1324/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1324/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Full text
Απόφαση 1324 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Μαρούπα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Χ. - Σ. Τ. και Σία ΟΕ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Ποδηματά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4868/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 777/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 30-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτη και την από 17-9-2010 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή στην ουσία η έφεση και το Εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του Εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει (ΟλΑΠ 40/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττονται τόσο η πρωτόδικη 4868/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όσο και η επ' αυτής 777/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Η τελευταία, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με συνέπεια η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να ενσωματωθεί σε εκείνη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη, και για τον επιπλέον εξάλλου λόγο ότι η κατάθεση του αναιρετηρίου δεν έχει γίνει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Πράγματα, επομένως, δεν συνιστούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα οι ισχυρισμοί τους που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής ή ειδικής αρνήσεως της και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και πέμπτο, κατά ένα μέρος λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του α)ότι έχει υποβάλλει τις από 18-2-2005 και 19-7-2005 μηνύσεις για απάτη και πλαστογραφία η πρώτη και ψευδή βεβαίωση η δεύτερη, "τις οποίες ουδόλως σχολιάζει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση" και β)τον ισχυρισμό του ότι δεν γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση και συγκεκριμένα την ύπαρξη χρεών της μεταβιβασθείσης σ' αυτόν επιχειρήσεως.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αλλά επιχειρήματα υποστηρικτικά της αρνήσεως της αγωγής της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "εξουσιοδότηση και τα επίδικα μισθωτήρια από τα οποία προέκυπτε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι υπογραφές δεν είναι δικές του" τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων δεν εξειδικεύει την ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων, ούτε προσδιορίζει το περιεχόμενο τους, ούτε καθορίζει στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού προσκόμισε αυτά, καθώς και τους λόγους για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
IV. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 αναιρετικός λόγος ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σχημάτισε την ουσιαστική κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν. Επομένως, δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
V. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολομ.Α.Π. 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως υπό την επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) "στερείται επαρκών αιτιολογιών στο ζήτημα των υπογραφών στα έγγραφα έναρξης εμπορικής δραστηριότητας ή της συναίνεσης του αναιρεσείοντος στις πλαστές τεθειμμένες" και επιπλέον β) έχει ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, αναφορικά με το ζήτημα "αν είναι γνήσιες οι υπογραφές του αναιρεσείοντος σε όλα τα έγγραφα πλην των μισθωτηρίων και από πού που προκύπτει αυτό".
Ο κατά τον ανωτέρω τρόπο διατυπούμενος λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, πλέον του ότι δεν αναφέρονται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση αυτών, ενώ δεν είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση από ποιο στοιχείο αποδείχθηκε ή όχι ορισμένο περιστατικό, αλλά αρκεί να εκτίθεται πλήρως και σαφώς μόνον τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Απαράδεκτος είναι επίσης και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη του περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, προεχόντως διότι ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται μόνον στην περίπτωση ελλείψεως αιτιολογίας των πραγματικών περιστατικών της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτιμώμενος δε πράγματι ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι επίσης απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ούτε διαλαμβάνεται ότι προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως στο εφετείο με λόγο εφέσεως ο σχετικός ισχυρισμός.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση της (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και έχει αντικείμενο την συνομολόγηση και εμπορία (χονδρική και λιανική) ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών παραγωγής και αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, κατά τις κατωτέρω ημερομηνίες πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγόμενη, ετερόρρυθμη εταιρεία που εδρεύει στη ...
Αττικής και διατηρούσε ατομική επιχείρηση πώλησης ειδών κινητής τηλεφωνίας με τον διακριτικό τίτλο "ΜΙLLΕΝΙUΜ ΝΕΤ", τα ακόλουθα κινητά πράγματα : στις 29-10-2004 δέκα τεμάχια 760V-DVD ΡLΑΥ WIΤΗ 7" LCD ΜΟΝΙ, αντί συνολικού τιμήματος 4665,58 € (βλ το με αριθμό 5291 /29-10-2004 τιμολόγιο) και δύο τεμάχια LM-H17 CLSA 17" LCD ΜΟΝΙΤΟR ΤV ΤUNER αξίας 1338,98 € και ένα τεμάχιο ΟΧ-3700DV ΜΙCRO STEREO SYSTEM RDS, αξίας 170,42 € πλέον του νόμιμου ΦΠΑ 18%, ήτοι συνολικού τιμήματος 1781,09 € (βλ.
το με αριθμό 5308/29-10-2004 τιμολόγιο), στις 3-11-2004 επτά τεμάχια DV-FΧ7000Ε DVD/DIVX ΡLΑΥΕR, αντί τιμήματος 587,30 € πλέον ΦΠΑ 18%), επτά τεμάχια DV-Ρ53805 DVD ΡLΑΥΕR 2,0 αντί τιμήματος 412,30 € πλέον ΦΠΑ 18% επτά τεμάχια ΡΒ-Ρ300 CD DISCΜΑΝ /ΜΡ3 ΡLΑΥER, αντί τιμήματος 400,70 € πλέον ΦΠΑ 18%, επτά τεμάχια ΡΟ-ΧΕ474ΟR SUPER SLIΜ CD DISKΜΑΝ 45 SΕCΤ, αντί τιμήματος 380,41 € πλέον ΦΠΑ 18%, επτά τεμάχια 2000 ΑΗR ΗΕΑDΡΗΟΝΕ, αντί τιμήματος 193,16 € πλέον ΦΠΑ 18%, επτά τεμάχια LΜ-Η17 (CLSA 17" LCD ΜΟΝΙΤΟR TV ΤUΝΕR, αντί τιμήματος 4686,43 € πλέον ΦΠΑ 18%.
ένα τεμάχιο LΜ Η 30C JCSA3O'' LCD ΜΟΝΙΤΟR TV ΤUΝΕR, αντί τιμήματος 1650,85 € πλέον ΦΠΑ 18%, τρία τεμάχια ΟΚ-3700DVΜΙCRO SΤΕRΕΟ SΥSΤΕΜ RDS, αντί τιμήματος 511,27 € πλέον ΦΠΑ 18% και συνολικά 10410,47 € (βλ το με αριθμό 5371/3-11-2004 τιμολόγιο), στις 9-11-2004 έξι τεμάχια LΜ-Η17 CLSΑ, 17" LCD ΜΟΝΙΤΟR ΤV ΤUΝΕR, αντί τιμήματος 4016,94" € πλέον ΦΠΑ 18% και συνολικά 4739,99 € (βλ.
το με αριθμό 5469/9-11-2004), στις 16-12-2004 ένα τεμάχιο LΜ-Η23 CJSA 23" LCD ΜΟΝΙΤΟR ΤV ΤUΝΕR, αντί τιμήματος 1169,49 € πλέον ΦΠΑ 18%, έξι τεμάχια ΡD-Χ4440 CD DISCΜΑΝ 45 SΕC, αντί τιμήματος 236,15 € πλέον, ΦΠΑ 18%, έξι τεμάχια ΡD-Ρ544ΟF CD/ΜΡ3 WΙΤΗ RΑDΙΟ, αντί τιμήματος 345,77 € πλέον ΦΠΑ 18%, πέντε τεμάχια DV ΡΧ7500 DVD/DIVΧ ΡLΑΥΕR, αντί τιμήματος 419,50 € πλέον ΦΠΑ 18%, και συνολικά 2561,67 € (βλ.
το με αριθμό 6149/16-12-2004 τιμολόγιο) και σας 23-12-2004 ένα τεμάχιο 760V -DVD ΡLΑΥ WΙΤΗ 7" LCD ΜΟNI αντί τιμήματος 465,99 € (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 18%) (βλ. το με αριθμό 6284/23-12- 2004 τιμολόγιο). Το τίμημα των παραπάνω ειδών πιστώθηκε κατά τα επιμέρους ποσά κάθε τιμολογίου για 120 ημέρες από την έκδοση έκαστου εξ αυτών. Μάλιστα χάριν καταβολής του παραπάνω συνολικού τιμήματος των 24.624,79 €, η πρώτη εναγόμενη εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας τις τραπεζικές επιταγές με αριθμό ..., ...
της Τράπεζας Πειραιώς και ... της EUROΒΑΝΚ ποσού 5.000 € η πρώτη, 5597 € η δεύτερη και 5000 € η τρίτη με ημερομηνίες έκδοσης 31-12-2004, 1-3-2005 και 5-5-2005 αντίστοιχα, οι οποίες, αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότριας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2004 μεταβίβασε το σύνολο της επιχείρησης της στον δεύτερο εναγόμενο ο οποίος έτσι αναδέχθηκε σωρευτικά τα χρέη της, μέχρι την αξία του ενεργητικού της μεταβιβασθείσας επιχείρησης.
Ειδικότερα, αυτός με το από 17-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης επαγγελματικής μίσθωσης καθώς και τα, από 22-12-2004 επίσης 22-12-2004 και 29-12-2004 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης καταστήματος, μίσθωσε τα καταστήματα επί των οδών: α) ... αρ. 40 και ..., β) ... και ... αρ. 286-28, γ) ... αρ. 2 και δ) ... αρ. 4, τα οποία μέχρι τότε μίσθωνε η πρώτη εναγόμενη για να στεγάσει την επιχείρηση της (δηλαδή το κεντρικό κατάστημα και τα δύο υποκαταστήματα της).
Η επιχείρηση αυτή έκτοτε λειτουργούσε εκεί, με τα ίδια πάγια στοιχεία και τον ίδιο διακριτικό τίτλο πλην όμως, στο όνομα του δεύτερου εναγόμενου. Αυτός συνέχισε να λειτουργεί αυτήν μέχρι τις 7-2-2005, οπότε πληροφορήθηκε την ύπαρξη χρεών αυτής και υπέβαλε δήλωση διακοπής των εργασιών της επιχείρησης στη ΔΟΥ ...ς και την μεταβίβασε περαιτέρω στον σύζυγο της πρώτης εναγομένης Ά.
Τ. που την λειτουργεί μέχρι σήμερα. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, υπαλλήλου της και υπευθύνου πωλήσεων στην Αθήνα, ο οποίος μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της πρώτης από τις ανωτέρω τραπεζικές επιταγές, που είχε εκδώσει και παραδώσει η πρώτη εναγομένη στην ενάγουσα, μετέβη αυτοπροσώπως τον Ιανουάριο του 2005 στην έδρα της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στην οδό ...
αρ. 7, στη ... μαζί με έτερο υπάλληλο της ενάγουσας προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την νόμιμη εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης και να εισπράξουν τα κατά τα άνω οφειλόμενα. Τότε αυτοί πληροφορήθηκαν από μία υπάλληλο ..... δεν ευσταθεί, καθόσον όπως προκύπτει στην από 27-12-2004 υπεύθυνη δήλωση του (από παραδρομή σε αυτήν έχει τεθεί ημερομηνία 27-12-2003) προς την Ε' ΔΟΥ Πειραιώς με την οποία εξουσιοδοτούσε τρίτο πρόσωπο και ειδικότερα την Χ.
Α. να τον εκπροσωπήσει για την έναρξη της λειτουργίας των υποκαταστημάτων του και την μεταφορά της έδρας από Ε' ΔΟΥ Πειραιά στην ΔΟΥ Νίκαιας, όπως και στην από 3-2-2004 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου προς την ΔΟΥ Νίκαιας, με την οποία εξουσιοδοτούσε κάποιον ονόματι Ε. Σ. να τον εκπροσωπήσει για την διακοπή της επιχείρησής του, βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής αυτούς (δεύτερου εναγόμενου) από τον Υπαστυνόμο Α' Π.
Π. του Αστυνομικού Τμήματος Εξαρχείων. Το γεγονός ότι τα παραπάνω έγγραφα φέρουν τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δευτέρου εναγομένου, από τον ίδιο Αστυνομικό (Υπαστυνόμο Π. Π.) δεν είναι ασύνηθες αφού κατά κανόνα σε κάθε Αστυνομικό τμήμα ο ίδιος Αστυνομικός είναι επιφορτισμένος για τη βεβαίωση του γνησίου υπογραφής.
Εξάλλου για την ανωτέρω βεβαίωση του γνησίου υπογραφής από τον ίδιο Αστυνομικό, η μάρτυς του δεύτερου εναγόμενου, εξεταζόμενη στο ακροατήριο κατέθεσε ότι το θέμα διερευνήθηκε από το αρμόδιο Αστυνομικό τμήμα δίχως, όμως, να αναφέρει περαιτέρω το πόρισμα της έρευνας, ενώ δεν προσκομίζεται κάποιο σχετικό έγγραφο σχετικά με το επιλήψιμο της βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής από τον ίδιο αστυνομικό, που επικαλείται ο εναγόμενος.
Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί, βάσιμος, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δεν υπέγραψε αυτός τα παραπάνω έγγραφα και τα λοιπά έγγραφα που ήταν απαραίτητα για την έναρξη της επιχείρησης στο όνομά του, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός αγνοούσε τη μεταβίβαση της επιχείρησης σε αυτόν, καθόσον τα άτομα που επικαλείται ότι τα υπέγραψαν, Π.
Κ., Ά. Τ., σε βάρος των οποίων έχει υποβάλει και μήνυση είχαν τη συναίνεση του να ενεργήσουν ό,τι ήταν απαραίτητο για την έναρξη της επιχείρησης στο όνομα του. Να σημειωθεί ότι η πρώτη από τους παραπάνω Π. Κ. είναι αυτή που λειτουργούσε την επιχείρηση που μεταβιβάσθηκε και ο δεύτερος Ά. Τ. είναι σύζυγος αυτής, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο δεύτερος εναγόμενος.
Ο ισχυρισμός εξάλλου του παραπάνω εναγομένου ότι αγνοούσε τη μεταβίβαση της επιχείρησης στο όνομα του αποδυναμώνεται από δύο αποδείξεις ταμειακής μηχανής που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα με ημερομηνία 7-1-2005 και 8-1-2005, η πρώτη του Υποκ/τος ... και η δεύτερη του Υποκ/τος ... στις οποίες αναγράφεται ο διακριτικός τίτλος της πρώτης εναγομένης " Μillenioum Νet " και κάτωθι του διακριτικού τίτλου το ονοματεπώνυμο του δεύτερου εναγομένου "Λ.
Σ.". Πέραν των ανωτέρω για το εν λόγω θέμα σαφής είναι η κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας Β. Λ. που εξετάσθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία κατέθεσε επί λέξει: "Ο Σ. Λ. γνώριζε για τη μεταβίβαση. Την γνώση του αυτή τη γνωρίζω από τα εξής περιστατικά: Η κα Κ. συγκέντρωνε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη μεταβίβαση της επιχείρησης στον κ.
Λ., δηλαδή φωτοτυπία του Δελτίου αστυνομικής Ταυτότητας φορολογικά στοιχεία ... . Κάποιο απόγευμα της περιόδου εκείνης, δηλαδή τέλη Δεκεμβρίου που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ο κ. Λ. επισκέφθηκε το κατάστημα ... για να ενημερωθεί για τη μεταβίβαση, δηλαδή ήρθε και μίλησε με την Κ. για την πορεία της μεταβίβασης.".
Εξάλλου, και ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος συνομολογεί ότι για διευκόλυνση της πρώτης εναγόμενης, με τον σύζυγο της οποίας διατηρούσε φιλικές σχέσεις, δέχθηκε καταρχήν να υπεισέλθει στις μισθώσεις των καταστημάτων της επιχείρησης της ως νέος της μισθωτής αυτών και υπέγραψε τα σχετικά (προαναφερόμενα) ιδιωτικά συμφωνητικά, χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει κάποια εξήγηση για το θέμα αυτό.
Είναι άξιο απορίας, πως δέχθηκε, ιατρός ων, να συμβληθεί ως μισθωτής και να υπογράψει τα σχετικά μισθωτήρια που αναφέρθηκαν, αν δεν είχε σκοπό να διαδεχθεί την επιχείρηση της πρώτης εναγομένης. Και περαιτέρω, πως δέχθηκε να καταβάλει τα σημαντικά των εγγυήσεων που αναφέρονται στα εν λόγω μισθωτήρια, αν δεν απέβλεπε στη μεταβίβαση σε αυτόν της παραπάνω επιχείρησης.
Ειδικότερα για το κατάστημα της οδού ... στον όρο 4 του μισθωτηρίου αναγράφεται ότι ο μισθωτής κατέβαλε το ποσό των 8.400 € στον εκμισθωτή ως εγγύηση, ενώ για το κατάστημα της οδού ... και ... στον αυτό ως άνω όρο 4 αναγράφεται ότι ο μισθωτής κατέβαλε στον εκμισθωτή επιταγή της ΟΜΕGΑ ΒΑΝΚ με αριθμό 10153808-1 και ημερομηνία 30-6-2005 ποσού 14.000 € ως εγγύηση.
Αν η συμμετοχή του στις παραπάνω μισθώσεις ήταν τυπική όπως επικαλείται πως δέχθηκε να εκδώσει την προαναφερθείσα επιταγή. Τέλος το γεγονός της υποβολής δήλωσης διακοπής των εργασιών της επιχείρησης εκ μέρους του δεύτερου, εναγομένου στις 7-2-2005 στη ΔΟΥ Νίκαιας, με αναδρομική ενέργεια από 30-12-2004 (ημερομηνία δήλωσης έναρξης εργασιών) δεν ασκεί έννομη επιρροή για την προκειμένη υπόθεση καθόσον αφορά στη φορολογική μεταχείριση αυτού και δεν αίρει την σωρευτική (εκ του) νόμου) αναδοχή εκ μέρους αυτού των χρεών της μεταβιβασθείσας επιχείρησης της πρώτης εναγομένης και της συνακόλουθης, εις ολόκληρο ευθύνης του με αυτήν, για την καταβολή της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει την αξία του ενεργητικού της επιχείρησης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη καθόσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο παρόν δικαστήριο, και να υποχρεωθεί αυτός, εις ολόκληρο, με τη συνεναγόμενή του, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.624,79 €, και δη το ποσό κάθε επιμέρους τιμολογίου νομιμότοκα μετά την πάροδο 120 ημερών από την έκδοση του, δηλαδή το ποσό των 6.446,67 € με νόμιμο τόκο από 2-3-2005, 10.410,47 € από 4-3-2005, 4.739,99 € από 10-3-2005, 2.561,67 € από 17-4-2005 και 465,99 € από 23-4-2005 μέχρι εξοφλήσεως.
Τα παραπάνω αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δέχθηκε την αγωγή και ως προς το δεύτερο εναγόμενο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του περί πλαστότητας των υπογραφών του, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί 1ος 20ς 3ος και 4ος λόγοι της έφεσης που υποστηρίζουν αντίθετα ...".
Με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρη, σαφή και μη αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει χωρίς αμφιβολία, το διατακτικό της. Κατά συνέπεια, σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VI. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Ενόψει αυτών, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραβιάσθηκε, κατά τον αναιρεσείοντα, ευθέως η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για τη βασιμότητα της αγωγής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό αλλά ούτε καθορίζεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου.
VIΙ. Κατά την παράγραφο 2 εδάφιο α', β' του άρθρου 569 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 143/1984, Ολ.ΑΠ 654/1984, ΑΠ 40/2005, ΑΠ 1462/2004, ΑΠ 1265/2004, ΑΠ 713/2004, ΑΠ 682/2004, ΑΠ 1456/2003, ΑΠ 779/2003). Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη που ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι η μεταγενέστερη, μετά από αναβολή ή ματαίωση προσδιορισθείσα (Ολ.ΑΠ 143/84, Ολ.ΑΠ 654/84, ΑΠ 577/92, ΑΠ 1431/91, ΑΠ 404/90, ΑΠ 1265/2004, ΑΠ 682/2004, ΑΠ 9/2004, ΑΠ 8/2004).
Από το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά (και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν, ότι το δικαστήριο, πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπάγγελτα, εξάγεται, ότι, αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις για την άσκηση των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπάγγελτα τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΑΠ 1462/2004, ΑΠ 713/2004, ΑΠ 1456/2003, ΑΠ 1684/1990, ΑΠ 830/1988, ΑΠ 403/1995, ΑΠ 513/1995, ΑΠ 690/1992).
Στην παρούσα περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας απορρέει: α) η αίτηση αναίρεσης, κατά της με αριθμό 777/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, ασκήθηκε στις 16.1.2008 και η συζήτηση της ορίστηκε με πράξη του αρμοδίου Προέδρου του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου για την 11η Μαΐου 2009, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27.9.2010. Οι πρόσθετοι, όμως, λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν στις 21.6.2010, με κατάθεση τους στην αρμόδια Γραμματεία του Αρείου Πάγου (βλ. 104/2010 πράξη κατάθεσης τους), δηλαδή όχι μέσα στην προθεσμία που πιο πάνω σημειώθηκε. Επομένως, σύμφωνα με τα νομικά δεδομένα που προπαρατέθηκαν, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Μετά απ' αυτά η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους για τους λόγους που προεκτέθηκαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2008 αίτηση του Σ. Λ. και τους από 20.6.2010 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 777/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της 4868/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ