Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation valuation due to flawed evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's valuation of expropriation compensation. The appellant argued that the lower court ignored specific evidence regarding the property's value, but the court found the First Instance Court had properly considered all submitted documents and witness testimonies. Consequently, the court ruled that the appeal was based on an erroneous evaluation of evidence and was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal where the appellant's complaints amount to a mistaken evaluation of evidence and disregard of the evidentiary value of the means presented, which the court of first instance has already duly considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1323 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Α.", που εδρεύει στη ……. και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ .. α, .., …, ..γ, …β, …α και …β), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Δεληντζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1/2008 -όπως αυτή διορθώθηκε με τις 53/2008 και 83/2008- απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 2-6-2008 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, με την από 19-11-2010 διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2011 εν μέρει οριστική και 194/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Κατσιμαγκλή διάβασε την από 21-12-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 17 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τα ακίνητα με ΑΚΠ …α και ….β και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά το ακίνητο με ΑΚΠ ….
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37/30-04-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (όπως αυτή διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με τις υπ' αριθμ. 76 - 77 - 78 - 79/2018 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νομοτυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
και 22 Ν. 2882/2001). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ανωτέρω υπ' αριθμ. 194/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου), η οποία εκδόθηκε επί της από 02-06-2008 και με αριθμό κατάθεσης 764/2008 αίτησης της αναιρεσείουσας και της από 06-06-2008 και με αριθμό κατάθεσης 629/2008 αίτησης του αναιρεσίβλητου, με την οποία, πλην άλλων, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ειδικότερα σε αυτή απαλλοτριωθέντα ακίνητα και τα επικείμενά τους και επιδικάστηκε, για ορισμένες ιδιοκτησίες, ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης της αξίας των απομενόντων τμημάτων τους.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.
Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α` 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσεως, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδ. α` της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β` της πρώτης παραγράφου).
Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του Ν. 5016/2023 (ΦΕΚ Α' 21/4-2-2023) "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριωμένο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του τη δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριωμένο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (Ολ. ΑΠ 714/1978, ΑΠ 515/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 1555/2017).
Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. 3 του Ν. 2882/2001, κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/2011).
Εξάλλου, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριωμένου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 515/2021, ΑΠ 310/2021, ΑΠ 325/2019, ΑΠ 326/2016, ΑΠ 421/2015) και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.
Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριωμένο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 40/2019, ΑΠ 1424/2018, ΑΠ 328/2016).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AP 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται αποκλειστικά στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης, ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης, ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο, ήτοι η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Ολ.
ΑΠ 13/1995, AΠ 976/2020, ΑΠ 436/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 1536/2018). Αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό και έχει μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 λόγος, ενώ, αν υπάρχει μεταξύ εκείνων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος (συλλογιστικό άλμα), ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος ( ΑΠ 833/2020, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 634/2017).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις (του διατακτικού) της προσβαλλομένης απόφασης, εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η δημιουργία της σκοπούμενης έννομης σχέσης, ή η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1890/2009).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 β' ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 43/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 17 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση αντίστοιχα ότι: α) περιέχει αντιφατικές διατάξεις σχετικά με τον προσδιορισμό της αξίας εδάφους των απαλλοτριούμενων ακινήτων της, καθόσον, ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι επί των ακινήτων της αυτών ασκούνται επιχειρηματικές δραστηριότητες, καθόρισε στο διατακτικό της, τιμές μονάδας αποζημίωσης του εδάφους ίδιες με τις τιμές των γειτονικών ακινήτων, τα οποία έχουν αγροτικό χαρακτήρα και στα οποία δεν ασκούνται επιχειρηματικές δραστηριότητες και β) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφιο 3 του Ν. 2882/2001 [όπως ορθά εκτιμάται η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη, εφόσον από το περιεχόμενο του ερευνώμενου πρώτου λόγου του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό της διάταξης αυτής και όχι της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, που αναγράφεται στο αναιρετήριο], με τη μη ορθή υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε, στον κανόνα δικαίου της παραπάνω διάταξης, καθόσον, ενώ δέχθηκε ότι επί των απαλλοτριούμενων ακινήτων της αναιρεσείουσας ασκούνται επιχειρηματικές δραστηριότητες, ήτοι λειτουργεί βιομηχανία εκκοκκιστηρίου βάμβακα, προσδιόρισε την τιμή μονάδας αποζημίωσης γι' αυτά ως αγροτεμάχια, χωρίς να λάβει υπόψη την πρόσοδο από την ασκούμενη σε αυτά βιομηχανική δραστηριότητα.
Ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως διότι δεν προσδιορίζεται ποια είναι η αντίφαση που υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία και μόνο αυτή ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, αντίφαση, όπως, κατά τα ανωτέρω, αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως απαιτείται για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου, αλλά εντοπίζεται μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, πλην όμως τέτοιου είδους αντίφαση δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος της (καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμό 1984/ΤΚ/8.5.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 428/22-5-2006/Δ, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Ε.Ο.
Λάρισας - Τρικάλων, τμήμα από παράκαμψη Φαρκαδόνας (χ.θ. 37 + 000) μέχρι αρχή παράκαμψης Μεγαλοχωρίου (χ.θ. 53+197,5), που βρίσκεται στο Νομό Τρικάλων. Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται με κλίμακα 1/1000 στα από Αύγουστο 2005 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, τα οποία έχουν συνταχθεί από τον Τοπογράφο Μηχανικό Β..
Π. και την …..Ε.Ε., με αναδόχους μελετητές τους "Μ. Α. Χ. Α., G. E., Κ.. Δ., Κ.. Τ., Γ.. Κ. & Χ.. Δ.", τα οποία έχουν θεωρηθεί από την προϊσταμένη της Διεύθυνσης Δημοσίων έργων Β. Δ. - Α., πολιτικό μηχανικό Α', στις 3-3-2006 και έχουν εγκριθεί με την υπ' αριθμ 838/3-3-2006 απόφαση της Διεύθυνσης Δημοσίων έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας.
Εν συνεχεία συντάχθηκε η από Μάιος 2007 3η διόρθωση μελέτης τμημάτων Ε.Ο. Λαρίσης- Τρικάλων τεχνική έκθεση, εγκριθείσα από τα ίδια ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα, καθώς επίσης και με την ίδια ημερομηνία κτηματολογικά διαγράμματα και κτηματολογικός πίνακας. Ωστόσο, προκύπτει ότι κατά τη σύνταξη των κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων της κήρυξης της απαλλοτρίωσης εμφιλοχώρησαν σφάλματα και υπάρχουν ελλείψεις, οι οποίες διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα, με την υπ'αριθμ. 1/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. ...
Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου από τις πιστώσεις της ΣΑΕΠ 0063. ... Η απαλλορτιούμενη έκταση καταλαμβάνει τμήμα από την παράκαμψη Φαρκαδόνας Νομού Τρικάλων(χ.θ. 37+000) μέχρι αρχή παράκαμψης Μεγαλοχωρίου (χ.θ. 53+197,50) Νομού Τρικάλων, αποτελούμενη από αρδευόμενα αγροτεμάχια, που δεν εμπίπτουν στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο.
Ειδικότερα, τα υπό απαλλοτρίωση ακίνητα διακρίνονται από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο στις κάτωθι κατηγορίες: α) αγρός ποτιστικός κτηματικής περιφέρειας Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, β) αγρός ποτιστικός Δ.Δ. Πατουλιάς - Χρυσαυγής με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, γ) αγρός ποτιστικός λοιπών Δ.Δ. (εκτός Δ.Δ.
Μεγαλοχωρίου, Πατουλιάς, Χρυσαυγής) με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, δ) αγρός ποτιστικός με πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο και ε) αγρός ποτιστικός με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο. Τα συστατικά που συναπαλλοτριώνονται είναι κυρίως περιτοιχίσεις - περιφράξεις, στύλοι ΔΕΗ και ΟΤΕ, δένδρα, πομώνες και γεωτρήσεις, νησίδες, κρασπεδόρειθρα, φωτιστικά κλπ.
Για τον προσδιορισμό της αξίας των αγροτεμαχίων στο Νομό Τρικάλων, εφαρμόζεται το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Σύμφωνα με την έκθεση προεκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 ΚΑΑΑ, σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα φύλλα αντικειμενικής αξίας για την απαλλοτριούμενη έκταση, η αξία των ανωτέρω κατηγοριών προσδιορίστηκε στα ποσά των 14.514,5, 3.165, 3.233,75, 1445,4 και 1314 ευρώ ανά στρέμμα, αντίστοιχα.
Προσδιορίστηκε επίσης και η αξία των επικειμένων. ... Οι μάρτυρες προσδιορίζουν την αξία των ακινήτων της περιοχής για το Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου από 30 έως 120 ευρώ το τ.μ., για το Δ.Δ. Ταξιαρχών του Δήμου Πελλινναίων, που είναι συνεχόμενο του Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου στα ποσά των 30, 45, 50 και 60 ευρώ το τ.μ. και για τις λοιπές περιοχές στα ποσά των 20, 30, 45, 60 έως και 120 ευρώ το τ.μ.
Τα ακίνητα αυτά βρίσκονται πλησίον της υφιστάμενης έως σήμερα Εθνικής Οδού Τρικάλων - Λαρίσης. Στην περιοχή αυτή και κυρίως στο Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου, Πατουλιάς και Χρυσαυγής, όλων του Δήμου Εστιαιώτιδας, αλλά και στο Δ.Δ. Ταξιαρχών υπάρχει οικονομική ανάπτυξη, διότι ήδη λειτουργούν επιχειρήσεις, όπως η ΒΙΟΣΕΡ (παρασκευής ορών), πρατήρια καυσίμων, εστιατόρια (ταβέρνες - αναψυκτήρια), αλλά και στη λοιπή απαλλοτριούμενη έκταση υπάρχουν σε μεγαλύτερα χιλιομετρικά διαστήματα επιχειρήσεις, όπως το εκκοκιστήριο της Δ… και της εταιρείας Ε…, αλλά επίσης και πρατήρια καυσίμων. ...
Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη: α) ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα διατηρούν το χαρακτηρισμό του αγρού, β) ότι σύμφωνα με την υπ' αριθμό ΠΟΛ/1079/2005 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών προς τις ΔΟΥ στην οποία αναφέρεται ότι με το αντικειμενικό σύστημα οι οριζόμενες αξίες είναι -κατά τεκμήριο- πολύ μικρότερες από τις πραγματικές, αφενός γιατί αποτελούν πρόταση της διοίκησης προς τον πολίτη, αφετέρου για να καθιερωθεί το σύστημα στη συνείδηση των φορολογουμένων και για να γίνει αποδεκτό από αυτούς, δεν αποκτούν την ιδιότητα της οικοπεδικής εκτάσεως και γ) ότι κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2007 επήλθε αύξηση των αντικειμενικών αξιών σε ποσοστό 10% σε σχέση με τις κατά τον προηγούμενο χρόνο ισχύουσες, το χρόνο που συζητήθηκε η αίτηση του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, με την υπ' αριθμ. 1/2008 απόφασή του περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης προσδιόρισε την αξία των ακινήτων ως εξής:
α)...β)...γ).. δ) για αγρούς ποτιστικούς λοιπών Δ.Δ. (εκτός Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου, Πατουλιάς - Χρυσαυγής) με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης, 10 ευρώ/τ.μ., ε) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο 5 ευρώ/τ.μ. και ε) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο 3 ευρώ/τ.μ. ... . Από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και από τα υπόλοιπα εκ των προσομιζομένων και επικαλούμενων, που δεν μνημονεύθηκαν προηγουμένως ειδικότερα, εκτιμώμενα κατά το λόγο της τοπικής και χρονικής τους προσφορότητας, προκύπτει ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, για την οποία υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως το αιτούν στη Γ' αίτηση - καθ' ου στις λοιπές αιτήσεις- Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως (19.11.2010), δεδομένου ότι αυτή διεξάγεται μετά την παρέλευση πλέον του έτους από τη συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων για τον προσωρινό προσδιορισμό, η οποία έλαβε χώρα στις 5.9.2009 ..., με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογιστεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους, που επέρχεται λόγω της εξαγγελίας της απαλλοτριώσεως ή της εκτελέσεως του έργου, το οποίο αυτή αφορά, κατά συνέπεια δε, η πλήρης οφειλόμενη για τα ίδια ακίνητα αποζημίωση δηλαδή, εκείνη με την οποία οι δικαιούχοι μπορούν να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια ...
ανέρχεται ως εξής: ... δ) για αγρούς ποτιστικούς λοιπών Δημοτικών διαμερισμάτων (εκτός Δ.Δ. Μεγαλοχωρίου, Χρυσαυγής, Πατουλιάς), με πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων - Λαρίσης 10 ευρώ /τ.μ., ε) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο 5 ευρώ /τ.μ. και στ) για αγρούς ποτιστικούς με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο 3 ευρώ /τ.μ [...]. 7) Στο ακίνητο με ΑΚΠ …β (…) και στα εναπομένοντα τμήματα υπάρχουν τα κάτωθι αναφερόμενα συστατικά:
α) ισόγειο κτίσμα από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο λειτουργεί ως θάλαμος σκόνης ξηραντηρίου, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 100,05 τ. μ., ύψους 6 μέτρων και συνολικό όγκο 600,33 κ.μ., β) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο λειτουργεί ως θάλαμος σκόνης, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών εμβαδού 152,10 τ.μ., ύψους 6 μέτρων και συνολικό όγκο 912,60 κ.μ., γ) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, στο οποίο είναι εγκατεστημένος μηχανικός εξοπλισμός του εργοστασίου (μηχανοστάσιο), με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 338,30 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 1706,40 κ.μ., δ) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, χρησιμοποιούμενο ως αποθήκη απορριμμάτων, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 24 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 192 κ.μ., ε) ισόγειο κτίσμα με φέρον οργανισμό από οπλισμένη σκυρόδεμα, που είναι υποσταθμός της ΔΕΗ, με αντισεισμική προστασία εμβαδού 18,50 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 148 κ.μ.
και στ) σύστημα πυρασφάλειας με σωλήνες μεταφοράς νερού διατομής 10 ιντσών, αυτόματης κατάσβεσης (σπρίνγκελ), βομβητής κινδύνου, ερυθρά λυχνία περιστρεφόμενη ένδειξης κινδύνου, ανιχνευτής πυρκαγιάς. 8) Στο ακίνητο με ΑΚΠ ... και επί των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων υπάρχουν το κάτωθι επικείμενα:
α) ισόγειο κτίσμα, μηχανοστάσιο συνολικού όγκου 1269,93 κ.μ., β) ισόγειο κτίσμα, μηχανοστάσιο συνολικού όγκου 7734,52 κ.μ., γ) στεγασμένος διάδρομος, συνολικού όγκου 153330 κ.μ., δ) αποθήκη σπόρου βάμβακος συνολικού όγκου 11.134 κ.μ., ε) αποθήκη σπόρου βάμβακος συνολικού όγκου 6.976 κ.μ., στ) ισόγειο κτίσμα (γραφεία) συνολικού όγκου 303,77 κ.μ., ζ) στεγασμένος διάδρομος συνολικού όγκου 5643,00 κ.μ., η) ισόγειο κτίσμα (γραφεία) λογιστήριο, συνολικού όγκου 2967,60 κ.μ.
και θ) ισόγειο κτίσμα (οικία) συνολικού όγκου 297,41 κ.μ . Επί αμφοτέρων των ανωτέρω ακινήτων, λειτουργεί εκκοκκιστήριο βάμβακος με την επωνυμία "Δ…". Λόγω του επιχειρησιακού αντικειμένου αυτής και λαμβανομένου υπόψη ότι θα εξακολουθήσει να λειτουργεί, καθώς δεν θίγονται από την ένδικη απαλλοτρίωση ζωτικής σημασίας τμήματα αυτής, ούτε και τα επικείμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δύναται να εξακολουθήσει τη λειτουργία της, χωρίς να υφίστανται μείωση της αξίας τους τα εναπομένοντα επικείμενα, η απαξίωση των οποίων, άλλωστε δεν εξειδικεύεται από την αιτούμενη την ιδιαίτερη αποζημίωση".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς το κρινόμενο ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των άνω απαλλοτριωμένων ακινήτων με ΑΚΠ ...
και ..., πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, στην οποία ορθά υπήγαγε τα περιστατικά αυτά και δικαιολογούσαν την, κατά τη διάταξη αυτή, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο ότι επί των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των, μείζονας έκτασης, ακινήτων της αναιρεσείουσας, δεν υφίστανται επικείμενα και εγκαταστάσεις της άνω βιομηχανικής επιχείρησής της, οι οποίες βρίσκονται εξ ολοκλήρου, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε τμήματα των ακινήτων της, που δεν απαλλοτριώθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη και καθόρισε την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων αυτών τμημάτων των ακινήτων της αναιρεσείουσας, ως αγροτεμαχίων, λόγω της θέσης, της μορφής και του προορισμού τους σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία αυτά βρίσκονται και όχι ως μεμονωμένων ακινήτων, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας και η οποία (περιοχή) είναι στην ένδικη περίπτωση, αγροτική και τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, κατά τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διατηρούν τον χαρακτηρισμό του αγρού, ώστε η καθορισθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης να επιτρέπει στην ιδιοκτήτριά τους - αναιρεσείουσα να αντικαταστήσει αυτά με άλλα ισάξια και συνεπώς η αποζημίωση είναι πλήρης.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι, αν και δέχθηκε το Εφετείο ότι στα ανωτέρω απαλλοτριωθέντα ακίνητα ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση της αξίας τους την πρόσοδο από αυτή, η οποία αναβιβάζει την αξία τους σε σχέση με τα γειτονικά και παρακείμενα ακίνητα που έχουν αποκλειστικά γεωργική χρήση, αλλά την καθόρισε μόνο ως αγροτεμάχια, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Και τούτο διότι, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όλες οι εγκαταστάσεις - επικείμενα της ανωτέρω επιχείρησης εκκοκκιστηρίου βάμβακα της αναιρεσείουσας, βρίσκονται εξ ολοκλήρου σε τμήματα των ακινήτων, που δεν απαλλοτριώνονται, στα οποία μετά την απαλλοτρίωση εξακολουθεί να λειτουργεί η άνω βιομηχανική της επιχείρηση, καθόσον, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν θίγονται από την ένδικη απαλλοτρίωση ζωτικής σημασίας τμήματα της επιχείρησης αυτής, ούτε και τα επικείμενά της, ούτε άλλωστε υφίστανται παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα επίδικα απαλλοτριωθέντα εδαφικά τμήματα, ήταν συνδεμένα με την παραγωγική και με την εν γένει λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, ώστε να συντρέχει λόγος διαφοροποίησης της αξίας τους, σε σχέση με τα παρακείμενα αγροτικά ακίνητα και συνυπολογισμού προσόδου από αυτά.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. 3 του Ν. 2882/2001 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι:
α) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί συνυπολογισμού προσόδου κατά τον καθορισμό της αξίας των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν εμπίπτει στις αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα και β) υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα, που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Η αποζημίωση αυτή καλύπτει όχι μόνο τη ζημία από την απομείωση της έκτασης του ακινήτου, αλλά και εκείνη που επέρχεται από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ. ΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1069/2018, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1554/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.
Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015).
Από την ίδια διάταξη, συνδυαζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 2882/2001 [κατά την οποία "η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα"], προκύπτει ότι όταν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο υπάρχουν συστατικά του πράγματος, κατά την έννοια των άρθρων 953 επ.
του ΑΚ, όπως κτίσματα μόνιμης κατασκευής, δένδρα κ.λ.π., τα τελευταία απαλλοτριώνονται με το έδαφος του ακινήτου αυτοδίκαια και μπορεί να ζητηθεί και γι' αυτά ο καθορισμός αποζημίωσης, ακόμη και αν δεν σημειώνονται στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα ότι υπάρχουν στο απαλλοτριωμένο ακίνητο (Ολ. ΑΠ 5/2002, ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 1064/2017, ΑΠ 422/2015).
Η ίδια ρύθμιση, που προεκτέθηκε, αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας κ.λ.π. του εδαφικού τμήματος του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, ισχύει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για τα επικείμενα του απαλλοτριωμένου ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση και η αξία των επικειμένων (συστατικών) αποτελούν παρεπόμενα αντικείμενα και σύστοιχα αιτήματα της αξίας του απαλλοτριούμενου εδάφους, που πρέπει ενιαία, με μία δικαστική απόφαση έστω και χωριστά κατ' είδος (αξία εδάφους, αξία συστατικών, ιδιαίτερη αποζημίωση) να εκτιμηθούν για να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού της πλήρους αποζημίωσης, με την οποία συντελείται η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 17 παρ. 2 του Συντάγματος ( ΑΠ 2016/2022).
Τέλος, ενόψει της ως άνω διάταξης του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την, κατά προορισμό, χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 2016/2022, ΑΠ 882/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, ΑΠ 1201/2017, ΑΠ 205/2017).
Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά τη διάταξη αυτή, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020, ΑΠ 551/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1059/2022, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/ 2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη ( ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.
ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη ( ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1167/2019).
Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.
ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση αντίστοιχα ότι, το Εφετείο: α) παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία ή περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το αίτημά της περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερομένων ακινήτων της και των επικειμένων τους και β) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, ως προς το ζήτημα της μείωσης της αξίας των μνημονευόμενων ακινήτων της, τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, την κατάθεση του μάρτυρά της και την προσκομισθείσα τεχνική έκθεση του μάρτυρά της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως προς το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα (καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης) μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Αναφορικά με το αίτημα περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα ορισμένων των κάτωθι ακινήτων υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση, για τον προσδιορισμό της σχετικής ιδιαίτερης αποζημίωσης των οποίων, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος, ως και το ότι υφίσταται δυσχέρεια καλλιέργειας μικρής έκτασης ακινήτων.
Συγκεκριμένα αποδείχθηκαν τα εξής: ... 174) Από το ακίνητο με ΑΚΠ ... απαλλοτριώνεται έκταση 2452,84 τ.μ. και απομένει έκταση 23.764,08 τ.μ.. Δεν υφίσταται μείωση της αξίας του. 175) Από το ακίνητο με ΑΚΠ ... απαλλοτριώνεται έκταση 767,71 τ.μ. και απομένει έκταση 18.972,66 τ.μ.. Δεν υφίσταται μείωση της αξίας του... 190) Από το ακίνητο με ΑΚΠ ...
απαλλοτριώνεται έκταση 214,08 τ.μ. και απομένει έκταση 3.787,68 τ.μ., καθίσταται δε μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Μειώνεται η αξία του κατά 60%. ... . Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η αξία των λοιπών συστατικών, που βρίσκονται στα απομένοντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώνονται και τα οποία καταστρέφονται ολοσχερώς λόγω του μικρού εμβαδού των απομενόντων τμημάτων, της ολοσχερούς καταστροφής του δικτύου άρδευσης, των δυσμενών συνεπειών από την εκτέλεση του έργου και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, που συνεπάγεται η γειτνίαση των ακινήτων με το νέο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής η ακόλουθη: ... 7) Στο ακίνητο με ΑΚΠ ...
και στα εναπομένοντα τμήματα υπάρχουν τα κάτωθι αναφερόμενα συστατικά: α) ισόγειο κτίσμα από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο λειτουργεί ως θάλαμος σκόνης ξηραντηρίου, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 100,05 τ. μ., ύψους 6 μέτρων και συνολικό όγκο 600,33 κ.μ., β) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο λειτουργεί ως θάλαμος σκόνης, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών εμβαδού 152,10 τ.μ., ύψους 6 μέτρων και συνολικό όγκο 912,60 κ.μ., γ) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, στο οποίο είναι εγκατεστημένος μηχανικός εξοπλισμός του εργοστασίου (μηχανοστάσιο), με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 338,30 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 1706,40 κ.μ., δ) ισόγειο κτίσμα με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα, χρησιμοποιούμενο ως αποθήκη απορριμμάτων, με αντισεισμική προστασία και σύνδεση με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών, εμβαδού 24 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 192 κ.μ., ε) ισόγειο κτίσμα με φέρον οργανισμό από οπλισμένη σκυρόδεμα, που είναι υποσταθμός της ΔΕΗ, με αντισεισμική προστασία εμβαδού 18,50 τ.μ., ύψους 8 μέτρων και συνολικό όγκο 148 κ.μ.
και στ) σύστημα πυρασφάλειας με σωλήνες μεταφοράς νερού διατομής 10 ιντσών, αυτόματης κατάσβεσης (σπρίνγκελ), βομβητής κινδύνου, ερυθρά λυχνία περιστρεφόμενη ένδειξης κινδύνου, ανιχνευτής πυρκαγιάς. 8) Στο ακίνητο με ΑΚΠ ... και επί των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων υπάρχουν το κάτωθι επικείμενα:
α) ισόγειο κτίσμα, μηχανοστάσιο συνολικού όγκου 1269,93 κ.μ., β) ισόγειο κτίσμα, μηχανοστάσιο συνολικού όγκου 7734,52 κ.μ., γ) στεγασμένος διάδρομος, συνολικού όγκου 153330 κ.μ., δ) αποθήκη σπόρου βάμβακος συνολικού όγκου 11.134 κ.μ., ε) αποθήκη σπόρου βάμβακος συνολικού όγκου 6.976 κ.μ., στ) ισόγειο κτίσμα (γραφεία) συνολικού όγκου 303,77 κ.μ., ζ) στεγασμένος διάδρομος συνολικού όγκου 5643,00 κ.μ., η) ισόγειο κτίσμα (γραφεία) λογιστήριο, συνολικού όγκου 2967,60 κ.μ.
και θ) ισόγειο κτίσμα (οικία) συνολικού όγκου 297,41 κ.μ.. Επί αμφοτέρων των ανωτέρω ακινήτων, λειτουργεί εκκοκκιστήριο βάμβακος με την επωνυμία "Δ…". Λόγω του επιχειρησιακού αντικειμένου αυτής και λαμβανομένου υπόψη ότι θα εξακολουθήσει να λειτουργεί, καθώς δεν θίγονται από την ένδικη απαλλοτρίωση ζωτικής σημασίας τμήματα αυτής, ούτε και τα επικείμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δύναται να εξακολουθήσει τη λειτουργία της χωρίς να υφίστανται μείωση της αξίας τους τα εναπομένοντα επικείμενα, η απαξίωση των οποίων, άλλωστε δεν εξειδικεύεται από την αιτούμενη την ιδιαίτερη αποζημίωση".
Το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, όσον αφορά και τα τρία (3) ανωτέρω επίδικα ακίνητα με ΑΚΠ ..., δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ανωτέρω ακινήτων της αναιρεσείουσας και των επικειμένων τους, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια αυτών, που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα : α) όσον αφορά το με ΑΚΠ ... ακίνητο, προσδιορίζεται το τμήμα του εν λόγω ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση και η κατά προορισμό χρήση αυτού, κρίνεται δε ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του, εμβαδού 23.764,08 τ.μ., δεν υφίσταται μείωση της αξίας του, ούτε και τα επικείμενα επί του εν λόγω εναπομείναντος τμήματος μετά της λειτουργούσας επ' αυτού επιχείρησης εκκοκκιστηρίου βάμβακα της αναιρεσείουσας, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες, σαφείς και επαρκείς παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, δεν θίγονται ζωτικής σημασίας τμήματα αυτής, ούτε και τα επικείμενα, και η επιχείρησή της αυτή δύναται να εξακολουθήσει τη λειτουργία της χωρίς να υφίστανται μείωση της αξίας τους τα εναπομένοντα επικείμενα, ήτοι αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια η δυνατότητα, μετά την απαλλοτρίωση, απρόσκοπτης λειτουργίας και πραγματοποίησης της χρήσης αυτού, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, β) όσον αφορά το με ΑΚΠ ...
ακίνητο, προσδιορίζεται το τμήμα του εν λόγω ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση και η κατά προορισμό χρήση αυτού, κρίνεται ότι του εναπομείναντος, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματος αυτού, εμβαδού 3.787,68 τ.μ., μειώνεται η αξία του, προσδιορίζεται το ποσοστό της μείωσης σε 60% και αιτιολογείται η κατά το άνω ποσοστό μείωση αυτού, συνισταμένη στο ότι αυτό καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ενώ αιτιολογείται περαιτέρω ότι δεν υφίσταται μείωση της αξίας των επικειμένων του εναπομείναντος τμήματος, επί του οποίου λειτουργεί επιχείρηση εκκοκκιστηρίου βάμβακα της αναιρεσείουσας, καθόσον κατά τις ανέλεγκτες, σαφείς και επαρκείς παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, δεν θίγονται ζωτικής σημασίας τμήματα αυτής, ούτε και τα επικείμενα και δύναται αυτή να εξακολουθήσει τη λειτουργία της χωρίς να υφίστανται μείωση της αξίας τους τα εναπομένοντα επικείμενα αυτού, ήτοι αιτιολογείται επίσης με επάρκεια και σαφήνεια, η δυνατότητα, μετά την απαλλοτρίωση, απρόσκοπτης λειτουργίας και πραγματοποίησης της χρήσης των επικειμένων του, όπως και πριν την απαλλοτρίωση και γ) όσον αφορά το με ΑΚΠ ...
ακίνητο, προσδιορίζεται το τμήμα του εν λόγω ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, ήτοι αναφέρεται ότι η έκταση του τμήματος που απαλλοτριώθηκε είναι 767,71 τ.μ. και η έκταση του τμήματος που απέμεινε είναι 18.972,66 τ.μ., ενώ συνάγεται και η κατά προορισμό χρήση αυτού ως αγροτικού ακινήτου (αγροτεμαχίου), δεδομένων των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η περιοχή όπου αυτό βρίσκεται είναι αγροτική και τα απαλλοτριούμενα ακίνητα διατηρούν τον χαρακτηρισμό του αγρού, ενώ και ο προσδιορισμός της αξίας του έγινε ως αγροτεμαχίου, κρίνεται δε περαιτέρω, [ενόψει της ανωτέρω θέσης και του προορισμού του (ως αγροτεμαχίου) σε σχέση με την περιοχή στην οποία αυτό βρίσκεται (αγροτική), ήτοι με δυνατότητα αγροτικής χρήσης], ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του, εμβαδού 18.972,66 τ.μ., δεν υφίσταται μείωση της αξίας του, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επέρχεται σημαντική μείωση όταν υφίσταται δυσχέρεια καλλιέργειας μικρής έκτασης ακινήτων, στα οποία όμως δεν μπορεί να περιληφθεί το εν λόγω εναπομείναν τμήμα, εμβαδού 18.972,66 τ.μ..
Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω από τη ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθώς και τις ειδικότερα αναφερόμενες τεχνικές εκθέσεις που επίσης προσκόμισαν και επικαλέστηκαν αυτοί, σε συνδυασμό και με όλες τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, όσον αφορά τα ανωτέρω ακίνητα με ΑΚΠ ..., έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθόσον, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔικ), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν. ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 30-04-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 37/30-04-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 194/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (όπως αυτή διορθώθηκε - συμπληρώθηκε με τις υπ' αριθμ. 76 - 77 - 78 - 79/2018 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου).
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Αυγούστου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ