητά της, τα ποσά ασφαλίσματος που αναφέρονται ειδικότερα στις ένδικες αγωγές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 33§3 και 34 του ν. 2496/1997, 24 και 25 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι ο ν. 2496/1997 εφαρμόζεται τόσο στις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, στις 16.11.1997, δηλαδή μετά εξάμηνο από τη δημοσίευσή του, στις 16.5.1997, στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 87 Α'/16.5.1997), όσο και σε εκείνες που είχαν μεν συναφθεί προηγουμένως, η ασφαλιστική όμως περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 1/2001? 109/2007? 293/2008).

Ο νόμος αυτός ορίζει στο άρθρ. 15§§1&3, μεταξύ άλλων, ότι αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος οφείλουν να γνωστοποιήσουν, χωρίς καθυστέρηση, σε κάθε ασφαλιστή την ασφάλιση και το ασφαλιστικό ποσό, σε περίπτωση δε που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν με δόλο τη γνωστοποίηση, εφαρμόζονται οι παρ. 6 και 7 του άρθρ. 3 του παρόντος νόμου.

Σύμφωνα με την παρ. 6εδ(α)&(β) του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής, σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης γνωστοποίησης, δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση ασφάλισης μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, απαλλάσσεται δε της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει μέσα στην ως άνω προθεσμία, ενώ κατά την παρ. 7εδ(β) του ίδιου άρθρου, η καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης από τον ασφαλιστή έχει άμεσα αποτελέσματα στην περίπτωση της παρ. 6, δηλαδή και όταν από δόλο ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος παραλείψουν να γνωστοποιήσουν στον ασφαλιστή την ύπαρξη άλλης ασφάλισης για την ίδια περιουσία.

Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ο ασφαλιστής, στον οποίο δολίως δεν γνωστοποιήθηκε η άλλη ασφάλιση και γι' αυτό έχει δικαίωμα καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράλειψης, απαλλάσσεται αμέσως της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος, δηλαδή χωρίς να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως τη σύμβαση, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει όσο διαρκεί η αποσβεστική αυτή προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός.

Η ίδια απαλλαγή πρέπει με διασταλτική ερμηνεία της αυτής διάταξης να γίνει δεκτό ότι ισχύει και όταν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν ακόμη ο ασφαλιστής να λάβει γνώση της παράλειψης, δηλαδή απαλλάσσεται αμέσως από το νόμο της υποχρέωσης καταβολής του ασφαλίσματος χωρίς και πάλι να πρέπει να καταγγείλει προηγουμένως την ασφαλιστική σύμβαση, αφού λόγω της άγνοιάς του αφενός μεν δεν μπορούσε να έχει καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση πριν ήδη από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αφετέρου δε δεν είχε ακόμη τότε αρχίσει καν η προθεσμία καταγγελίας του ενός μηνός, που έχει ως αφετηρία τη γνώση της παράλειψης από τον ασφαλιστή, γεγονός όμως που δεν αποκλείει και στην περίπτωση αυτή την άμεση απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος και αντίθετα η αυτή απαλλαγή επιβάλλεται από το νομοθετικό σκοπό της σχετικής ρύθμισης (ΑΠ 1119/2003 720/2007).

Η ρύθμιση μπορεί να συμφωνηθεί και ως όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, αφού ναι μεν συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, επιτρεπτό όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997, που ορίζει ότι κάθε δικαιοπραξία περιοριστική των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006? 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 2245/16.4.1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κηρύχθηκε σε πτώχευση με ημερομηνία παύσης των πληρωμών την 10.11.1997.

Με την υπ' αριθ. 4497/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκε η ενάγουσα δικηγόρος (και ήδη αναιρεσείουσα) οριστική σύνδικος της πτώχευσης. Η ανωτέρω εταιρεία, πριν από την πτώχευσή της, με σύμβαση που καταρτίστηκε στις 23.5.1997 με την ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), ασφάλισε με το υπ' αριθ. ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο το παρακάτω εργοστάσιό της για ζημίες από κινδύνους πυρκαγιάς για το διάστημα από το μεσημέρι της 16.5.1997 μέχρι το μεσημέρι της 16.5.1998. Ειδικότερα η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την ασφάλιση του εργοστασίου τυποποίησης - συσκευασίας φρούτων, που η ασφαλιζόμενη εταιρεία διατηρούσε στο Β.

Κ. για ποσό 1.500.000.000 δραχμών, ήτοι ολόκληρη την οικοδομή με τον εξοπλισμό της και τα εμπορεύματα... Την 5.11.1997 η ίδια ως άνω εταιρεία με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο πυρός, που κατάρτισε με τη δεύτερη εναγομένη (και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), με την επωνυμία τότε "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α", ασφάλισε το ίδιο εργοστάσιό της για ζημίες από κινδύνους πυρκαγιάς για το διάστημα από τη 12η μεσημβρινή ώρα της 24.10.1997 μέχρι τη 12η μεσημβρινή ώρα της 24.10.1998.

Ειδικότερα η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την ασφάλιση των κτιριακών εγκαταστάσεων και των μηχανημάτων του εργοστασίου για ποσό 1.700.000.000 δραχμών και των εμπορευμάτων για ποσό 300.000.000 δραχμών... Στις 20.3.1998 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο παραπάνω εργοστάσιο λόγω τοποθέτησης εμπρηστικών μηχανισμών, η οποία κατέστρεψε μέρος του εσωτερικού χώρου του κονσερβοποιείου, τα εντός αυτού μηχανήματα, τα υλικά συσκευασίας και τμήμα της στέγης.

Στις 25.4.1998 εκδηλώθηκε νέα πυρκαγιά, συνεπεία της οποίας καταστράφηκε ολικά η κτηριακή εγκατάσταση, ο εξοπλισμός και τα μηχανήματα του συσκευαστηρίου, καθώς και υλικά συσκευασίας. Την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου η ασφαλισμένη τη γνωστοποίησε στις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες, η κρίση δε αυτή στηρίζεται και στις από 23.3.1998 και 23.4.1998 επιστολές της προς τη δεύτερη εναγομένη, που υπογράφει ο Ε.

Β., ο οποίος ενήργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό των νόμιμων εκπροσώπων της, κρίση η οποία ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε όλες τις έγγραφες συνεννοήσεις για τις πυρκαγιές αυτός εκπροσωπούσε την ασφαλισμένη (βλ. ενδεικτικά, εκτός από τις ως άνω επιστολές, το τηλετύπημα της εταιρείας πραγματογνωμόνων "ΜΑΝΟΣ ΕΠΕ", στην οποία η δεύτερη εναγομένη είχε αναθέσει την εκτίμηση των ζημιών και την από 26.4.2001 επιστολή της πρώτης εναγομένης, που απευθύνονται προς τον Ε.

Β....). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το άρθρ. 7 των γενικών όρων του πρώτου ασφαλιστηρίου εγκύρως συμφωνήθηκε α) ότι η ασφαλιστική εταιρεία έχει δικαίωμα να ακυρώσει χωρίς καμία δικαιολογία τη σύμβαση, με έγγραφη γνωστοποίηση προς τον ασφαλισμένο και β) ότι ο ασφαλιζόμενος μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του ασφαλιστηρίου του...

Η ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε", αποδεχόμενη την πρόταση της ασφαλισμένης εταιρείας περί ακύρωσης του ανωτέρω πρώτου ασφαλιστήριου συμβολαίου, ακύρωσε με την 7708595/8.12.1997 πρόσθετη πράξη της το συμβόλαιο αυτό, αναδρομικά από 15.11.1997 και το γνωστοποίησε στην ασφαλισμένη... Η κρίση ότι κατόπιν αιτήσεως της ασφαλισμένης ακυρώθηκε η σύμβαση και γνωστοποιήθηκε προφορικά η ακύρωσή της στην ασφαλισμένη ενισχύεται και από την από 2.3.2001 αίτησή της προς την πρώτη εναγομένη, που υπογράφει ο μέτοχος αυτής Ε.

Β., στην οποία αυτός αναφέρει "Παρακαλούμε όπως μας χορηγήσετε βεβαίωση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ανωτέρω συμβόλαιο έχει ακυρωθεί εξ υπαιτιότητάς μας κατόπιν της από 20.10.1997 αίτησής μας δι' ακύρωσιν". Με την από 5.6.1998 εξώδικη δήλωση η προσωρινή σύνδικος της ασφαλισμένης πτωχής εταιρείας, που επέδωσε στην πρώτη εναγομένη στις 15.6.1998, της ζήτησε πληροφορίες σχετικά με την ένδικη σύμβαση ασφάλισης και η τελευταία, με την από 24.6.1998 εξώδικη δήλωση, που της επέδωσε την 1.7.1998, της γνωστοποίησε την ακύρωση της σύμβασης.

Δεν ασκούν έννομη επιρροή: α) Το γεγονός ότι δεν προσκομίζεται έγγραφη αίτηση της ασφαλισμένης για την ακύρωση, αφού τόσο η κατάρτιση όσο και η λύση της σύμβασης ασφάλισης γίνονται με απλή συναίνεση..., β)..., γ) Το γεγονός ότι δεν προέκυψε έγγραφη γνωστοποίηση της ακύρωσης της σύμβασης... και δ) Το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη απέστειλε πραγματογνώμονες για την εκτίμηση των ζημιών, καθόσον τούτο συνιστά προληπτική ενέργεια διαφύλαξης των συμφερόντων της...

και όχι αναγνώριση της ύπαρξης ισχυρής σύμβασης ασφάλισης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι κατά τους χρόνους επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή στις 20.3.1998 και 25.4.1998, δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ της αρχικά ασφαλισμένης και της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", που να υποχρεώνει τη δεύτερη σε αποζημίωση της πρώτης, αφού η σύμβασή τους είχε με αίτηση της ασφαλισμένης ακυρωθεί αναδρομικά από 15.11.1997 και έτσι επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει με όμοιο τρόπο, απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Περαιτέρω, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, το Εφετείο, εκτιμώντας τα αυτά αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα: "Με το άρθρ. 9 των γενικών όρων του δεύτερου ασφαλιστηρίου μεταξύ της εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και της εταιρείας "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α." συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "Εάν τα δια του παρόντος συμβολαίου ησφαλισμένα αντικείμενα, εν όλω ή εν μέρει, είναι επίσης ησφαλισμένα δι' άλλων συμβολαίων, εκδιδομένων προ ή μετά την έναρξιν ισχύος του συμβολαίου τούτου, ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως από παντός δικαιώματος αποζημιώσεως εν περιπτώσει πυρκαϊάς, να δηλώσει τούτο εις την εταιρείαν, είτε επί τη συνάψει της ασφαλείας, εφόσον προϋφίστανται ταύτης αι έτεραι ασφαλίσεις, είτε αμέσως άμα τη συνάψει των ετέρων ασφαλίσεων, εφόσον αύται επηκολούθησαν, γινομένης γενικής μνείας τούτου, είτε εν τω ιδίω ασφαλιστηρίω είτε εκδιδομένης προς τούτο προσθέτου πράξεως, ήτις θέλει αποτελεί παράρτημα του παρόντος".

Όμως η ασφαλισμένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, παραβαίνοντας την πιο πάνω αναφερόμενη συμβατική υποχρέωσή της, αλλά και την υποχρέωσή της, που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρ. 15§1 του ν. 2496/1997, δόλια απέκρυψε ότι είχε ασφαλίσει την ίδια περιουσία και σε άλλο ασφαλιστή. Η δεύτερη εναγόμενη έλαβε γνώση της δόλιας απόκρυψης της προγενέστερης ασφάλισης μετά την επέλευση του κινδύνου, με συνέπεια να επέλθει η προβλεπόμενη από τη σύμβασή τους, αλλά και από το ν. 2496/1997, απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος και μάλιστα χωρίς να απαιτείται καταγγελία της σύμβασης.

Συνεπώς η αντένσταση της ενάγουσας... περί του ότι η ασφαλιζόμενη εταιρεία είχε γνωστοποιήσει την ύπαρξη της πρώτης ασφάλισης κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου κατά την κατάρτιση της σύμβασης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον, ανεξάρτητα από το ότι τούτο δεν προέκυψε από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, κρίνεται ότι αν υπήρχε γνωστοποίηση, τούτο θα αναφερόταν στο ασφαλιστήριο ή θα είχε εκδοθεί πρόσθετη πράξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 9 της σύμβασης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι εξ αιτίας της δόλιας παράλειψης της εταιρείας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" να γνωστοποιήσει στην εταιρεία "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.", ήδη κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους από 5.11.1997 ασφαλιστικής σύμβασης, την προγενέστερη μεταξύ αυτής και της εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." ασφάλιση, που ήταν τότε σε ισχύ και κάλυπτε, για τους ίδιους ασφαλιστικούς κινδύνους, το εργοστάσιό της, στο Β.

Κ., αυτή εξέπεσε από το δικαίωμα να διεκδικήσει από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία "ΓΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α." αποζημίωση για τις ζημίες που προκάλεσαν στο εργοστάσιό της οι πυρκαγιές της 20.3.1998 και της 25.4.1998, απέρριψε ακολούθως (το Εφετείο) στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, επικυρώνοντας αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει, κατ' αποτέλεσμα, με όμοιο τρόπο.

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ναι μεν η προβλεπόμενη στο άρθρ. 9 των γενικών όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, που σύναψε η εταιρεία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την εταιρεία "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.", αυτόματη έκπτωση της ασφαλισμένης εταιρείας από το δικαίωμα είσπραξης του ασφαλίσματος, αν παρέλειψε να δηλώσει αμέσως στην ασφαλιστική εταιρεία την ύπαρξη άλλης σε ισχύ ασφάλισης, προγενέστερης ή μεταγενέστερης, που να καλύπτει εν όλω ή εν μέρει την ίδια περιουσία, συνιστά υπό τη γενική αυτή διατύπωση ανεπίτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων της από την ασφαλιστική σύμβαση, όμως ο περιορισμός αυτός είναι επιτρεπτός κατά το άρθρ. 33§1 του ν. 2496/1997, αν η ασφαλισμένη εταιρεία παρέλειψε δόλια να γνωστοποιήσει την άλλη ασφάλιση στην ασφαλιστική εταιρεία και ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε πριν η ασφαλιστική εταιρεία να λάβει γνώση της παράλειψης αυτής, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε το Εφετείο σε σχέση με την ως άνω δεύτερη ασφαλιστική σύμβαση, αφού τότε ο περιορισμός αυτός είναι νόμιμος κατά τα άρθρ. 3§6εδ(α),(β) και 15§εδ(γ) του ν. 2496/1997.

Συνεπώς με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων αυτών και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε τελικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στο πλαίσιο της συνδέουσας την ήδη πτωχή εταιρεία με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστικής σύμβασης η δεύτερη είναι απαλλαγμένη από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος στην πρώτη, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο μέρος του πρώτου και του δεύτερου των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν κατά το μέρος αυτό, με το οποίο αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι ύστερα από αίτηση της πτωχής εταιρείας και πριν πάντως αυτή να κηρυχθεί σε πτώχευση ακυρώθηκε με την 7708595/8.12.1997 πράξη της εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας με απορρόφηση είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη, η από 23.5.1997 σύμβαση ασφάλισης που είχε η εταιρεία αυτή συνάψει με την μετέπειτα πτωχή εταιρεία για κινδύνους από πυρκαγιά του εργοστασίου της, στο Βέλος Κορινθίας, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αίτηση ακύρωσης δεν υποβλήθηκε από την εν λόγω εταιρεία ούτε ο Ε.

Β., αν υποτεθεί ότι αυτός ζήτησε προφορικά, για λογαριασμό της ασφαλισμένης εταιρείας, την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, είχε την αναγκαία προς τούτο ειδική εντολή του διοικητικού συμβουλίου της, ενώ και η ακυρωτική πράξη δεν γνωστοποιήθηκε εγγράφως στην ασφαλισμένη εταιρεία. Ωστόσο, κατά τη σύμβαση των διαδίκων, όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απαιτείτο για την ολοκλήρωση και τη συντέλεση της ακύρωσής της η γνωστοποίηση εγγράφως της πράξης ακύρωσης στην ασφαλισμένη εταιρεία, όπως άλλωστε δεν αξιώνεται ούτε από το ν. 2496/1997, ενώ αναιρετικά ανέλεγκτη είναι και η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο Ε.

Β. είχε εξουσιοδοτηθεί από τους νόμιμους εκπροσώπους της ασφαλισμένης εταιρείας να χειρίζεται τα σχετικά με την ασφαλιστική σύμβασή της θέματα και μπορούσε έτσι να ζητήσει και την ακύρωση της σύμβασης αυτής, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 18§§1&2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216 και 713 του ΑΚ, το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει μεν στο διοικητικό συμβούλιό της που ενεργεί είτε συλλογικώς είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, αναθέτει, ολικά ή μερικά, την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό, όμως δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε υπάλληλο της εταιρείας ή σε άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).

Μάλιστα τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 470/2006? 1005/2007? 112/2008? 1191/2009? 1789/ 2013).

Απαράδεκτα επίσης αμφισβητείται με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ζητήθηκε από την ασφαλισμένη εταιρεία η ακύρωση της ασφάλισής της, αφού πρόκειται και πάλι για παραδοχή που αφορά την ουσία της υπόθεσης και κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Πρέπει έτσι κατά τις παραπάνω αιτιάσεις να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο γίνεται επίκληση πλημμελειών από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι είναι σε κάθε περίπτωση ανεπαρκώς αιτιολογημένη η παραδοχή της ότι ο Ε.

Β. ζήτησε κατ' εντολή των νόμιμων εκπροσώπων της ήδη πτωχής εταιρείας την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης που η εταιρεία αυτή είχε συνάψει με την εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." και έτσι υπέπεσε η απόφαση σε πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ότι ο Ε.

Β., ενεργώντας κατ' εντολή των νόμιμων εκπροσώπων της ασφαλισμένης εταιρείας, ζήτησε με την από 20.10.1997 επιστολή του προς την εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." την ακύρωση της μεταξύ τους ασφαλιστικής σύμβασης, είναι σαφής και στηρίζεται, εκτός άλλων, και στις ειδικά αναφερόμενες στην απόφαση επιστολές και λοιπά έγγραφα. 4.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή εγγράφου κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 627/2003? 402/2004? 832/2009? 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993? 194/2005).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 8.12.1997 με αριθμό 7708595 πράξης ακύρωσης από την εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε" της ασφαλιστικής της σύμβασης με την εταιρεία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", β) των από 23.3.1998 και 23.4.1998 δυο επιστολών του Ε.

Β. προς την εταιρεία "ΓΚΟΤΑΕΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Α.", γ) του τηλετυπήματος της εταιρείας πραγματογνωμόνων "ΜΑΝΟΣ ΕΠΕ", δ) της από 2.3.2001 επιστολής (αίτησης) του Ε. Β. προς την εταιρεία "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." και ε) της από 26.4.2001 επιστολής της εταιρείας "ΑΣΤΗΡ Α.Α.Ε." προς τον Ε. Β.. Όμως η αναιρεσείουσα, αν και αιτιάται την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δεν προσδιορίζει, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε, το αληθινό, κατ' αυτή, περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, το οποίο, κατά την άποψή της, παραμόρφωσε το Εφετείο με τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του και συνεπώς πρωταρχικά ως αόριστος και κατ' επέκταση ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.12.2011 αίτηση της Μ. Χ. - Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3489/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει ως προς μεν την πρώτη αυτών, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ, ως προς δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που κατέθεσε προτάσεις, σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ