Legislator Case Law & Legislation
1323/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company regarding statute of limitations extension in car accident liability case.

Case Number 1323/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the plaintiffs against the First Instance Court of Athens. The plaintiffs argued that the statute of limitations for their claim against the insurance company had been extended to twenty years, rendering the lower court's dismissal based on the two-year limit invalid. The court accepted this argument, finding that a prior final judgment had legally extended the limitation period, thereby making the original dismissal legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10 para. 1 & 2 of Law 489/1976; Art. 268 of the Civil Code: Where a final judgment has extended the short limitation period to twenty years, an appeal challenging the dismissal based on the original two-year limit is admissible and must be accepted.

Keywords

AI generated
statute of limitations insurance liability car accident damages limitation period extension final judgment effect civil procedure appeal admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 681A of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 10 para. 1 and 2 of Law 489/1976
Art. 268 of the Civil Code
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 51/2002 of the Athens Court of First Instance
Case 3540/2009 of the Athens Court of First Instance
Case 1203/2017 of the Supreme Court of Greece

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. - Μ., συζ. Δ. Κ. και 2) Δ. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", όπως μετονομάσθηκε η εταιρεία "... ΑΕΓΑ", ως οιονεί καθολική διάδοχος της συγχωνευθείσας με απορρόφηση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... AAE" (πρώην "... PLC"), που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 3803/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 26-1-2010 κλήση οι αναιρεσείοντες, επανέφεραν την υπόθεση για συζήτηση και η ως άνω από 29-7-2008 αγωγή τους συνεκδικάστηκε με την από 30-7-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4308/2011 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 719/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30.1.2017 (γεν αριθ. κατ. 681/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 719/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/ 1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986), όπως η παράγραφος 2 ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (παρ. 1) και "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".

Να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του κ.ν. 489/1976 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 7 ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100/Α'/14-5-2007) και η παραγραφή ορίστηκε σε πενταετή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εν λόγω διετής παραγραφή που έχει ως αφετηρία το γεγονός του ατυχήματος αρχίζει, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 241 ΑΚ, από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος.

Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (ΚΠολΔ 215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας, επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς.

Το άρθρο 937 ΑΚ δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, γιατί τούτο ισχύει στην αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, η οποία ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος, όχι από αδικοπραξία αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 1993/2013).

Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις ζημίες που έχουν επέλθει, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωσης της υγείας του παθόντος.

Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή (ΑΚ 255 επ.) και διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.) (ΑΠ 33/2013, ΑΠ 1368/2010). Σε περίπτωση απρόβλεπτης ζημίας, η νέα διετής παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς εξέλιξης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 604/2010).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 8/2007).

Στην προαναφερθείσα ειδική διετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ., κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 1203/2017, ΑΠ 59/2016, ΑΠ 33/2013).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η ένδικη απαίτηση είχε ήδη υποκύψει έναντι της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 ν. 489/1976, παραβίασε τις διατάξεις των στην αρχή της παρούσας παρατεθεισών διατάξεων και ειδικότερα εκείνης του άρθρου 268 του Α.Κ., αφού μετά την τελεσίδικη δικαστική βεβαίωση όλης της προς αποζημίωση απαιτήσεώς τους με την αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής και της ένδικης αξιώσεως σε είκοσι έτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα: "α) Επί της από 25.10.1996 (1ης) αγωγής με αριθμ. κατάθεσης 656/1996 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, των εναγόντων κατά των εναγομένων εκδόθηκε η 52/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι στις 26.8.1995 και περί ώρα 13:30 ο πρώτος εναγόμενος Β.

Χ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφ. ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημιές στην τρίτη εναγομένη εταιρεία "... PLC", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, ως καθολική διάδοχος η ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Ε.Γ.Α."), προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα στην ...

τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας, συζύγου του δευτέρου ενάγοντος, η οποία οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...79 δίκυκλο μοτοποδήλατό της. Ότι συνεπεία του ατυχήματος αυτού η ενάγουσα υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα μετωπιαίου οστού κρανίου, εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα αριστερού γόνατος και προσώπου.

Ότι με την 536/11.9.1997 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής του ΙΚΑ, κρίθηκε προσωρινά ανάπηρη σε ποσοστό 80% λόγω μετατραυματικής επιληψίας, μετατραυματικής συνδρομής, οσφυϊκής δισκοπάθειας με νευρολογικά ευρήματα και ρήξης μηνίσκου αριστερού γόνατος, οφειλομένων στο ένδικο ατύχημα και ότι κατέστη ανίκανη προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 27.8.1995 έως 31.10.1996.

Ότι προ του ατυχήματος αυτού, η ενάγουσα εργαζόταν ως μαγείρισσα στο ξενοδοχείο "... Α.Ε." στην ... κατά τη θερινή περίοδο (από Μάιο έως και Οκτώβριο κάθε έτους) και απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της. Επιδικάσθηκαν δε στους ενάγοντες (ήτοι στην ενάγουσα ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα κατά τον άνω χρόνο ανικανότητας της ενάγουσας προς εργασία και στον ενάγοντα για τη στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσας συζύγου του), σε βάρος των εναγομένων, τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά, για το χρονικό διάστημα από 1.9.1995 μέχρι 30.8.1996.

β) Επί της από 9.6.2000 (2ης) κατά σειρά, με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 74133/2000 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγής των εναγόντων κατά των ιδίων εναγομένων, εκδόθηκε η 1835/2002 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία η 2757/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που υποχρέωσε τόσο τους πρώτο και δεύτερο εναγομένων, όσο και την τρίτη αυτών να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για τις ίδιες ανωτέρω αιτίες του χρονικού διαστήματος από 1.5.1997 μέχρι 31.10.2000.

Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση μόνο η γ' εναγομένη - ασφαλιστική εταιρεία, και εκδόθηκε η 8867/31.12.2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με τις αποφάσεις αυτές, ήτοι την υπ' αριθμ. 2757/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά τριετία από της δημοσιεύσεώς της κατ' άρθρο 518 παρ. 1 Κ.ΠολΔ...

και την υπ' αριθμ. 8867/ 31.12.2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου από της δημοσιεύσεΏς της, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η υγεία της ενάγουσας παρουσίασε επιδείνωση, μη προβλεπτή και μη αναστρέψιμη, ότι ήταν ανάπηρη σε ποσοστό 80%, ότι ήταν ολικά ανίκανη προς εργασία και από 1.11.1996 έως 31.10.2000 και ότι απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, εργαζόμενη ως μαγείρισσα στην ίδια ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της.

Επιδικάστηκαν δε στην ενάγουσα για τις ίδιες ανωτέρω αιτίες, επιδόματα, αποζημίωση αδείας και αναλογία δώρων Χριστουγέννων του χρονικού διαστήματος από 1.5.1998 έως 31.10.2000 και για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αυτής λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, τα αναφερόμενα στις αποφάσεις αυτές ποσά.

Επίσης επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται στις ανωτέρω αποφάσεις για την στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσης συζύγου του, από 1.11.1996 μέχρι 31.7.2000. γ) Επί της από 31.10.2005 (3ης) κατά σειρά (με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 8881/2005 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αγωγής των εναγόντων, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα από 1.5.2001 μέχρι 2004 και για θετική της ζημία και ο ενάγων αποζημίωση για στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του από 1.11.2000 έως 31.10.2005, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3540/18.6.2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επίσης αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των εναγόντων και των δύο πρώτων εναγομένων για το ότι εξ αιτίας του τραυματισμού της ενάγουσας και της συνακόλουθης κατάστασης της υγείας της, ήταν ολικά ανίκανη για την εργασία της ως μαγείρισσα κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.5.2001 έως 31.10.2001, από 1.5.2002 έως 31.10.2002 και από 1.5.2004 έως 31.10.2004, καθόσον είχε αναπηρία 80% και για το ότι λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία, απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία θα αποκόμιζε από την εργασία της αυτή, με βάση το μηνιαίο μισθό των 1.160 ευρώ (μέχρι 31.10.2002) και των 1.180 ευρώ για το υπόλοιπο αυτό χρονικό διάστημα μετά των επιδομάτων αδείας, αποζημίωσης αδείας και αναλογία δώρου Χριστουγέννων, μείον το ποσό που εισέπραξε από το ΙΚΑ.

Επιδικάστηκαν δε ομοίως στην ενάγουσα για τις αιτίες αυτές και για τις αποδειχθείσες θετικές ζημίες που εκτίθενται στην τελεσίδικη αυτή απόφαση τα αναφερόμενα ποσά. Επίσης, επιδικάστηκε στον ενάγοντα το αναφερόμενο στην ίδια τελεσίδικη απόφαση ποσό για την στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσης συζύγου του, από 1.11.2000 μέχρι 31.10.2005 που αποτιμήθηκαν για κάθε μήνα του χρονικού αυτού διαστήματος στο ποσό των 120 ευρώ.

Σημειώνεται ότι από τα με επίκληση προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά του μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορούν οι προαναφερόμενες αποφάσεις, προκύπτει ότι η κατάσταση της ενάγουσας παραμένει σταθερή και συγκεκριμένα τα προσκομιζόμενα αυτά ιατρικά έγγραφα του Νοσοκομείου .... όπου κυρίως παρακολουθείται στο νευρολογικό ψυχιατρικό τμήμα και του Νοσοκομείου ..., όπου παρακολουθείται ορθοπεδικώς, επιβεβαιώνουν ότι η κατάσταση της υγείας της δεν έχει βελτιωθεί, αλλά και ότι δεν έχει υποστεί άλλη επιδείνωση.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις αιτιάσεις της υπό στοιχείο Α έφεσης των εναγόντων και συγκεκριμένα τον πρώτο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους για επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής των ένδικων αξιώσεών τους, σε εικοσαετή από την έκδοση των προηγούμενων ανωτέρω αποφάσεων υπ' αριθμ. 51/2002 και 8867/2004, λεκτέον ότι η σχετική αντένσταση παραδεκτώς κατ' άρθρο 527 αριθμ. 3 σε συνδ.

με 269 παρ. 2γ ΚΠολΔ προτείνεται με λόγο εφέσεως αφού οι ενάγοντες-εκκαλούντες την προτείνουν κατά τα προαναφερόμενα επικαλούμενοι έγγραφη απόδειξη από τις επικαλούμενες αυτές αποφάσεις (βλ. Σαμουήλ "η έφεση" 2009 σελ. 303 αριθμ. 711). Με τον λόγο αυτό της εφέσεώς τους υποστηρίζουν ειδικότερα ότι μετά την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων οι αξιώσεις τους κατά της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας υπόκεινται σε 20ετή παραγραφή κατ' άρθρο 268 παρ. 1 Α.Κ. (που ορίζει ότι κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, και όχι στην βραχυχρόνια διετή παραγραφή που ορίζεται από το άρθρο 10 του ν. 470/1976).

Όμως, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα πρόταση, η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 Α.Κ.

Επί του προκειμένου, όπως προαναφέρθηκε, η υπ' αριθμ. 8867/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δημοσιεύθηκε στις 30.12.2004. Η απόφαση αυτή ήταν η πρώτη που εκδόθηκε μετά την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας που έλαβε χώρα μετά το έτος 1998 με 2000, η γνώση της οποίας (επιδείνωσης) εδραιώθηκε στην ενάγουσα το έτος 2001, όπως με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί.

Η κρινομένη αγωγή ασκήθηκε στις 26.11.2008, ημερομηνία κατά την οποία και επιδόθηκε στους εναγομένους. Ώστε η διετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων ως προς την τρίτη εναγομένη, κατά το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976, αρχομένη το έτος 2001, είχε συμπληρωθεί εντός του έτους 2003, ήτοι προ της δημοσιεύσεως της ως άνω υπ' αριθμ. 8867/2004 τελεσίδικης αποφάσεως και δεν επιμηκύνθηκε, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, σε 20ετία (βλ.

ΑΠ 235/2011, ΑΠ 583/2010, ΑΠ 1365/2010, ΑΠ 514/2009, ΑΠ 938/2006, Εφ.Λαρ. 30/2005, δημ. σε ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, ούτε η έγερση των προηγουμένων αγωγών των εναγόντων (με πρώτη αφορώσα αξιώσεις έτους 25.10.1996), ούτε η έκδοση αποφάσεων επί αυτών, ούτε οι ασκηθείσες εφέσεις κ.λπ., δεν συνιστούν όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, διακοπτικά κατ' άρθρο 261 εδ.

β' Α.Κ., γεγονότα, που μπορεί να επιφέρουν διακοπή παραγραφής επί της ενδίκου αγωγής, η οποία αφορά μεταγενέστερες (μετά την επιδείνωση) αξιώσεις των εναγόντων για περαιτέρω χρονικό διάστημα των προηγούμενων αγωγών κ.λπ. διαδικαστικών πράξεων.

Συνεπώς, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποκύψει στην διετή παραγραφή, ως προς την γ' εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Εξάλλου, σχετικά με τους πρόσθετους λόγους της εφέσεως των εναγόντων λεκτέα τα εξής:... Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεώς τους οι ενάγοντες - εκκαλούντες, παραδεκτά ισχυρίζονται ότι, τόσο η ένσταση της διετούς παραγραφής, ως προς την τρίτη εναγομένη, όσο και η ένσταση της πενταετούς παραγραφής, ως προς τους πρώτο και δεύτερο αυτών, δεν προτάθηκαν από αυτούς (εναγομένους) κατά την συζήτηση της δεύτερης κατά σειρά αγωγής των εναγόντων και καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 8867/ 31.12.2004 τελεσίδικη, ήδη αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί της αγωγής αυτής.

Πράγματι... Στην προκειμένη περίπτωση όμως η ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων δεν μπορούσε να προταθεί στην προηγούμενη δίκη, επί της από 31.10.2000 αγωγής (2ης) αγωγής των εναγόντων, για την οποία εκδόθηκε η 8867/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή για την παρούσα (νέα) δίκη, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο τους, δεδομένου ότι οι αξιώσεις αυτές των εναγόντων, αφορούν άλλο χρονικό διάστημα και άλλες ζημίες των εναγόντων, μεταγενέστερες, που επήλθαν μεν από την ένδικη αδικοπραξία, για την οποία ευθύνονται οι εναγόμενοι, όπως με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε από την ανωτέρω προηγηθείσα απόφαση (αλλά και την 51/2002 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας), αντικειμενικά όμως, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο άσκησης της ανωτέρω (2ης) αγωγής των εναγόντων, επί της οποίας εκδόθηκε η τελεσίδικη αυτή απόφαση και να προταθούν παραδεκτώς...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 4308/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας την από 31.10.2005 αγωγή των αναιρεσειόντων εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, ως παραγεγραμμένη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ανελέγκτως: α) ότι η από 25.10.1996 πρώτη κατά σειρά αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας (για αξιώσεις των ετών 1.9.1995 έως 30.8.1996) τελεσιδίκησε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 51/2002 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας, που δημοσιεύθηκε στις 11.2.2002, β) ότι η κατάσταση της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας από το έτος 2001 και εντεύθεν, αντί της αναμενόμενης βελτιώσεως, παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη και συνεπώς, επειδή μέχρι την δημοσίευση της με αριθμό 8867/31.12.2004 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί της δεύτερης κατά σειρά από 9.6.2000, (αριθμ.

εκθ. καταθ. 74133/2000 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αγωγής των αναιρεσειόντων (αξιώσεις για τα έτη 1.5.1997 έως 31.10.2000) παρήλθε διάστημα δύο ετών, χωρίς στο μεταξύ να έχει ασκηθεί από μέρους τους αγωγή για τις αξιώσεις του επομένου χρονικού διαστήματος, δεν επήλθε επιμήκυνση της ως άνω βραχυπρόθεσμης παραγραφής σε εικοσαετή και γ) ότι όλες οι περαιτέρω, από το έτος 2003 και μετά παραγόμενες αξιώσεις, για την επελθούσα από το ατύχημα εξακολουθητική ζημία που υφίσταντο οι αναιρεσείοντες, όπως είναι και εκείνες που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή (για τα έτη 2006-2007), είχαν υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 268 εδ.

α' και 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως το δεύτερο τούτων ίσχυσε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007. Τούτο δε, διότι με χρόνο γνώσεως της ζημίας εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων το έτος 2001 (οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάσταση της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη) και χρόνο βεβαιώσεως της καθόλου αξιώσεως αυτών (αναιρεσειόντων) με την υπ' αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών το έτος 2002 και δη στις 11.2.2002, χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ.

α' του Α.Κ., προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή των αποτελούντων μέρος της αποθετικής ζημίας των εναγόντων ενδίκων αξιώσεων (κατά το μέρος βεβαίως που δεν περιλαμβάνονται στο σύνολο των απολεσθεισών αποδοχών και αποθετικών ζημιών τους, που τους επιδικάστηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις), ως εικοσαετούς, γιατί η εκ του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως ίσχυε (πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007), αρχική (διετής) παραγραφή (αρχόμενη το έτος 2001) δεν είχε συμπληρωθεί στις 11.2.2002, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 1203/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπείται, κρίθηκε αμετάκλητα σε, μεταξύ των ίδιων και με την αυτή ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων, δίκη, ότι έχει επέλθει ήδη, από το έτος 2002 με την τελεσίδικη με αριθμό 51/2002 απόφαση η κατ' άρθρο 268 ΑΚ επιμήκυνση της βραχείας διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 σε εικοσαετή και για το λόγο αυτό αναιρεθηκε η αντιθέτως κρίνασα με αριθμό 3540/18.6.2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί της τρίτης κατά σειρά, από 31.10.2005 (αριθμ.

καταθ. 8881/ 2005) αγωγής των αναιρεσειόντων (για αξιώσεις του από 1.5.2001 έως 2004 για την πρώτη και 1.11.2000 έως 31.10.2005 για τον δεύτερο χρονικού διαστήματος).

Συνεπώς, ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ταύτα υποστηρίζων πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Συνακολούθως των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προεκτεθέν μέρος της, δηλαδή ως προς την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του ΚΠολΔ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 719/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ