Legislator Case Law & Legislation
1323/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal due to procedural defects and lack of reasoning.

Case Number 1323/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the dismissal of the appeal, finding the second-instance decision procedurally flawed. The appellant argued that the lower court failed to provide specific reasoning regarding the service of the initial judgment and ignored evidence proving the appellant was known at the time of service. Consequently, the court annulled the second-instance decision and remitted the case for a new hearing by different judges to determine the admissibility of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474, 510, 519 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a second-instance decision if it lacks specific reasoning on procedural defects or ignores evidence presented at trial, remitting the case for a new hearing to assess admissibility.

Keywords

AI generated
lack of reasoning procedural defect service of judgment annulment of appeal remittal for new hearing admissibility of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 466 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 474 paragraph 2A of the Code of Civil Procedure
Article 473 paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 510 paragraph 1 items A, D and H of the Code of Civil Procedure
Article 462 paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 464 of the Code of Civil Procedure
Article 504 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 505 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 519 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Νίκα, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2368/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 14-4-2025 αίτηση αναίρεσης και στους από 28-7-2025 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, απορριπτομένου του προσθέτου λόγου αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως την υπόθεση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 14/4/2025 αίτηση του Γ. Π. του Ν., για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΒΤ 2368/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η με αριθμό 583/2024 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. ΒΜ 786/23.2.2022 αποφάσεως του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα, από τον παραστάντα στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση συνήγορο του κατηγορούμενου Σωτήριο Νίκα, ο οποίος έχει επιπλέον και ειδική εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθ. 466 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ), με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρ.474 παρ.2Α) στις 15/04/2025 και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας, (άρ.473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ), δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 31/03/2025, και η αναίρεση ασκήθηκε στις 15/4/2025.

Τυγχάνει επίσης παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που έχει δικαίωμα και έννομο προς τούτο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτούς και ορισμένους λόγους από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α', Δ' και Η', την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (άρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ.4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ), Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, συνεκδικαζόμενη, λόγω συνάφειας με τον επ' αυτής πρόσθετο λόγο, από το άρθρο, 510 παρ.1 Α' ΚΠΔ, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με το από 30/7/2025 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατέθεσε ο ίδιος ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος στην αρμόδια γραμματεία της Eισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στις 31/7/2025, δηλαδή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθ.509 παρ.2 του ΚΠΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ., αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ίδιου KΠΔ, το ένδικο μέσο, δηλαδή και αυτό της έφεσης, απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης για όλους τους λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ιδίου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης του εφετείου για το απαράδεκτο, στην οποία περιορίζεται ο έλεγχος του Αρείου Πάγου (ΑΠ 998/2024, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1425/2024, ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 583/2023, ΑΠ 175/2023, ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 438/2022, ΑΠ 598/2021).

Ειδικότερα, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, για να έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ., προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, (αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου), και τον χρόνο άσκησης της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των κατά τα άρθρα 154 παρ.1, 156 και 161 παρ.1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης (ΟλΑΠ 2/2014, ΟλΑΠ 4,6/1995, ΑΠ 10/2025, ΑΠ 1425/2024, ΑΠ 1340/2024, ΑΠ 1013/2024, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 829/2024, ΑΠ 218/2024, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1459/2023, ΑΠ 1367/2023, ΑΠ 1221/2023, ΑΠ 1013/2023, ΑΠ 594/2023, ΑΠ 1681/2022, ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 438/2022), εκτός αν προβάλλεται με την έφεση, είτε λόγος ακυρότητας της επίδοσης, εξαιτίας της οποίας δεν άρχισε να τρέχει η προθεσμία της έφεσης, είτε λόγος ανώτερης βίας, από την οποία παρακωλύθηκε ο εκκαλών για την εντός της προθεσμίας του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ άσκησή της, οπότε η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 95/2025, ΑΠ 10/2025, ΑΠ 1425/2024,ΑΠ 218/2024, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 438/2022).

Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διάφορο εκείνου στον οποίο αναζητήθηκε και έγινε η επίδοση απόντος αυτού και ως εκ τούτου δεν έλαβε γνώση της επίδοσης, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ`ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κλπ) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση κατοικίας του, όπως επιτάσσει και η διάταξη του άρθρου 178 παρ.2 του ΚΠΔ, και να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επίδοσης της απόφασης και να διαλάβει, σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης, σχετική αιτιολογία, διαφορετικά ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 998/2024, ΑΠ 638/2022). Επίσης, η απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκτός του ότι επιβάλλεται να διακρίνεται από πληρότητα και σαφήνεια και να μην περιέχει αντιφάσεις ή λογικά κενά, πρέπει να περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της απορριπτικής κρίσης του που αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να χρειάζεται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, ούτε να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, αλλά είναι αναγκαίο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης το Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ.

και όχι μόνο ορισμένα από αυτά επιλεκτικά (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1425/2024, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 890/2024, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1681/2022, ΑΠ 1309/2022, ΑΠ 638/2022,ΑΠ 82/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε, για πρώτη φορά, από την Ελλάδα, με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου, με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε ..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον κατηγορούμενο, το δικαίωμα για "δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της αποφάσεως, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.

Στην έννοια της δίκαιης δίκης, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και ναι μεν, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, μπορεί, όμως, να συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, από την διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.

δ' του ΚΠΔ λόγους και τότε, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της δικαστικής αποφάσεως. Μια τέτοια πλημμέλεια, που μπορεί να έχει σαν συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα, είναι και η μη τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Το περιεχόμενο δε, της πλημμέλειας αυτής και την επάρκεια της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο αναφέρει ότι, "το άρθρο 6 παρ.1 υποχρεώνει τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις των.

Δεν πρέπει όμως να γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο αυτό απαιτεί από τα δικαστήρια μια λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των μερών. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογίας μπορεί να ποικίλλει κατά τη φύση της αποφάσεως. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπ' όψιν, ιδίως, η διαφορά των μέσων που ένας διάδικος μπορεί να εγείρει και οι διαφορές στα συμβαλλόμενα κράτη σχετικά με τις νομικές διατάξεις, τα έθιμα, τις θεωρητικές αντιλήψεις και την παρουσίαση και σύνταξη δικαστικών αποφάσεων.

Γι' αυτό, το ζήτημα εάν ένα δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας κατά το άρθρο 6 της Συμβάσεως δεν μπορεί να αναλυθεί παρά μόνο υπό το φως των περιστάσεων της δικαζόμενης υποθέσεως. Η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί, όπως ένα εσωτερικό δικαστήριο, που αιτιολόγησε βραχέως την απόφασή του, είτε ενσωματώνοντας τις αιτιολογίες του κατώτερου δικαστηρίου ή κατ' άλλο τρόπο, να έχει πράγματι ερευνήσει τα κύρια ζητήματα, που του υπεβλήθησαν και να μην έχει αρκεσθεί στην απλή επικύρωση των συμπερασμάτων ενός κατώτερου δικαστηρίου.

Κατά συνέπεια, παρ' ότι, όπως προελέχθη, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο αναίρεσης, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της καταδικαστικής απόφασης, στα πλαίσια που διαμορφώνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, για "δίκαιη δίκη" που παρέχεται από το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και γεννά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.

δ' του ΚΠΔ, επιτρέπουσα την άσκηση αναιρέσεως, κατά της καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ισχύοντος ΚΠΔ (ΑΠ 47/2023, ΑΠ 29/2023, 1241/2022, 1810/2019, ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 748/2020).

Περαιτέρω, με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο ΚΠΔ, προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 510 ΚΠΔ, υπό στοιχ. Η, ως ειδικός αυτοτελής λόγος αναίρεσης, επί πλέον των ως άνω λόγων, που ίσχυαν και πριν τον νέο ΚΠΔ, και "η παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης (άρθ. 476) ή ως ανυποστήρικτης (άρθ. 501 παρ. 1)". Η παράνομη απόρριψη επέρχεται όταν το εφετείο παραβιάζει δικονομική διάταξη ή κάποιο δικονομικό τύπο, που έχει τεθεί για να καθορίσει την παραδεκτή άσκηση της έφεσης και τη δικονομική παρουσία του εκκαλούντος, διαταράσσοντας έτσι τον κανονιστικά προκαθορισμένο τρόπο εξέλιξης της ποινικής διαδικασίας από το ένα στάδιο στο επόμενο και επομένως, και τα δικαιώματα του εκκαλούντος για ακρόαση, παροχή έννομης προστασίας και δίκαιη δίκη(ΑΠ 10/2025).

Συνεπώς, στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ τυποποιείται πλέον ένας δικονομικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος λειτουργεί αυτοτελώς ως κύρωση, σε περίπτωση διαπίστωσης πλημμέλειας αποδιδόμενης στην παραβίαση κάποιου δικονομικού κανόνα δικαίου που οδηγεί σε παράνομη απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης και είναι ουσιώδης τόσο για τη διασφάλιση της ισορροπίας και της κανονικότητας της ποινικής δίκης όσο και για το σεβασμό των παραπάνω θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου (ΑΠ 10/2025, ΑΠ 164/2024, ΑΠ 1367/2022).

Παράνομη, άλλωστε, απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης υπάρχει και στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογία ή διαλαμβάνει ελλιπή τοιαύτη, αναφορικά με την ορθότητα της κρίσης του για το απαράδεκτο (ΑΠ 1425/2024, ΑΠ 1221/2023, ΑΠ 48/2022). Έτσι, με βάση τα παραπάνω, σε περίπτωση που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, πράγμα που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης του της επίδοσης και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, διάφορο αυτού στον οποίο έγινε η επίδοση, πρέπει να διαλαμβάνεται, στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία,, άλλως ιδρύονται οι ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Η' του νέου ΚΠΔ., λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 1425/2024, ΑΠ 1681/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη, υπ'αριθμ. ΒΤ 2368/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως η με αριθμό. 587/2024 έφεση του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'άριθμ.786/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε, αυτός ερήμην, ένοχος για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.

Με την έφεσή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση αυτής, επικαλέσθηκε, ως λόγο έφεσης το γεγονός ότι, κακώς του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως άγνωστης διαμονής, δοθέντος ότι ήταν γνωστής διαμονής, και ειδικότερα επικαλέσθηκε τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά: "Α.

Δικάστηκα αναιτιολόγητα και εσφαλμένα απών, χωρίς έγκυρη επίδοση - κλήτευση στη γνωστή, πραγματική και ισχύουσα διεύθυνση κατοικίας μου, κατά τη συζήτηση της 23.2.2022, εφόσον φέρομαι ότι τάχα κλητεύθηκα ως δήθεν αγνώστου διαμονής στη διεύθυνση στη Νέα Σμύρνη Αττικής, οδός ..., στην οποία ουδέποτε διέμενα ή κατοικούσα εγώ, παρόλον ότι είχα αποδεδειγμένη διεύθυνση κατοικίας στη Λευκωσία Κύπρου, οδός ..., την οποία μπορούσαν να γνωρίζουν και ασφαλώς εγνώριζαν τόσο οι Αστυνομικές, όσο και οι Φορολογικές Αρχές. (Βλ.

επισ/να Δ.Α. Ταυτότητος και Φορολογικές Δηλώσεις, επισ/να Σχετ. 1,2.). Β. Ομοίως δεν έλαβα γνώση, αφού ουδέποτε μου επιδόθηκε ούτε και η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έγινε κατά τον προαναφερθέντα όμοιο, εσφαλμένο και μη έγκυρο τρόπο, ως δήθεν αγνώστου διαμονής και πάλι στην ίδια διεύθυνση, στη Νέα Σμύρνη Αττικής, οδός ..., πως προκύπτει από το από 6.2.2022 αποδεικτικό επίδοσης του Ο.

Τ., στην οποία διεύθυνση όμως ουδέποτε διέμενα ή κατοικούσα εγώ, παρόλον ότι είχα αποδεδειγμένη διεύθυνση κατοικίας στη Λευκωσία Κύπρου, οδός ..., την οποία μπορούσαν να γνωρίζουν και ασφαλώς εγνώριζαν τόσο οι Αστυνομικές, όσο και οι Φορολογικές Αρχές. (Βλ. επισ/να Σχ. 3 και 4). Γ. Τέλος, προδήλως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα, κηρύχθηκα ένοχος ως δήθεν συνυπόχρεος χρεών της εταιρείας "ΟΟΡΕ ΜΑΚΙΝΕ" στην οποία όμως δεν είχα την αποδιδόμενη ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου πολλά χρόνια πριν τον επίμαχο χρόνο της εσφαλμένης κατηγορίας που εντελώς άδικα και αβάσιμα μου καταλογίστηκε, εφόσον είχα εγγράφως παραιτηθεί από τα μέσα Σεπτεμβρίου 2005, γεγονός που αποδεδειγμένα εγνώριζαν όλες οι συναρμόδιες Αρχές, δηλαδή το ΥΕΝ, το ΝΑΤ και το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς (Βλ.

επισ/να Σχετ.Α και 5)." Κατά τη συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών-κατηγορούμενος o οποίος, παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, αμφισβήτησε και πάλι τον τόπο κατοικίας στον οποίο έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ως αγνώστου διαμονής, προσδιόρισε ποια ήταν η γνωστή διεύθυνση κατοικίας του τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, στην οποία έπρεπε να του επιδοθεί η απόφαση, προκειμένου δε να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της έφεσής του, είχε προτείνει, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου του, ως μάρτυρα απόδειξης, τη σύζυγό του Μ.

Π., η οποία εξετάστηκε, ενόρκως, στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επιπλέον δε είχε ζητήσει και την ανάγνωση εγγράφων, τα οποία προσκόμισε και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την προαναφερθείσα έφεση του αναιρεσείοντος, ως εκπρόθεσμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο ίδιος δικάστηκε αναιτιολόγητα και εσφαλμένα απών, χωρίς έγκυρη επίδοση - κλήτευση στη γνωστή, πραγματική και ισχύουσα διεύθυνση κατοικίας του, κατά τη συζήτησή της 23.2.2022, εφόσον φέρεται ότι κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής στη διεύθυνση στη Ν.

Σμύρνη Αττικής,, οδός ..., στην οποία ουδέποτε διέμενε ή κατοικούσε, παρόλο ότι είχε αποδεδειγμένη διεύθυνση κατοικίας στη Λευκωσία, οδός ..., την οποία μπορούσαν να γνωρίζουν τόσο οι Αστυνομικές, όσο και οι Φορολογικές Αρχές, τυγχάνει απορριπτέος στην ουσία του και ως εκ τούτου και η υπό κρίσιν έφεση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, δεδομένου ότι η ανωτέρω διεύθυνση του εκκαλούντος (Ν.

Σμύρνη Αττικής, οδός ...) προκύπτει από την από 4-12-2028 υπ' αρ. πρωτ. 16859/28/2018 αίτηση ποινικής δίωξης της ΑΑΔΕ - ΔΟΥ Πλοίων Πειραιά και τη δικογραφία αντίστοιχα (κλητήριο θέσπισμα 813/2020 Λ19-10/4-2-2020).". Η ως άνω όμως αιτιολογία, για την απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης, δεν είναι η επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της.

Ειδικότερα δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος επίδοσης στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης (ερήμην) ΒΜ 786/2022 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εν λόγω απόφασης στον εκκαλούντα-κατηγορούμενο "ως αγνώστου διαμονής" (157 ΚΠΔ) και η βεβαίωση του οργάνου επίδοσης ότι στη συγκεκριμένη θέση (...) ο αναιρεσείων είναι άγνωστος.

Πέραν των ανωτέρω, αν και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του ισχυρισμού ότι ο αναιρεσείων ήταν γνωστής διαμονής, εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο η μάρτυρας Μ. Π., και αναγνώσθηκαν τα αναφερόμενα σε αυτά έγγραφα, δεν μνημονεύεται στην απόφαση ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω απορριπτική της έφεσης κρίση του, έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε την ως άνω ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσείοντος και τα προσκομισθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αναφέρονται ούτε κατ' είδος στο προίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν μπορεί να συναχθεί ότι ελήφθησαν υπόψη, δεδομένου ότι ουδεμία σχετική αναφορά διαλαμβάνεται στο σκεπτικό, και από τα οποία (αποδεικτικά μέσα), κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, αποδεικνύετο η ακυρότητα της επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης και συνακόλουθα το εμπρόθεσμο της εφέσεώς του.

Επιπλέον, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την οποιαδήποτε αιτιολογία ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της πρωτοβάθμιας απόφασης, αυτός διέμενε σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση, διάφορο του τόπου στον οποίο έγινε η επίδοση.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ' και Η του ΚΠΔ, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα και παρά το νόμο απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, παρελκούσης της έρευνας του πρόσθετου λόγου της αναίρεσης ως αλυσιτελούς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού ή μη της εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του ζητήματος αυτού) και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης (ΑΠ 3/2018, ΟλΑΠ 2/2014, ΑΠ 299/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ΒΤ 2368/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Nοεμβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ