Legislator Case Law & Legislation
1324/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding inadmissible evidence and civil law violations.

Case Number 1324/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence lacking legal form, but the court held that such evidence could still be weighed as presumptive facts. Furthermore, the court determined that violations of procedural rules regarding evidence submission do not constitute grounds for appeal under the Civil Procedure Code unless they fall within specific exceptions. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527, 529, 559 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court holds that evidence failing formal requirements remains admissible as presumptive facts, and procedural violations do not justify appeal unless they fall within the specific grounds enumerated in the relevant articles.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Inadmissible Evidence Appeal Grounds Presumptive Facts Procedural Violation Legal Costs Second Instance Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 669 of the Civil Code
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Articles 432 and 443 of the Code of Civil Procedure
Articles 1 and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Articles 527 and 529 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 18/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1324/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμ-ματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξό-πουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Βερβεσό και Φώτη Μαυρίκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (Τ.Ε.Ι.) ΛΑΜΙΑΣ", το οποίο εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παρασκευουλάκο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 7-12-2009 δήλωσή του και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-4-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 25-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Ο ορθός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (Ολ ΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, αρθρ. 11 Α.Ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν απαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (αρθρ. 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του Β.Δ της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, η οποία μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη.

Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ, σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, που δεν προβλέπονται από το νόμο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δημοσίου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με της οποίας τα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή τη μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν, 1404/1983, υπάγεται ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 με τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαδικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω συμβάσεις δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 19 του Ν. 1404/1983 η εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο αυτής έως τις 10-7-2001 με δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής έως τις 10-7-2002.

Με τη ρήτρα 2 του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας ορίζεται ότι εφαρμόζεται αυτή σε όλους τους εργαζόμενους, που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως καθορίζεται από τη νομοθεσία, τις σ.σ.ε. ή την πρακτική του κάθε Κράτους μέλους, ενώ με τη ρήτρα 5 του παραρτήματος της αυτής οδηγίας ορίζεται ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση, που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο, που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους, που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α)θεωρούνται διαδοχικές και β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα Π.Δ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενου με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.

Με το άρθρο 5 του τελευταίου Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ....

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι διατάξεις του Π.Δ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο του 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την ως άνω προσαρμογή από 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην προαναφερόμενη Οδηγία.

Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζονται τα εξής: "1) Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής συμβάσεως κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις, αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την ανεγραφόμενη στην αρχική σύμβαση. Η επιλογή με το ανωτέρω Π.Δ. των εν λόγω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας, έγινε αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, ένεκα των οποίων και η θέσπιση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει. Έτσι, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2002 μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ αυτού (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007 ΑΠ 1307/1208 και 1308/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Στις 15-9-1999 το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΤΕΙ) ΛΑΜΙΑΣ" συνήψε με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου η τελευταία να εργασθεί ως υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού από 15-9-1999 έως 15-5-2000, η οποία παρατάθηκε στη συνέχεια με έγγραφο συμφωνητικό μέχρι τις 5-7-2000.

Στη συνέχεια προσελήφθη ως επιστημονικός συνεργάτης, με ελλιπή προσόντα, στο τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων αυτού, με ωριαία αντιμισθία και με εκπαιδευτικό-διδακτικό έργο συνολικής απασχόλησης αρχικά τριών ωρών εβδομαδιαίως, ενώ με την από 13-10-2000 απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος της ανατέθηκε και επιπλέον έργο 9 ωρών εβδομαδιαίως, με κύριο αντικείμενο την παροχή νομικών υπηρεσιών και τη μελέτη σπουδαστικών θεμάτων.

Η διάρκεια της ως άνω σύμβασης ορίστηκε από 28-9-2000 μέχρι 22-6-2001. στη συνέχεια το αναιρεσίβλητο προσέλαβε και πάλι την αναιρεσείουσα, δυνάμει των αναφερομένων τεσσάρων αλλεπαλλήλων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να προσφέρει σ' αυτό τις υπηρεσίες της υπό την ως άνω ιδιότητά της με ωριαία αντιμισθία με ημερομηνία λήψεως της τελευταίας συμβάσεως την 24-6-05.

Οι συμβάσεις αυτές είναι διαδοχικές με μικρές διακοπές εκάστου σπουδαστικού έτους. Στη συνέχεια, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από 15-9-1999 έως 24-6-2005 κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου, αφού το ως άνω τμήμα, όπου εργαζόταν, χρειαζόταν, για την ομαλή λειτουργία του, σε σταθερή και καθημερινή βάση τις υπηρεσίες της, δεδομένου ότι ήταν η μόνη που ασχολείτο για το οποίο διέθετε και τα απαιτούμενα προσόντα ως πτυχιούχος της Νομικής Σχολής.

Εξάλλου, οι συμβάσεις της αναιρεσίβλητης ανανεώνονται σταθερά και με τέτοια διάρκεια και συχνότητα, ώστε να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι πρόκειται για ανάγκας που συνδέονται με την καλή λειτουργία του ως άνω τμήματος του αναιρεσίβλητου. Επίσης, δέχτηκε το Εφετείο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 1 του ΠΔ 164/2004, δηλαδή η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη της ισχύος αυτού (19-7-2004), μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, καθώς και η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσιβλήτου.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει εν μέρει αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή, ως προς την βάση αυτής περί: 1) αναγνωρίσεως ότι η αναιρεσείουσα συνδέεται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 15-9-1999 και 2) υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας και δέχτηκε την αγωγή κατά τη βάση που στηριζόταν στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα συνδέεται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως (από 09.00 έως 13.00') από τις 19-7-2004.

Έτσι, το Εφετείο με την ως άνω κρίση του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1β, 3 ν.2112/1920, και 21 παρ. 1 Ν. 2190/1994 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και απέρριψε την πρώτη βάση της ένδικης αγωγής. Επίσης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 5 παρ. 1και 11 παρ.1 του ΠΔ/τος 164/2004, ως προς τον χρόνο έναρξης ισχύος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσείουσας με το αναιρεσίβλητο από 19-7-2004, καθώς και ως προς το ζήτημα της μειωμένης απασχόλησης της αναιρεσείουσας στο αναιρεσείον ήτοι:

επί τετράωρο ημερησίως. Επομένως οι, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις περί του αντίθετου αιτιάσεις του είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11α ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 671 εδ.α' και 674 παρ.2 εδ.α' του ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με τη δε δεύτερη, ότι τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνονται επιτρεπτώς υπ' όψη από το Εφετείο και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου για λήψη τους υπ' όψη ως τέτοιων στην τακτική διαδικασία.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο, που δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από το αναιρεσίβλητο, τα οποία δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου να ληφθούν ως τέτοια, γιατί δεν είχαν τα στοιχεία έγκυρου εγγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 432 και 443 ΚΠολΔ.

ήτοι το πόρισμα της διεξαχθείσας από το αναιρεσίβλητο ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε.) καθώς και το από 7-11-2006 διαβιβαστικό έγγραφο του αναιρεσι-βλήτου, τα οποία: α) είναι απλές φωτοτυπίες και ως εκ τούτου στερούνται αποδεικτικής δύναμης, β) το πόρισμα της ΕΔΕ δεν καταλήγει σε συμπέρασμα, δεν υπογράφεται από τον συντάξαντα αυτό και δεν φέρει βεβαία χρονολογία, δ) φέρει ως αριθ.

πρωτοκ. 3340/15-9-2006,ενώ η τελευταία κατάθεση της εξετασθείσας μάρτυρας ... φέρεται ότι δόθηκε στις 30-10-2006, ε) περιέχει δε και πλημμέλειες, αναγόμενες σε παράθεση περιλήψεων με επιλεκτικές αναφορές του συντάξαντος αυτό, δεν συνοδεύεται με αυτούσιες μαρτυρικές καταθέσεις, δεν αναφέρει το γραφείο στο οποίο υπηρετούσαν από το έτος 1999 έως το 2005 οι αναφερόμενοι εξετασθέντες υπάλληλοι.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο μπορούσε να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει, ως τεκμήρια, μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα από τα διάδικα μέρη αποδεικτικά στοιχεία, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έστω και αν δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου.

Από τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνάγεται ότι μόνο η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τους από αυτές προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικαίου όχι δε και η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, αφού μόνο η παραβίαση ορισμένων δικονομικών κανόνων δημιουργεί λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 14-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, το οποίο αν δεν τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεύτερο και τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 11 περ.α, ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη έγγραφα, παρόλο ότι προσκομίσθηκαν από το αναιρεσίβλητο απαραδέκτως κατ' άρθρ. 527, 529 ΚΠολΔ το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, αφού δεν αποτελούσε νέο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 527 529 ΚΠολΔ είναι δικονομικέ και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, η δε λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων τα οποία το πρώτον προσκομί-σθηκαν ενώπιόν του ανήκε στην ανέλεγκτη κρίση του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-4-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 161/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ