Legislator Case Law & Legislation
1323/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court jurisdiction over public law claims arising from employment disputes.

Case Number 1323/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of First Instance's decision to partially award damages to former public servants. The court held that the underlying dispute concerned public law obligations and administrative acts, not private law rights. Consequently, the lower civil court exceeded its jurisdiction by adjudicating the matter.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1) and 2 of the Constitution; Disputes arising from the application of public law provisions or administrative acts constitute administrative differences subject to administrative courts, even if based on a terminated private law employment relationship.

Keywords

AI generated
jurisdictional error administrative court public law claims employment dispute excess of jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) and 2 of the Constitution
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 580(1) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Εμμανουέλας Πανοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Β. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Χ. Ζ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, 3) Ε. Δ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, 4) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής, 5) Ι. Π. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, 6) Κ.-Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, 7) Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής και 8) Α. Π. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βιολέτας Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-07-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 772/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3273/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 08-11-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννη Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι:

"1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, διοικητικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων, διεπομένων από τους ειδικούς κανόνες του διοικητικού δικαίου, η οποία προέρχεται από μονομερή πράξη ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, ενεργούντος κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας προς επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ ιδιωτικές είναι οι διαφορές οι προκύπτουσες από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος και εν γένει από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ προσώπων, τα οποία δεν ασκούν δημόσια εξουσία. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας από τα διοικητικά όργανα προς επιδίωξη δημοσίου σκοπού γίνεται με την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες θεσπίζεται νομική ρύθμιση, καθώς και με τη διενέργεια υλικών πράξεων, με μόνη τη βούληση του οργάνου, ανεξαρτήτως της βούλησης εκείνων στους οποίους επιβάλλεται η υποχρέωση ορισμένης συμπεριφοράς ή εκείνων οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειες των υλικών πράξεων. Οι διαφορές που γεννώνται από την εν λόγω δράση της διοίκησης είναι, κατά τα ανωτέρω, διοικητικές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε αυτών και εκείνες οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας αναφορικά με την ευθύνη του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζουν, η μεν πρώτη ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος [...]"• η δε δεύτερη ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προς αποζημίωση ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων αυτών, γεννά διοικητική διαφορά, όταν η ζημία προέρχεται από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημοσίας εξουσίας των εν λόγω οργάνων ή από υλικές ενέργειες, τελεσθείσες σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας αυτής, οι οποίες όμως δεν συνδέονται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 6/1996, ΑΕΔ 53/1995). Διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993).

Στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27.12.2005), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α' 216/23-10-2008), ορίζεται ότι:

"1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια, τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις, με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. […]

4. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρίας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών [...]. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται, κατά τα ανωτέρω [....]".

Περαιτέρω, με το ν. 3717/2008 "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρίες Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 239/26.11.2008), ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την Ολυμπιακή και στόχο έχει την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις προαναφερόμενες εταιρίες, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις εν λόγω εταιρίες.

Στο Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού (υπό τον τίτλο "Μέτρα κοινωνικής στήριξης") και ειδικότερα στο άρθρο 6 παρ. 1 αυτού, προβλέπεται ότι "Οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό κατά την κρίσιμη ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή την 01-10-2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως εξής: (α) Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την κρίσιμη ημερομηνία, το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ισοδύναμων μηνιαίων αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο (1/6), από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού αυτού πολλαπλασιαζόμενου επί εβδομήντα δύο (72).

Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα, και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την κρίσιμη ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την κρίσιμη ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του εξηκοστού έτους της ηλικίας του.

Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης της παρούσας περίπτωσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων και εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιούμενου ποσού". Στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 6 του ν. 3717/2008, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 1 της ΠΝΠ 16-09-2009 (ΦΕΚ Α' 181/16.9.2009), ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων", στη δε παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών".

Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, εκδόθηκε η κοινή απόφαση Φ10621/ οικ. 23964/1972/2.10.2009 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 2158/2.10.2009), με την οποία αφενός προβλέφθηκε ότι η προαναφερόμενη ειδική κοινωνική ενίσχυση του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3717/2008 θα ανέλθει στο συνολικό ποσό των 24.786.662,49 ευρώ, που αναλύεται σε 4.131.110 ευρώ για το πρώτο έτος και για καθένα από τα επόμενα πέντε (5) έτη και αφετέρου καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η γενική διαδικασία χορήγησης του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με αυτές θεσπίσθηκε ένα πλέγμα προστατευτικών ρυθμίσεων για τους εργαζομένους του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, από τη στιγμή που οι εντασσόμενες σε αυτόν εταιρίες θα τεθούν στο προβλεπόμενο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, προς το σκοπό της θέσης σε εφαρμογή του σχεδίου αποκρατικοποίησης της εταιρίας αυτής, ώστε, κατά τα αναγραφόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3717/2008, να αποτραπεί η περαιτέρω επιβάρυνση των Ελλήνων φορολογουμένων, έχοντας, όμως, ληφθεί επαρκής κοινωνική μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των απολυομένων. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέφθηκε η ενίσχυση, μεταβατική υποστήριξη και εργασιακή αποκατάσταση του προσωπικού των εν λόγω εταιριών και θεσπίσθηκαν κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις ως άνω εταιρίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η χορήγηση στους ιπτάμενους χειριστές προσθέτου ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης (άρθρο 6 ν. 3717/2008), λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο, πέραν του προβλεπόμενου από το άρθρο 4 παρ. 1 του νόμου αυτού "εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης".

Ειδικότερα, ο όμιλος της Ολυμπιακής Αεροπορίας τέθηκε, κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, συνιστάμενου στην αποκρατικοποίηση του, με παράλληλη διασφάλιση του απολυόμενου προσωπικού. Η επίμαχη ειδική κοινωνική ενίσχυση έχει χαρακτήρα κοινωνικής παροχής, που προβλέπεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων), καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλεται από το Υπουργείο Οικονομικών, οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσεως, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο. Ενόψει αυτών, η απορρέουσα από την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων διαφορά, συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι ιδιωτική διαφορά (ΑΠ 732/2020, ΑΠ 356/2020, ΑΠ 1463/2019, ΑΠ 1272/2018, πρβλ. ΣτΕ 3504/2013).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2005).

[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 29-07-2011 (με αριθμό κατάθεσης 143547/4505/2011) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσαν ότι, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εργάσθηκαν στην εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ", ως ιπτάμενοι χειριστές - κυβερνήτες αεροσκαφών, μέχρι την 15-12-2009, οπότε η εργοδότρια εταιρία, η οποία είχε τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για όλους τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους και την 21-01-2010 για τον 6° από αυτούς, και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3717/2008, εντάχθηκαν στο πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας του ΟΑΕΔ.

Ότι την 02-10-2010, έχοντας θεμελιώσει τις προϋποθέσεις, [ (και ενώ) υπέβαλαν αίτημα προς το ΙΚΑ για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος και στη συνέχεια, την 23-12-2010 οι 1ος, 2ος, 3ος και 5ος, την 17-01-2011 ο 4ος, την 26-01-2011 ο 6ος, την 27-09-2010 ο 7ος, και την 05-11-2010 ο 8ος], υπέβαλαν αίτηση προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για την καταβολή της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3717/2008.

Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, παρόλο που πληρούσαν τις οριζόμενες από το ανωτέρω άρθρο προϋποθέσεις και παρήλθαν δύο μήνες από την υποβολή της σχετικής αίτησης, δεν τους κατέβαλε μηνιαίως το ποσό της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, αρνούμενο παράνομα και υπαίτια την καταβολή αυτού, το οποίο δικαιούνται, κυρίως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3717/2008, άλλως ως αποζημίωση (ΕισΝΑΚ 105 και 106) προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη του εναγομένου να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου αυτού, άλλως κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς και αποζημίωση με βάση το άρθρο 4 του ν. 2690/1999, λόγω παράλειψης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ως οργάνου του εναγομένου, να απαντήσει στο έγγραφο αίτημά τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία παραδεκτά περιόρισαν εν μέρει σε αναγνωριστικά, με το νόμιμο τόκο, ως την πρόσθετη ειδική κοινωνική ενίσχυση.

Επίσης να αναγνωρισθεί ότι οφείλει το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων το ποσόν των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν εξ αιτίας της αδικοπραξίας και ποσό. 10.000 Ευρώ ως αποζημίωση βάσει του άρθρου 4 του Ν. 4690/1999, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 772/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας στο σύνολο της. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν την από 06-08-2015 (με αριθμό κατάθεσης 4924/2015) έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 3273/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την κυρία βάση της, και:

α) υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: στον 1° το ποσό των 22.896 ευρώ, στον 2° το ποσό των 41.110,96 ευρώ, στον 3° το ποσό των 39.329,40 ευρώ, στον 4° το ποσό 22.354,50 ευρώ, στον 5° το ποσό των 31.388,90 ευρώ, στον 6° το ποσό 27.461,80 ευρώ, στον 7° το ποσό των 41.834 ευρώ και στον 8° το ποσό των 33.192,70 ευρώ και

β) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: στον 1° το ποσό των 41.212,80 ευρώ, στον 2° το ποσό των 74.747,20 ευρώ, στον 3° το ποσό. των 70.792,92 ευρώ, στον 4° το ποσό. των 38.002,65 ευρώ, στον 5° το ποσό των 56.500,02 Ευρώ, στον 6° το ποσό των 46.685,06 ευρώ, στον 7° το ποσό 71.117,80 ευρώ και στον 8° το ποσόν των 56.427,59 ευρώ, όλα δε τα ποσά με τόκο 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας, στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 περ. θ' του ν. 1406/1983, όπως η περ. θ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2721/1999, έκρινε ότι οι πράξεις της διοίκησης που έχουν "ως υπόβαθρο έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, εξαιρούνται από την έννοια της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, είναι δε ιδιωτικές διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος, δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων [...].

Ειδικότερα, ως διαφορές ιδιωτικού δικαίου νοούνται οι αναγόμενες σε δικαιώματα και γενικότερα σχέσεις ιδιωτικού δικαίου ή έχουν υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών. Δηλαδή, κρίσιμα από την άποψη της δικαιοδοσίας είναι η φύση του δικαιώματος και γενικότερα της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και όχι της πράξης από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση".

Σε συνέχεια της ανωτέρω κρίσης, το Εφετείο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και αφού, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα, απορρίπτοντας σιωπηρά τον προταθέντα με τις προτάσεις ισχυρισμό του εκεί εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη διαφορά, κατά την κυρία βάση της, απορρέουσα από την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται ανωτέρω, συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και όχι ιδιωτική διαφορά, ανεξαρτήτως του ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος είχαν ως υπόβαθρο τη λυθείσα σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ωσαύτως, συνιστά διοικητική διαφορά και κατά τις επικουρικές βάσεις, ως προς μεν την πρώτη από αδικοπραξία, διότι η επικαλούμενη παρανομία των οργάνων του εναγομένου, λόγω μη καταβολής του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας αυτού, ούτε οφείλεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, ως προς δε τη δεύτερη επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η υποκείμενη σχέση είναι δημοσίου δικαίου. Το αυτό ισχύει και ως προς την αξίωση αποζημίωσης του άρθρου 4 του ν. 2690/1990, συνεπεία παράλειψης διοικητικής αρχής να προβεί σε νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια.

Συνακόλουθα, το Εφετείο, που υπέλαβε ότι με την αγωγή εισάγεται προς κρίση ιδιωτική διαφορά και προχώρησε στην εκδίκασή της, την οποία και δέχθηκε εν μέρει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά τα ανωτέρω, , υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που προτάθηκε με τις υποβληθείσες ενώπιον αυτού προτάσεις του, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, είναι βάσιμος.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 580 παρ. 1), όχι όμως και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η από 06-08-2015 έφεση του Δ.

Β. (σημ.:1ου αναιρεσίβλητου) και λοιπών και να απορριφθεί η από 06-08-2015 έφεση (ΑΠ 302/2009, ΑΠ 1781/2005). Κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3273/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 06-08-2015 εφέσεως των εναγόντων Δ. Β. (σημ.:1ου αναιρεσίβλητου) και λοιπών κατά της 772/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 6.8.2015 (με αριθμό κατάθεσης 4924/2015) έφεση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ