Legislator Case Law & Legislation
1324/2012 AI generated

1324/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1324/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1324/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ. "Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν... τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. και Σια Ε.Ε." που εδρεύει στη ..., τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο εκκαθαριστής Α. Δ. παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σωτηρόπουλο και 2) Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ' ου η κλήση: Β. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-8-2003 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5588/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 819/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2009 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 1332/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 24-10-2011 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2011 έκθεση του ήδη προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 1407Δ/2-12-2011 και 1408Δ/2-12-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24-10-2011 κλήσεως αυτών προς συζήτηση της υπό κρίση από 11-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 819/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (14-5-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους μη ασκήσαντες αίτηση αναιρέσεως αναγκαίους ομοδίκους των αναιρεσειόντων Χ. Δ. και Α. Δ. (άρθρο 76 παρ.3 σε συνδ. με 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ. "Οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν... τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους".

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Με προφορική σύμβαση έργου που καταρτίσθηκε το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1996 ο δεύτερος των εναγομένων [ήδη δεύτερος αναιρεσείων], ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης των εναγομένων [ήδη πρώτης αναιρεσείουσας] ετερόρρυθμης εταιρείας, της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος, ανέθεσε στον ενάγοντα [ήδη αναιρεσίβλητο] τη συντήρηση και αποκατάσταση κάθε βλάβης που θα προκαλείτο στις βιομηχανικού τύπου κεντηστικές μηχανές της εταιρείας, έναντι της συμφωνημένης μηνιαίας αμοιβής των 800.000 δραχμών, χωρίς να συνυπολογίζονται σ' αυτήν τα έξοδα για την αγορά των ανταλλακτικών και αναλώσιμων υλικών για τη συντήρηση των μηχανών και για τις μηχανουργικές εργασίες, τα οποία κατά τα συμφωνηθέντα βάρυναν την πρώτη των εναγομένων.

Από τις αρχές του έτους 1997 η πρώτη των εναγομένων άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή των οφειλών της και κατέβαλλε με καθυστέρηση στον ενάγοντα τη μηνιαία εργολαβική αμοιβή του και τα έξοδα της συντηρήσεως των κεντηστικών μηχανών της. Για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του 1997 μέχρι και τον Ιούλιο του 1998 η οφειλή της πρώτης των εναγομένων προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 15.200.000 δραχμών, για την εξασφάλιση δε αυτής ο δεύτερος των εναγομένων, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εξέδωσε σε διαταγή του επτά ...

μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού 15.200.000 δραχμών με ημερομηνίες εκδόσεως 31-11-1998, 30-12-1998 και 31-12-1998 αντίστοιχα, πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση και παρέδωσε στον ενάγοντα στις αρχές του μηνός Μαΐου του έτους 1998, εν γνώσει του ότι τόσο κατά την ημερομηνία εκδόσεώς τους όσο και κατά την ημερομηνία πληρωμής τους δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα για την πληρωμή τους.

Ο ενάγων εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 3-12-1998 και 5-1-1999 αντίστοιχα τις ανωτέρω επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, πλην όμως αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως αυτό βεβαιώθηκε επί του σώματος των επιταγών. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως του ενάγοντος εκδόθηκε η 918/1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο δεύτερος των εναγομένων διατάχθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των εν λόγω επιταγών, δηλαδή 15.200.000 δραχμές, νομιμοτόκως από την επομένη της εμφανίσεως για πληρωμή κάθε μίας επιταγής.

Στις 13-8-1998 με το .../ 1998 συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δεύτερος των εναγομένων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του (τρίτο και τέταρτη των εναγομένων) [ήδη μη διαδίκους Α. Δ. και Χ. Δ.], κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα, την επικαρπία ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην Ευρυάλη του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, εκτάσεως 433,54 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικοδομής που χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο, αποτελουμένης από ένα τριώροφο κτίσμα, επιφανείας 293,92 τ.μ.

και τρία ισόγεια κτίσματα, επιφανείας 91,35, 44,07 και 4,20 τ.μ. αντίστοιχα. Επίσης και την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου ο δεύτερος των εναγομένων είχε μεταβιβάσει, λόγω γονικής παροχής στα τέκνα του, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο καθένα με το .../31-12-1990 συμβόλαιο ... που μεταγράφηκε νόμιμα. Κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως της επικαρπίας του ανωτέρω ακινήτου (13-8-1998) ο δεύτερος των εναγομένων είχε: 1) την επικαρπία των 2/60 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου-οικοπέδου στο Μαρκόπουλο Αττικής εκτάσεως 785 τ.μ., επί της οποίας:

α) η Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας Αττικής επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στις 22-5-2001 για οφειλές του των ετών 1993 έως 2000 ύψους 25.910.393 δραχμώ ν... β) η "Α.Ε. Π." επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στις 4-3-1999 για οφειλή του ύψους 3.382.000 δραχμών ... και γ) εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης δυνάμει της 14005/1998 διαταγής πληρωμής, 2) την κυριότητα των 13/16 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (κατοικίας μετά του ακάλυπτου χώρου) που βρίσκεται στη Ρόδο, εκτάσεως του οικοπέδου 441,18 τ.μ., επί του οποίου είχε εγγραφεί υποθήκη το έτος 1990 για το ποσό του 1.400.000 δραχμών και είχε επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση το ίδιο έτος για το ποσό του 1.107.522 δραχμών ...

Επίσης κατά το έτος 1998 η πρώτη των εναγομένων είχε οφειλές προς τη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας ύψους 10.000.000 δραχμών, των οποίων έγινε ρύθμιση με την 641/ 30-11-1998 απόφαση, καθώς και οφειλές από ακάλυπτες επιταγές ύψους τουλάχιστον 70.000.000 δραχμών ... Ο δεύτερος των εναγομένων προέβη στη μεταβίβαση της επικαρπίας του προαναφερόμενου ακινήτου με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα, δηλαδή να ματαιώσει την ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς του, καθόσον η υπόλοιπη περιουσία του (το ακίνητο στο Μαρκόπουλο Αττικής και το ακίνητο στη Ροδο), βεβαρημένη με υποθήκες και αναγκαστικές κατασχέσεις, όπως προεκτέθηκε, αξίας κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως περίπου 30.000.000 δραχμών, δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος, ενόψει και των λοιπών οφειλών των δύο πρώτων των εναγομένων που υπερέβαιναν το ποσό των 150.000.000 δραχμών.

Κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων γνώριζαν ότι οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων οφείλουν στον ενάγοντα το ποσό των 15.200.000 δραχμών και ότι ο δεύτερος των εναγομένων τους μεταβίβασε την επικαρπία του ως άνω ακινήτου με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως αυτής, ενόψει της συγγενικής τους σχέσεως με το δεύτερο των εναγομένων (πατέρα τους) και της απασχολήσεώς τους στην προαναφερόμενη επιχείρηση (εργοστάσιο) αυτού ...".

Με βάση αυτές της παραδοχές το εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχαν απορριφθεί οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν αβάσιμες) και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος τους τις αγωγές και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα με βάση τη σύμβαση και το δεύτερο αναιρεσείοντα με βάση την αδικοπραξία να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 15.200.000 δραχμών ή 44.607,46 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως των αγωγών, απήγγειλε τη διάρρηξη της απαλλοτριώσεως που έγινε με το προαναφερθέν συμβόλαιο και απήγγειλε κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διαρκείας έξι μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της πιο πάνω καταψηφιστικής διατάξεως. Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 939 Α.Κ., που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής.

Συνεπώς είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ζήτημα της ανεπάρκειας των περιουσιακών στοιχείων που απέμειναν στο δεύτερο αναιρεσείοντα μετά την επίμαχη απαλλοτρίωση, για την ικανοποίηση της ένδικης κατ' αυτού απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 399/ 2011), κατά μείζονα δε λόγο αν το δικαστήριο δέχθηκε εν όλω ή εν μέρει τον προταθέντα ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται επίσης αν ο προταθείς ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως (εκ του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ., κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου) οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τους κατωτέρω ισχυρισμούς και αιτήματα που είχαν προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν νόμιμα στο εφετείο, ήτοι:

α) το αίτημά τους για αναβολή (αναστολή) της δίκης κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. μέχρι την τελεσίδικη ή αμετάκλητη περάτωση της δίκης επί της από 2-2-1999 ανακοπής του δευτέρου από αυτούς κατά της 918/1999 διαταγής πληρωμής, η οποία είχε εκδοθεί με βάση τις επιταγές που αναφέρονται στις ένδικες αγωγές, β) την ένστασή τους περί εξοφλήσεως της επίδικης απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, γ) την ένστασή τους περί εκκρεμοδικίας σε σχέση με την επικουρική βάση των ένδικων αγωγών για διάρρηξη των φερομένων ως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών, η οποία (επικουρική βάση) συμπίπτει με την κύρια βάση άλλης προηγούμενης από 2-2-1999 αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) την ένστασή τους περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ε) την ένστασή τους περί αοριστίας των ένδικων αγωγών, στ) την ένστασή τους ότι στις ένδικες αγωγές δεν περιέχονται όλα τα αναγκαία στοιχεία της παυλιανής αγωγής και ζ) την ένστασή τους περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά τα σκέλη του με τα στοιχεία α, β, ε, στ και ζ ως αβάσιμος, διότι το εφετείο έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους σ' αυτά ισχυρισμούς και αιτήματα και ειδικότερα: Απέρριψε το υπό στοιχείο α αίτημα ρητώς, δέχθηκε εν μέρει τον υπό στοιχείο ζ ισχυρισμό περί παραγραφής (κατά το μέρος του που αφορά τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του αναφερόμενου στις αγωγές ακινήτου) και τον απέρριψε κατά τα λοιπά (κατά το μέρος του που αφορά τη μεταβίβαση της επικαρπίας του ίδιου ακινήτου), τους δε υπό στοιχεία β, ε και στ ισχυρισμούς απέρριψε εκ του πράγματος.

Τούτο διότι, ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιηθείσα ορολογία και φρασεολογία, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως σαφώς προκύπτει, ως παραδοχή του δικαστηρίου, ότι οι μεν αγωγές (το νομικώς ουσιώδες περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στην απόφαση) είναι επαρκώς ορισμένες και νομικά βάσιμες, το δε οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο εργολαβικό αντάλλαγμα και οι αντιστοίχως εκδοθείσες επιταγές δεν είχαν εξοφληθεί.

Κατά το σκέλος του με το στοιχείο γ ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού από αυτόν δεν καθίσταται σαφές ποιο ήταν το αντικείμενο της "άλλης προηγούμενης αγωγής" που φέρεται ότι είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος κατά των αναιρεσειόντων. Τέλος, κατά το σκέλος του με το στοιχείο δ ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί καθ' ύλην αναρμοδιότητος του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν μη νόμιμος και συνακόλουθα δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τούτο διότι οι ένδικες αγωγές, περιέχοντας μεταξύ άλλων και αίτημα διαρρήξεως καταδολιευτικών δικαιοπραξιών (δηλαδή αίτημα διαπλαστικό, μη αποτιμητό σε χρήμα και μη υπαχθέν με βάση οποιαδήποτε άλλη ειδική διάταξη στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου), υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου (άρθρο 18 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση διότι κατά το άρθρο 47 Κ.Πολ.Δ.

απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου.

Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, εκτός των αναφερομένων σ' αυτήν εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι αφενός μεν παραβίασε την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, απαγγέλλοντας συγχρόνως διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και προσωπική κράτηση σε βάρος του δευτέρου από αυτούς, αφετέρου δε απήγγειλε προσωπική κράτηση σε βάρος του δευτέρου από αυτούς παρόλο που είχε υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας του, παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 1048 περ.γ Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι για τη θεμελίωσή του οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν προταθεί παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Δ. και Σια Ε.Ε." και του Α. Δ. για αναίρεση της 819/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ