Legislator Case Law & Legislation
1323/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against administrative liability judgment regarding personal insult outside official duties.

Case Number 1323/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision dismissing a claim for damages for personal insult. The appellant argued that the respondent's defamatory statements made to members of the Greek community in Munich were not part of his official duties as Consul General. The court found that the respondent's conduct occurred in private social gatherings and lacked the necessary causal link to his official functions, thus invalidating the lower court's dismissal based on lack of passive standing. Consequently, the case was remitted to the same Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 105, 106 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure and Article 1, paragraph 2, case h' of Law 1406/1983; The court established that for an administrative liability claim to succeed, the wrongful act must be causally linked to the performance of official duties, and acts committed in private social contexts do not constitute an abuse of office.

Keywords

AI generated
administrative liability personal insult official duties passive standing remittal for retrial civil procedure appeal causal link

Cited Legislation

AI generated
Articles 105, 106 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2, case h' of Law 1406/1983
Article 38, paragraph 1 of Law 3528/2007
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, paragraph 1 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1323/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Ν. του Θ., συζύγου Ρ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ψ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κυριακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/11/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2055/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2969/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/11/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 01-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2969/2018, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, την έφεση του αναιρεσίβλητου και την αντέφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση και δέχθηκε την έφεση κατά της υπ' αριθ. 2055/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 11-11-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το ποσό των 9.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, εξαφάνισε αυτή και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και, αφού δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

IΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105, 106 Εισ.Ν.ΑΚ και 1 παρ. 2 περιπτ. η' του Ν. 1406/1983 συνάγεται ότι υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κάθε αγωγή αποζημίωσης, η οποία στηρίζεται στην ευθύνη του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που τελούνται ή σημειώνονται κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί και τελούν σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας ή κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε καθ` υπέρβαση των ανατεθέντων καθηκόντων ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των διαταγών ή εντολών που έχουν δοθεί και τελεί σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια προς την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (Ολ.

ΑΠ 1114/1986, ΝοΒ 35,765, ΑΠ 752/1998, ΕλλΔ/νη 40,74), ευθύνη η οποία ανακύπτει, όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή από παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ να εκδώσουν τέτοιες πράξεις, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων αυτών που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των καθηκόντων του (ΑΕΔ 5/1995, ΕλλΔ/νη 36.562 και ΑΕΔ 53/1995, ΕλλΔ/νη 37.575).

Από τις ίδιες όμως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, περαιτέρω, ότι στις περιπτώσεις που, για τις αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, ενάγεται ως προσωπικώς υπεύθυνο προς αποζημίωση, όχι το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά το όργανο (του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ) που προκάλεσε τη ζημία, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υπέχει προσωπική ευθύνη για ανόρθωση της ζημίας (προσωπικό πταίσμα - ενέργεια εκτός του κύκλου των καθηκόντων του), ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν επί της αγωγής αυτής, γιατί στις περιπτώσεις αυτές, η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 53/1995).

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα, που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, "Ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημιά την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια.

Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του". Από τη διάταξη αυτή, που ταυτίζεται από άποψη περιεχομένου προς εκείνες των άρθρων 85 παρ. 1 και 38 παρ. 1 των προϊσχυσάντων Υπαλληλικών Κωδίκων (πδ 611/1977 και ν. 2683/1999 αντίστοιχα), προκύπτει ότι στην έννοια της ζημίας διαλαμβάνεται κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ η περιουσιακή ζημία και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τις οποίες ο ζημιωθείς δύναται να απαιτήσει μόνο από το Ελληνικό Δημόσιο, του οποίου ο ζημιώσας ήταν υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, κατ` αποκλεισμό της έναντι αυτού ευθύνης του τελευταίου.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, δηλαδή, το αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι τρίτων (ΑΠ 294/2008), και περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 105 Εισ. Ν ΑΚ, το οποίο στο δεύτερο εδάφιό του ορίζει ότι, " Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο" (ΟλΑΠ 3/2009, ΑΠ 351/2015, ΑΠ 957/2013, ΑΠ 1429/2012, ΑΠ 1531/2011).

Ως αιτιολογία για την καθιέρωση του αστικώς ανεύθυνου των δημοσίων υπαλλήλων έναντι τρίτων προβλήθηκε ότι με την ανάληψη της ευθύνης από το Δημόσιο προστατεύεται αποτελεσματικότερα ο πολίτης και ότι οι υπάλληλοι δεν δύνανται να εργάζονται υπό την δαμόκλειο σπάθη της ευθύνης και για ελαφρά ακόμη αμέλεια και ότι εργαζόμενοι υπό την απειλή αυτή, καθίστανται διστακτικοί ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των νόμων.

Εξάλλου, με το άρθρο 2 του ν. 3528/2007, ορίζεται στην παρ. 2 ότι "υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις... υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές γι` αυτούς διατάξεις", υπάγοντας πλέον, σε αντίθεση με τους προϊσχύσαντες Υπαλληλικούς Κώδικες, το σύνολο των απασχολουμένων στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, με οποιαδήποτε ειδικότερη μορφή (μόνιμοι, μετακλητοί υπάλληλοι, Διοικητές και πρόεδροι Διοικητικών Συμβουλίων ΝΠΔΔ, μέλη ΔΕΠ, λειτουργοί του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, κτλ.) στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά το μέτρο που δεν ρυθμίζεται κάποιο ζήτημα διαφορετικά σε ειδικό νόμο που να τους αφορά (ΟλΑΠ 3/2009).

Περαιτέρω , από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με Ν.Δ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Πολιτικά και Ατομικά Δικαιώματα εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη.

Επίσης, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Οι ανωτέρω διατάξεις, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωµα της παροχής έννοµης προστασίας µε το συνακόλουθο δικαίωµα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν τον κοινό νοµοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθµίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του άρθρου 38 παρ.1 του Ν. 3528/2007, με το οποίο εισάγεται επιτρεπτή, υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση για το ανεύθυνο αυτών , η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 20, 25 του Συντάγματος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ , διότι ο τρίτος ζημιωθείς διατηρεί αξίωση κατά του Δημοσίου και έτσι δεν θίγεται το δικαίωμά του για παροχή έννομης προστασίας .

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).

ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 11-11-2009 αγωγή της, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών , Γενικός Πρόξενος του Προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο της Γερμανίας , οφείλει να της καταβάλει (κατόπιν τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό) ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, το ποσό των 499.956 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2055/2016 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή εν μέρει ως προς συγκεκριμένη συμπεριφορά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 9.000 ευρώ και, κατά τα λοιπά, την απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου.

Κατόπιν έφεσης του τελευταίου και αντέφεσης της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 2969/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αντέφεση , δέχθηκε τυπικά αυτές και στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς το μη ανατρεπόμενο κεφάλαιο, για την ενότητα της εκτέλεσης και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου προς διεξαγωγή της δίκης .

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...η ένδικη αγωγή, η οποία παραδεκτά ασκήθηκε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων τα οποία έχουν την απαιτούμενη προς τούτο δικαιοδοσία, καθότι στρέφεται κατά του εναγόμενου διπλωματικού υπαλλήλου ατομικώς, ως προσωπικά υπεύθυνου, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και ως εκ τούτου πρόκειται περί διαφοράς ιδιωτικού δικαίου , με το προαναφερόμενο ιστορικό και αίτημα αυτής, κρίνεται στο σύνολό της απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου προς διεξαγωγή της δίκης, διαδικαστική προϋπόθεση η οποία άλλωστε ερευνάται σε κάθε περίπτωση αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και χωρίς την υποβολή ειδικού προς τούτο παραπόνου.

Και τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο εναγόμενος εκδήλωσε την όλη παραβατική του συμπεριφορά, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου στην αλλοδαπή λόγω της ιδιότητάς του ως διπλωματικός υπάλληλος και δη ως Γενικός Πρόξενος του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο, ενεργώντας, αφενός μεν στα πλαίσια και κατά την ενάσκηση της υπηρεσιακών καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί (σε σχέση με τη συμπεριφορά του που προκάλεσε την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας εξαιτίας των προφορικών και έγγραφων εντολών του προς αυτή, των προφορικών και έγγραφων αποφάσεων που την αφορούσαν, την ενημέρωση του προσωπικού του Γενικού Προξενείου περί απαλλαγής της από τα καθήκοντα της γραμματέως, τη διατύπωση κρίσεων για το πρόσωπό της, την επιβολή σε βάρος της πειθαρχικών ποινών καθώς και την εν γένει συμπεριφορά του προς αυτή), αφετέρου δε κατά κατάχρηση των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, δηλαδή καθ' υπέρβαση αυτών ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την ανατεθείσα σ' αυτόν υπηρεσία (σε σχέση με τη συμπεριφορά του που προκάλεσε την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, εξαιτίας του ότι ισχυρίσθηκε, με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ψευδή και συκοφαντικά κατά τα εκτιθέμενα περιστατικά που αφορούσαν το πρόσωπό της, σε μέλη της ομογένειας του Μονάχου, κατά τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν, ως εκ της ιδιότητάς του, επαφές με τα εν λόγω μέλη, ότι δηλαδή απάλλαξε την ενάγουσα από τα καθήκοντα της ιδιαιτέρας γραμματέως του επειδή υπέπεσε σε βαριά παραπτώματα), τελούσε δε η όλη συμπεριφορά του εναγόμενου σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την ανατεθείσα σ' αυτόν υπηρεσία.

Επομένως, η ενάγουσα, δεν έχει αξίωση κατά του εναγόμενου ατομικώς, αφού ο τελευταίος, ως διπλωματικός υπάλληλος και δη ως Γενικός Πρόξενος του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο, δεν ευθύνεται έναντι αυτής (ενάγουσας) για τις προαναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις του, που έλαβαν χώρα, κατά την αγωγή, εντός (και όχι εκτός) του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, έστω και κατά κατάχρηση αυτών με την έννοια που προεκτέθηκε, ούτε ενέχεται ο εναγόμενος για την αποκατάσταση της προκληθείσας από αυτόν μη περιουσιακής ζημίας και δη της ηθικής βλάβης την οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του, αλλά υπόχρεο προς τούτο είναι μόνο το Ελληνικό Δημόσιο κατά του οποίου η ενάγουσα νομιμοποιείται να στραφεί και να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την φερόμενη ως τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία από υπαιτιότητα του οργάνου του (και εν προκειμένω του εναγόμενου), αφού σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα (Ν. 3528/2007) το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3566/2007 ("Κύρωση ως Κώδικα του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" - ΦΕΚ Α' 117/5-6-2007), καθιερώθηκε νομοθετικά το αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων - και κατ' ανάλογη εφαρμογή και των διπλωματικών υπαλλήλων όπως είναι εν προκειμένω ο εναγόμενος - έναντι τρίτων και περιορίσθηκε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ενώ στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 6 του άρθρου 38 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα το οποίο ορίζει ότι, "ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ".

Άλλωστε, όπως ορθά εκθέτει και η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της, οι προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του εναγόμενου, τελούν μεταξύ τους σε χρονική εγγύτητα και αιτιώδη συνάφεια και διαδρομή, έτσι ώστε συνιστούν στην ουσία μια και μόνη αδικοπραξία η οποία της επέφερε ενιαία βλάβη και δη την ιστορούμενη προσβολή της προσωπικότητάς της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, αναφορικά με τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις που τέλεσε κατά τα εκτιθέμενα ο εναγόμενος σε βάρος της ενάγουσας και οι οποίες ανάγονται στον κύκλο των καθηκόντων του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα και ήδη αντεφεσίβλητη με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αντέφεσης η οποία ισχύει ως αυτοτελής έφεση, κρίνονται αβάσιμα στην ουσία τους και απορριπτέα.

Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, διαχώρισε τη συμπεριφορά του εναγόμενου σε σχέση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με τα αναληθή και συκοφαντικά περιστατικά που αφορούσαν την ενάγουσα και τα οποία ισχυρίσθηκε ενώπιον επιφανών μελών της ομογένειας του Μονάχου και με την εσφαλμένη παραδοχή ότι νομιμοποιείται παθητικά (εναγόμενος), καθότι η αδικοπρακτική του συμπεριφορά εκδηλώθηκε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, προέβη ακολούθως κατά τούτο στην κατ' ουσίαν έρευνα της ένδικης αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί, ότι η εν λόγω συμπεριφορά του εναγόμενου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έλαβε χώρα, με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και μάλιστα κατά κατάχρηση αυτών, τελούσε δε σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια προς την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, γενομένης στο σημείο αυτό δεκτής ως βάσιμης κατ' ουσίαν της σχετικής προς τούτο ένστασης περί έλλειψης της ως άνω διαδικαστικής προϋπόθεσης και δη της παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου προς διεξαγωγή της δίκης που (ουσιαστικά) συνιστά ανεπτυγμένη άρνηση της ένδικης αγωγής, την οποία νομότυπα προέβαλε ο εναγόμενος στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης".

Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα (Ν. 3528/2007) δεχθέν ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά την εκδήλωση της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου στην αλλοδαπή, λόγω της ιδιότητάς του ως διπλωματικού υπαλλήλου και δη ως Γενικού Προξένου του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Μόναχο, ενεργώντας, στα πλαίσια και κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί, σε σχέση με τη συμπεριφορά του, που προκάλεσε την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας εξαιτίας των προφορικών και έγγραφων εντολών του προς αυτή, των προφορικών και έγγραφων αποφάσεων που την αφορούσαν, την ενημέρωση του προσωπικού του Γενικού Προξενείου περί απαλλαγής της από τα καθήκοντα της γραμματέως, τη διατύπωση κρίσεων για το πρόσωπό της, την επιβολή σε βάρος της πειθαρχικών ποινών, καθώς και την εν γένει συμπεριφορά του προς αυτή.

Επίσης, με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες στην προδιαληφθείσα σχετική νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ.1της Ε.Σ.Δ.Α. και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, διότι με τη διάταξη αυτή (αρθ. 38 παρ. 1 Ν. 3528/2007), που προαναφέρθηκε και που ισχύει για όλους τους πολίτες, ρυθμίζεται, όμοια για όλους, ο τρόπος άσκησης του ως άνω δικαιώματος και το πρόσωπο του υπευθύνου για την καταβολή της αποζημίωσης και έτσι δεν θίγεται το δικαίωμα του ζημιωθέντος για παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 1780/1989).

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης ,ως προς τα οικεία σκέλη του Ι και ΙΙ, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η συμπεριφορά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, που προκάλεσε την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας , εξαιτίας του ότι ισχυρίσθηκε, με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ψευδή και συκοφαντικά, περιστατικά που αφορούσαν το πρόσωπό της, σε μέλη της ομογένειας του Μονάχου, κατά τις επαφές του με τα εν λόγω μέλη σε ιδιωτικές κοινωνικές εκδηλώσεις εκτός του χώρου του Προξενείου και συγκεκριμένα ότι απάλλαξε την ενάγουσα από τα καθήκοντα της ιδιαιτέρας γραμματέως του, επειδή υπέπεσε σε βαριά παραπτώματα, δεν τελούσε σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την ανατεθείσα σ' αυτόν υπηρεσία με την ιδιότητα του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Μόναχο , αφού η ανωτέρω αποδιδόμενη σ' αυτόν αδικοπρακτική συμπεριφορά, που εκδηλώθηκε σε ιδιωτικές κοινωνικές συναντήσεις με μέλη της ομογένειας , δεν ανάγεται στον κύκλο των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων και συνακόλουθα δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπέρβαση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο.

Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της έφεσης του αναιρεσίβλητου, υπήγαγε και την μερικότερη ως άνω, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου στο πραγματικό της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 38 παρ.1του Ν.3528/2007, δεχθέν και ως προς αυτή ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος.

Επομένως, είναι βάσιμος ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία σκέλη του (Ι και

ΙΙΙ).Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές , πλην εκείνων, που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως εν μέρει ηττηθείς στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, με συμψηφισμό των κατανεμομένων μεταξύ των διαδίκων εξόδων ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2969/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση ,κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ