Legislator Case Law & Legislation
1324/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal for failure to examine alternative claim basis and evidence in civil case.

Case Number 1324/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The Court found the lower court erred by dismissing the primary claim while failing to examine the alternative claim basis and specific evidence regarding salary agreements. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Articles 335, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a violation of substantive law requires the appellant to explicitly state the factual assumptions adopted by the court of first instance, and a failure to examine an alternative claim basis or specific evidence constitutes grounds for remand.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure alternative claim basis failure to examine evidence remand for retrial substantive law violation labor dispute appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 339, 340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1324 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Θάνο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας με την επωνυμία «ΑΡΙΣΤΟΣ ΦΙΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΗΛΕΚΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΡΤΩΝ», που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη Έβρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Αυγούστου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2274/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή του και τους από 22 Φεβρουαρίου 2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτού, καθώς και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566, παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ( αρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το oποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. πρώτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την αναιρεσίβλητη και πληρωμή σ' αυτόν αποδοχών υπερημερίας και μισθολογικών διαφορών από την παροχή εργασίας προς αυτήν, διότι περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα, στην ελάσσονα πρόταση δέχεται, ότι 1) ο αναιρεσείων από τον Αύγουστο του έτους 2000, που ανέλαβε υπηρεσία ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου ...

παραμέλησε τα καθήκοντά του έναντι της αναιρεσίβλητης, ο ίδιος δε δήλωσε δημόσια μέσω των τοπικών μέσων ενημέρωσης την 6-3-2001, ότι δεν είναι εφικτό να ανταποκριθεί έκτοτε και στις δύο θέσεις, και 2) με την από 2-4-2001 απαντητική επιστολή του προς την αναιρεσίβλητη, δήλωσε προς αυτήν ότι όλα έγιναν προς το συμφέρον της και ότι μπορεί πλέον, εφόσον αυτό επιθυμούσε και η ίδια, να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου του Νοσοκομείου, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσείων παραμέλησε τις υποχρεώσεις του έναντι της αναιρεσίβλητης και εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά του ως γενικός διευθυντής της επιχείρησης αυτής, τα οποία έθεσε σε δεύτερη μοίρα μετά το διορισμό του ως προέδρου του ως άνω Νοσοκομείου, και ότι τα περιστατικά αυτά κλόνισαν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων και οδήγησαν την αναιρεσίβλητη στη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο, ενώ μετά την 2-2-2001, που έπαυσε να σχολείται με το ως άνω Νοσοκομείο, η αναιρεσίβλητη τον διατήρησε στη θέση του περίπου για τρεις μήνες και ο λόγος της παραμέλησης των καθηκόντων του προς αυτήν είχε παύσει να είναι ενεργός.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει την φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως αόριστος.

Επειδή με τον από τον πρόσθετο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσίβλητου, έλαβε υπόψη αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί χωρίς νόμιμη επίκληση και συγκεκριμένα:

α) όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, μολονότι αυτή δεν τα προσδιόριζε συγκεκριμένα στις προτάσεις της, και β) τις υπ' αριθ. 1674/2-5-2002 και 1675/2-5-2002 ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε η ίδια, χωρίς να τις επικαλεσθεί. Η πρώτη από τις ανωτέρω αιτιάσεις είναι αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα που έλαβε υπόψη το Εφετείο χωρίς επίκληση, ενώ η δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμη, αφού όπως προκύπτει από τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο, επικαλέσθηκε αυτή, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, αναφέροντας τους μάρτυρες ...

και ... που βεβαιώνουν τα αναγραφόμενα σ' αυτές περιστατικά. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος Επειδή κατά το άρθρο 672 του ΑΚ, που εφαρμόζεται στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.

Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά, τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως, λαμβανομένων προς τούτο υπόψη της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 10/1995).

Η μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνία, ότι για την καταγγελία της συμβάσεως για τον προαναφερόμενο λόγο απαιτείται η τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ, εφόσον τα μέρη δεν δεσμεύονται να προχωρήσουν στην καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο (ΑΠ 1085/1989).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 106, 525, 527, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν το Εφετείο, μετά από παραδοχή της έφεσης του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, πρέπει να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο τις επικουρικές βάσεις, εφόσον το πρωτόδικο δικαστήριο, παρέλειψε να τις εξετάσει, λόγω της επικουρικής, δηλαδή υπό την αίρεση της απορρίψεως της πρώτης (κυρίας) βάσεως, σώρευσης αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων εκτός από την κύρια βάση αυτής, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεώς του από την εναγομένη και ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, ισχυρίστηκε επιπλέον, ότι με το άρθρο 6 της ένδικης από 22-6-2001 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με την εναγομένη ορίστηκε ρητώς, ότι όταν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο αυτή προτίθεται να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως συνίσταται σε συνεχιζόμενη αδιαφορία εκπλήρωσης των καθηκόντων του, απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη ειδοποίησή του από την εναγομένη και η μη συμμόρφωσή του στις αναφερόμενες στην προειδοποίηση υποδείξεις εντός δέκα ημερών, ζήτησε δε επικουρικά και για το λόγο αυτό, ενόψει του ότι δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατυπώσεις, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις αναφερόμενες στην αγωγή του αποδοχές υπερημερίας και μισθολογικές διαφορές.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και μετά από έφεση της εναγομένης το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, την οποία και απέρριψε, παρέλειψε όμως να εξετάσει την προαναφερόμενη επικουρική βάση της, όπως είχε υποχρέωση κατά τα ανωτέρω.

Eπομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της επικουρικής αυτής βάσεως της αγωγής, ως προταθέντος ουσιώδους πράγματος, είναι βάσιμος. Επειδή από τα άρθρα 335, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αν από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι για το σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Όμως, από τη βεβαίωση αυτή και την όλη αιτιολογία της απόφασής του, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 20-7-1999 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα το άρθρο 3 παρ. 5 αυτής.

Και τούτο διότι, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, επικαλέστηκε και προσκόμισε την ανωτέρω σύμβαση ισχυριζόμενος ότι, με τον προαναφερόμενο όρο αυτής, συμφωνήθηκε ρητώς μεταξύ των διαδίκων να λαμβάνει αποδοχές άδειας. Παρά ταύτα το Εφετείο δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στον παραπάνω όρο, καταλήγοντας σε αντίθετη ουσιαστική κρίση.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο περί αυτού τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 238/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ