Legislator Case Law & Legislation
1323/2022 AI generated

Supreme Court allows retrial and orders defendants to repay disputed sums with interest.

Case Number 1323/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the University of Athens' appeal against a lower court judgment. The university argued that it had voluntarily paid disputed amounts to the defendants, who had previously received these funds. The court found the evidence of voluntary payment sufficient and ordered the defendants to return the money with interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: When a party voluntarily pays disputed sums before a final judgment, the court may order restitution to the payer upon successful appeal, reversing the lower court's decision.

Keywords

AI generated
voluntary payment restitution retrial order interest on sums university legal entity civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846, 1847 of the Civil Code
Article 340 of the Civil Code
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1323/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Επιστήμης-Μ. Μ., πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 31) …, κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους …., εκ των οποίων οι με α/α 2ου,5ου,6ου,9η,17ου,23ης,25ου,26η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1081/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5681/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, ανέγνωσε την από 24-9-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 102/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 23.7.2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 95/2012) αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ", στρεφόμενη κατά τριάντα ενός (31) συνολικά αναιρεσίβλητων, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 6 Οκτωβρίου 2020, στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 25.5.2021 και μετά από αναβολή εκ του πινακίου για την παρούσα δικάσιμο της 17 Μαΐου 2022.

Κατά την ως άνω δικάσιμο δεν παραστάθηκαν οι 2ος, 5ος, 6ος, 9η, 17ος, 23η, 25ος και 26η των αναιρεσιβλήτων, όπως και κατά την αρχική δικάσιμο, οι οποίοι όμως κλητεύθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, καθ' όσον η επίσπευση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τις σχετικές παραγγελίες προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως για τις ως άνω δικασίμους κάτω από αντίγραφο αυτής της Επιστήμης - Μ.

Μ., ως πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. 6452Γ/12.3.2020 και 6744Γ/21.1.2021 εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α.. Κατά τη συζήτηση, όμως της άνω αιτήσεως κατά την εκ νέου ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 2ος, 5ος, 6ος, 9η, 17ος, 23η, 25ος και 26η, οι οποίοι, πλην του 2ου,νόμιμα κλητεύθηκαν (βλ.

υπ' αριθμ. 6740Γ/131.2021, 6734Γ/12.1.2021, 6742Γ/13.1.2021, 6739Γ/12.1.2021, 6738Γ/12.1.2021 και 6805γ.23.3.2021 εκθέσεις επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητού), αντίστοιχα, ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Ευαγγελία Χαραλάμπους, ως πληρεξούσια δικηγόρο τους (βλ. σχετικές εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα), αντίστοιχα προς τους παρασταθέντες (23) αναιρεσίβλητους, με βεβαίωση, αρμοδίως, του γνησίου της υπογραφής τους.

Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο ως άνω δεύτερος αναιρεσίβλητος - Π. Μ. απεβίωσε στις 24.1.2016, άγαμος ήτοι μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. .../16.9.2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Δημοτικής Ενότητας ...

και άφησε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς: τον αποβιώσαντα στις: 12.9.2016 Ν. Μ., πατέρα του, και εν ζωή τη μητέρα του, Κ. Μ. και την αδελφή του, Μ. Μ., οι οποίες παρ' ότι κλητεύθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος (βλ. υπ' αριθμ. 6802Γ και 6803Γ/22.3.2021 εκθέσεις επιδόσεως του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητού), δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από την ως άνω πληρεξουσία δικηγόρο.

Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 23.7.2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5681/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 1081/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 9.4.2009 και με αριθμό εκθ.

καταθ. 773/2009έφεση των εναγόντων και στη συνέχεια αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής για επιδίκαση διαφορών του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει εντόκως σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσόν των (2.814,00) Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "[...] Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 | Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: (α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές• (β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.

Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση (γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: [...] (η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (01.04.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].

Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (01.01.1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.

Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας - εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λ.π.

Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία - εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας - εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίον θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ. δ' Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Πληροφορικής, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ.

ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Πληροφορικής: "1. Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα: α. Οργάνωσης και Μεθόδων, β. Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και γ. Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης. 2. Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι:

α. Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων. Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας. Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκηση και γενικότερη προετοιμασία του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών.

Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επί θεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας, β. Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων.

Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότης τους, σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης.

Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λ.π.).

γ. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος.

Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (πχ. επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα.

Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 27.12.2007 αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι από το έτος 1999 και εντεύθεν προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, απασχολούμενοι έκτοτε σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό στους κλάδους Π.Ε., Τ.Ε.

και Δ.Ε., αμειβόμενοι κατά το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων, που προβλέπεται από τις διατάξεις των Νόμων 2470/1997 και 3205/2003. Ότι, περί το έτος 2001 οι συμβάσεις αυτές ετράπησαν, με το άρθρο 17 Ν. 2839/2000, από έργου ή ορισμένου χρόνου σε εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σχέση εργασίας με την οποία υπηρετούν έκτοτε μέχρι σήμερα.

Ότι, μολονότι όλοι οι ενάγοντες ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2005 μέχρι 31.12.2007 απασχολήθηκαν αποκλειστικά από το εναγόμενο ως χειριστές Η/Υ, εισάγοντας και επεξεργαζόμενοι στοιχεία και εγγραφές σε Η.Υ, το εναγόμενο κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης δεν κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα του άρθρου 8 παρ. 8 του του Ν. 3205/2003, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 74 ευρώ από 01.01.2004 και στο ποσό των 104 ευρώ από 01.08.2007 και μετά.

Ενόψει αυτών, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα απασχόλησής τους το συνολικό ποσό των 3.687 ευρώ, κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας, επικουρικά δε, ζήτησαν το ανωτέρω ποσό κατά διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ισχυριζόμενοι ότι απασχολήθηκαν ακύρως ως μόνιμο τακτικό προσωπικό προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου και ανατέθηκε σ' αυτούς παράνομα η εκτέλεση αλλότριων καθηκόντων (χειρισμού Η/Υ), που εμπίπτουν σε άλλο κλάδο, και ότι εκ τούτου το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και ενέχεται σε απόδοση της αναφερόμενης στην αγωγή ωφέλειας.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εξαφάνιση, όπως προαναφέρθηκε, της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 2.814,00 Ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2007, και απέρριψε την αγωγή για το προηγούμενο χρονικό διάστημα μέχρι την 31.12.2004 καθόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 Ν.Δ.496/1974.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο) διέλαβε στην απόφασή του - μεταξύ των άλλων - τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ μεταξύ των ετών 1999-2002 και πάντως προ του ένδικου χρόνου, απασχολούμενοι αρχικά σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων Π.Ε.

και Δ.Ε., διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό καθεστώς μέχρι τις 31.12.2003 από τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 από τον Ν. 3205/2003. Από τον Δεκέμβριο του έτους 2001 οι ενάγοντες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και συγκεκριμένα: ο 1ος έως 20η στον κλάδο ΠΕ μηχανικών και οι υπόλοιποι, ήτοι:

ο 21ος έως και την 31η στον κλάδο ΔΕ διοικητικού λογιστικού. Προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν κατόπιν εντολής του στους ενάγοντες τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2007.

Οι ενάγοντες κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εκτέλεσαν κατά κύρια και αποκλειστική απασχόληση καθήκοντα διαφορετικά από εκείνα του κλάδου για τον οποίο είχαν προσληφθεί. Από την παραπάνω δε εργασία των εναγόντων το εναγόμενο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το παραπάνω επίδομα πληροφορικής για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εκτέλεσαν καθήκοντα της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια του εναγομένου σε βάρος τους και ανέρχεται κατά μήνα από 01.01.2004 στο ποσό των 74 ευρώ και από 01.08.2007 στο ποσό των 104 ευρώ.

Συγκεκριμένα καθένας από τους ενάγοντες - εκκαλούντες δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 μέχρι 31.7.2007 το συνολικό ποσό των 2.294 ευρώ (74 ευρώ x 31 μήνες) και από 01.08.2007 μέχρι 31.12.2007 το συνολικό ποσό των ευρώ 520 ευρώ (104 ευρώ x 5 μήνες), ήτοι συνολικά το ποσό των 2.814 ευρώ...". Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, διοικητικοί υπάλληλοι, στους οποίους το αναιρεσείον - εναγόμενο ανέθεσε αλλότρια καθήκοντα ήτοι του χειριστή Η/Υ δικαιούνται το επίδομα πληροφορικής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, καθ' όσον αυτό ωφελήθηκε από την εργασία τους που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ.11 ν. 2470/1997 να καταβάλλει αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων, βάσει του άρθρου 17 του Οργανισμού του, ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους των άρθρων 8 παρ.11 ν.2470/1997, 1 παρ.1 και 8 παρ.8 ν.3205/2003 και με κακή εφαρμογή τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, υπάγοντας εσφαλμένα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Κατά συνέπεια , ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της επικουρικής βάσεως της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1081/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην προ της αναιρεθείσας αποφάσεως κατάσταση, οπότε, εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία ή αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, διατάσσεται κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Η αίτηση υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή, μέχρι της προτεραίας της συζητήσεως, με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο κατατιθέμενο στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου. Δύναται επίσης να ζητηθεί η τοκοδοσία των καταβληθέντων ποσών από της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως στον αναιρεσίβλητο, από της οποίας και αρχίζει η υπερημερία αυτού, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ.

Εν προκειμένω, το αναιρεσείον δια των κατατεθεισών την 20.09.2021 προτάσεων αυτού, επικαλούμενο ότι κατέβαλε εκουσίως στους αναιρεσιβλήτους τα επιδικασθέντα δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ποσά μετ' αφαίρεση των κρατήσεων, αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να επιστρέψουν τα ως άνω ποσά νομιμοτόκως από της καταβολής αυτών, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας. Η εν λόγω αίτηση σύμφωνα προς τα ανωτέρω έχει ασκηθεί παραδεκτά και είναι νόμιμη, εκτός του αιτήματος τοκοδοσίας, το οποίο είναι νόμιμο μόνο από την επίδοση της παρούσας, προαποδεικνύεται δε η εν λόγω αίτηση και ουσία βάσιμη, όπως προκύπτει από την προσκόμιση α) της από 21.11.2012 μισθοδοτικής καταστάσεως του εκκαθαριστή αποδοχών Κ. Τ., β) του από 28.9.2020 εγγράφου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών - Τμήμα Χρηματικού και Ταμείου και γ) του από 11.5.2022 σημειώματος της ιδίας Διεύθυνσης προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου, από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν εισπράξει το επιδικασθέν κατ' έφεση για έκαστον ποσό των 2.814 ευρώ.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στο αναιρεσείον το προαναφερόμενο ποσό έκαστος νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μέχρις εξοφλήσεως. Σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττώμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22παρ.1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αριθμ.18 Εισ ΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 Ν.1738/1987 και 2 της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ.1 Ν.3086/2002).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους: 2ο, 5ο, 6ο, 9η, 17ο, 23η, 25ο και 26η των αναιρεσιβλήτων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς.

Αναιρεί την 5681/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την έφεση των λοιπών αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 1081/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν έκαστος στο αναιρεσείον το επιδικασθέν κατ' έφεση ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας μέχρι εξοφλήσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ