Supreme Court annuls appealable judgment for vagueness regarding contract termination date and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding a contract dispute because the lower court failed to specify the exact termination date of the company. The appellant argued the claim was vague without this date, while the respondent contended the claim was clear. The court ruled that the missing date was a fundamental fact necessary to calculate damages, making the judgment legally flawed and remanding the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 117, 139, 438, 440 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, number 14 of the Code of Civil Procedure: A judgment is annulled if it fails to establish a fundamental fact required for the claim, such as the termination date of a contract, rendering the claim vague and the decision legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1323 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Δ. Χ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τσώκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Αυγούστου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 82/2012 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Απριλίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν' απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη άλλως να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η έκθεση επίδοσης δικογράφου που έχει συνταχθεί, από τον αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο δικαστικό επιμελή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του.
Ανταπόδειξη χωρεί, μόνο εφόσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό. Τα περιστατικά, αντίθετα, που περιέχονται στην πιο πάνω έκθεση αλλά δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του δικ. επιμελητή και των οποίων την αλήθεια όφειλε να εξετάσει αυτός, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση, μέχρις όμως ότου αποδειχθεί το αντίθετο.
Επιτρέπεται δηλαδή, ως προς τις σχετικές με τα τελευταία αυτά περιστατικά βεβαιώσεις του δικ.επιμελητή ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθειά τους. Η διεξαγωγή της ανταπόδειξης γίνεται στην περίπτωση αυτή, κατά τη διαδικασία που εκδικάζεται η συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση (ΑΠ Α.
Π 1553/2008, 236/2006, 361/2004, 455/93). Η διάταξη του άρθρου 128 παρ.1 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ.1 Ν.3994/2011 ορίζει ότι, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Η παραβίαση της διάταξης αυτής, εφόσον την τήρησή της ο νόμος δεν την απαιτεί ρητώς με την ποινή της ακυρότητας και δεν επιτρέπεται γι'αυτήν αναίρεση ή αναψηλάφηση, συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως της επιδόσεως μόνο στην περίπτωση που κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (αρθρ.159 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και διαλαμβάνοντας στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν αποδείχθηκε ότι η παράδοση στις 1 Μαρτίου 2013 αντιγράφου της προσβαλλόμενης με την αναίρεση υπ'αριθ.82/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος έγινε, λόγω μη ανευρέσεως της προς ην η επίδοση εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, στο σύνοικο υιό της Χ. - Δ.
Χ. ο οποίος και υπέγραψε τη σχετική έκθεση και ο οποίος ήταν ανήλικος ως γεννηθείς στις 17-6-1998 και όχι στον σύνοικο υιό της Π. Χ. όπως αναγράφεται στην υπ'αριθ.7343/1 Μαρτίου 2013 έκθεση επίδοσης που συντάχθηκε από την πραγματοποιήσασα την επίδοση Δικαστική Επιμελήτρια Χ. Ρ.. Η επίδοση αυτή που έγινε κατά παραβίαση της ως άνω διάταξης ενόψει και της δικονομικής βλάβης που προκλήθηκε στην εναγόμενη από το λόγο ότι ο παραλαβών το δικόγραφο ανήλικος μη δυνάμενος να αξιολογήσει το περιεχόμενο του και τη σοβαρότητα που παρέλειψε να ενημερώσει έγκαιρα τη μητέρα του αναιρεσείουσα αυτή δε μη λαβούσα γνώση της επίδοσης έγκαιρα δεν κατέστη δυνατό να ασκήσει εμπρόθεσμα αναίρεση κατά της επιδοθείσας απόφασης, η οποία βλάβη και δεν μπορεί ν'αποκατασταθεί με άλλο τρόπο, είναι άκυρη και ως τέτοια δεν κίνησε την προθεσμία της αναίρεσης.
Επομένως, αφού γίνει δεκτή η σχετική αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβάλλεται παραδεκτά με το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή η ένδικη αναίρεση που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα στις 8 Μαΐου 2013. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 767 του ΑΚ n εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύνεται οποτεδήποτε με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου (παρ.1).
Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να δικαιολογεί το άκαιρο της καταγγελίας ο εταίρος που κατήγγειλε άκαιρα την εταιρία ευθύνεται σε : αποζημίωση των λοιπών εταίρων (παρ. 2). Θεωρείται δε άκαιρη η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι' αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους.
Κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 767 του ΑΚ. που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης (άρθρο 288. σχετ. 281 ΑΚ), δεν αποκαθίσταται η ζημία που προκλήθηκε στους λοιπούς εταίρους από το γεγονός της λύσης της εταιρίας, αλλά μόνον εκείνη που συνάπτεται ατιωδώς κατά την έννοια του άρθρου 298 του ΑΚ.
προς την άκαιρη λύση της, δηλαδή η ζημία που προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη επιλογή από τον καταγγείλαντα του χρονικού αυτού σημείου και η οποία κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα δεν θα επέρχονταν αν ο εταίρος τηρώντας τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν είχε καταγγείλει ακαίρως την εταιρία.
Η προκαλούμενη από το απλό γεγονός της καταγγελίας στέρηση των κερδών που εταίρος προσδοκούσε από την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρίας δεν αποκαθίσταται βάσει της ως άνω διάταξης του άρθρου 767 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου αυτού η καταγγελία εταιρίας αόριστης διάρκειας είναι δικαίωμα του εταίρου, μόνον δε το άκαιρο της καταγγελίας γεννά ευθύνη του εταίρου που ακαίρως κατήγγειλε.
Έτσι, αν κατά ορισμένη χρονική στιγμή ή ορισμένη περίοδο υπήρχε ειδική προσδοκία κερδών ή άλλη ειδική περίσταση και ακριβώς πριν από αυτή τη χρονική στιγμή ή περίοδο καταγγέλθηκε η εταιρία χωρίς σπουδαίο λόγο, αντίθετα προς τις επιταγές της καλής πίστης, η απώλεια των κερδών, που θα αποκόμιζαν οι λοιποί εταίροι κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ή περίοδο, συνάπτεται αιτιωδώς με το άκαιρο της καταγγελίας (ΑΠ Ολ.31/1998 απ 855/1999).
Εξετέρου εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε, να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, δεν περιέχει δηλαδή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία.
Στη προκειμένη περίπτωση ο ανάγων εξέθεσε στο δικόγραφο της από 6-8-2008 αγωγής όπως δέχθηκε και το Εφετείο τα εξής : "Ότι στις 15-6-2003 συνεστήθη μεταξύ αυτού και των εναγομένων ατύπως αφανής εταιρία αόριστης διάρκειας με σκοπό την εκμετάλλευση μηχανημάτων έργων και την' μεταπώληση με σκοπό το κέρδος υλικών λατομείου και αυτούσιων υλικών από τη φύση.
Ότι η συμμετοχή κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημιές της εταιρίας καθορίστηκε τελεσίδικα σε ποσοστό 20% και ότι εμφανείς εταίροι ήσαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων. Ότι η λειτουργία της εταιρίας άρχισε την 1-7-2003 και ότι προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού αποκτήθηκαν στο όνομα των εμφανών εταίρων για λογαριασμό της εταιρίας τα σ' αυτήν αναφερόμενα μηχανήματα, τα οποία απασχολήθηκαν για την εκτέλεση του έργου "Ολοκλήρωση του έργου αποκατάσταση της σιδηροδρομικής γραμμής Κρυονερίου - Αγρινίου", του οποίου ήταν ανάδοχος η κοινοπραξία "ΕΛΙΚΑ ΑΤΕΕ –Μ.
Α. Α.Ε.", με την οποία η αφανής εταιρία συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας για την εκτέλεση των σ' αυτήν περιγραφομένων εργασιών. Ότι στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 2005 οι εναγόμενοι κατήγγειλαν από υπαιτιότητα τους σιωπηρά την εταιρία. Ότι κατά τον χρόνο λειτουργίας της εταιρίας τα καθαρά κέρδη αυτής ήσαν 20.920,63 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 μέχρι και την 30-6-2009 (πιθανό χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως επί της ενδίκου αγωγής) η αφανής εταιρία θα είχε καθαρά έσοδα μετά βεβαιότητος και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν είχε λυθεί από υπαιτιότητα των εναγομένων, 29.524,79 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως και συνολικά 1.564.813,80 (53 μήνες χ 29.524,79 ευρώ μηνιαίως) ευρώ, αφού όλα τα μηχανήματα της εταιρίας θα συνέχιζαν να απασχολούνται στο ανωτέρω έργο, το οποίο δεν είχε ολοκληρωθεί και ότι μετά την ολοκλήρωση αυτού θα μπορούσαν να απασχολούνται και σε άλλα έργα που εκτελούντο και εξακολουθούν να εκτελούνται τόσο στο νομό Αιτωλοακαρνανίας όσο και σε γειτονικούς νομούς, στα οποία θα μπορούσαν να έχουν μόνιμη και συνεχή απασχόληση." Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε ο ενάγων όπως παραδεκτά μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής του, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι εταίροι (εμφανείς και αφανείς) είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν το ποσοστό του από τα καθαρά κέρδη της εταιρίας, όπως εκτίθενται ανωτέρω, τα οποία με βεβαιότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα είχε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 μέχρι 30-6-2009 αφενός μεν από την εκτέλεση και αποπεράτωση της αναληφθείσης από την αφανή εταιρία υπεργολαβίας, αφετέρου δε από τη συμμετοχή της αφανούς εταιρίας σε άλλα έργα, στα οποία "Θα μπορούσαν να έχουν μόνιμη και συνεχή απασχόληση".".
Με τη προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε απορριπτέα η αγωγή ως προς τους εναγομένους αφανείς εταίρους ως παθητικά ανομιμοποίητη και όσον αφορά τους εμφανείς εταίρους ως μη νόμιμη κατά το μέρος που εζητούντο διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από της αποπερατώσεως του αναληφθέντος υπεργολαβικά από την αφανή εταιρία έργου "ολοκληρώσεως της ανωτέρω Σιδηροδρομικής Γραμμής" μέχρι και την 30-6-2009 (πιθανό χρόνο εκδόσεως αποφάσεως επί της ενδίκου αγωγής) από τη συμμετοχή της αφανούς εταιρίας σε άλλα έργα, στα οποία "Θα μπορούσαν να έχουν μόνιμη και συνεχή απασχόληση" και απέρριψε την περί των αντιθέτων έφεση του ενάγοντος, μέρος κατά το οποίο και δεν ενδιαφέρει εδώ.
Περαιτέρω και κατά το μέρος που ενδιαφέρει στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε νόμιμη την αγωγή καθό μέρος εζητούντο διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από τον χρόνο καταγγελίας της εταιρίας (1 -2-2005) μέχρι τον χρόνο αποπερατώσεως του αναληφθέντος υπεργολαβικά ως άνω έργου, και αφού δε δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου κράτησε την αγωγή και τη δίκασε κατ'ουσία κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της.
Όμως η αγωγή υπό τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά είναι αόριστη διότι δεν αναφέρεται σ'αυτή ο χρόνος αποπερατώσεως του ως άνω έργου που αποτελεί αναγκαίο θεμελιωτικό της αγωγής πραγματικό περιστατικό αφού μέχρι το χρόνο αυτόν υπήρχε βάσιμη προσδοκία κερδών από την άκαιρη καταγγελία της αφανούς εταιρίας και με βάση το χρόνο τούτο θα μπορούσε να προσδιορισθεί το χρηματικό ποσό που εζητείτο με την αγωγή από την παραπάνω αιτία.
Κατ'ακολουθίαν το Εφετείο που δέχθηκε ορισμένη την αγωγή αφού είχε δεχθεί αντίστοιχο λόγο της έφεσης του τώρα αναιρεσίβλητου, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης με την οποία η αγωγή είχε κριθεί ως μη νόμιμη κατά το αντίστοιχο κεφαλαιό της, και δίκασε στη συνέχεια κατ'ουσίν την αγωγή υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ γι' αυτό και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατ'εκτίμηση από τη διάταξη αυτή είναι βάσιμος, πέραν του παραδεκτού της, αφού ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προβλήθηκε στο Εφετείο.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο ως άνω λόγο της, και κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, που πλήττεται βάσιμα με την αναίρεση. Περαιτέρω και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο (άρθρο 580 παρ.3 εδ.α'ΚΠολΔ) και να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσίβλητου με την οποία ζητείται να εξαφανισθεί η με αυτή προσβληθείσα πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε κρίνει μη νόμιμη την αγωγή του και ενόψει των ως άνω δεκτών γενομένων που οδηγούν στη δημιουργία ευνοϊκότερου δεδικασμένου για τον αναιρεσίβλητο ως εκκαλούντα, ν'απορριφθεί η αγωγή του ως αόριστη.
Εξάλλου πρέπει μετά νέα κατανομή των δικαστικών εξόδων ο ενάγων ως ηττηθείς να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας καθώς και της προκειμένης αναιρετικής διαδικασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως εμπροθέσμως ασκηθείσα την ένδικη αναίρεση.
Αναιρεί την υπ'αριθ.82/2012 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος κατά το εις το σκεπτικό μέρος.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ'αριθ.190/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ