1323/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1323/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ υπήρχε απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα και προέκυψε από συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1323 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΙΣΤΑ ΕΜΠΟΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΑΕ ΑΕ",και με διακριτικό τίτλο "ΝΤΙΣΤΑ ΑΕ" που εδρεύει στα στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγλαΐα Βαλκανά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΒΙ Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Οπτικοακουστικών Προϊόντων" που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μηλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7840/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 483/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη 7838/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 10-6-2004 αγωγή της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για καταβολή του αναγνωρισθέντος καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε με καταγγελία της ενάγουσας, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η αγωγή από το Εφετείο, το οποίο την δέχθηκε ως βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 140.000 ευρώ.
Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 8, 10 και 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη και χωρίς αιτιολογία ότι είναι έγκυρη η από 26-4-2004 εξώδικη καταγγελία της αναιρεσίβλητης, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 2-3-2004, με την οποία "έκλεισε" ο μεταξύ τους " αλληλόχρεος λογαριασμός", παρότι την καταγγελία αυτή υπογράφει ο δικηγόρος Σωτήριος Σιώκος, χωρίς να προκύπτει ότι αυτός είχε σχετική πληρεξουσιότητα και εντολή από την αναιρεσίβλητη, για το οποίο θέμα είχε ταχθεί απόδειξη με την 7840/2007 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και υφίσταται εκκρεμοδικία, όπως η αναιρεσείουσα υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι πέραν του ότι υπό τα επικαλούμενα περιστατικά δεν πρόκειται για εκκρεμοδικία, η ως άνω 7840/2007 προδικαστική απόφαση εκδόθηκε επί άλλης, αντίθετης, αγωγής της αναιρεσείουσας και όχι επί της ένδικης από 10-6-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7838/2007 απορριπτική οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατόπιν άσκησης έφεσης από την αναιρεσίβλητη εξαφανίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ υπήρχε απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα και προέκυψε από συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου, τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε και μετά την καταγγελία του μεταξύ τους υποτιθέμενου αλληλόχρεου λογαριασμού να της στέλνει εμπορεύματα και να χρεώνει την αξία τους, πράγμα που αναιρεί τη φύση του λογαριασμού ως αλληλόχρεου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό και επιχείρημα της εναγόμενης, που δεν αποτελεί "πράγμα", ώστε η μη λήψη υπόψη του από το Εφετείο να ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με τη φύση του μεταξύ των διαδίκων τηρούμενου λογαριασμού και την αναγνώριση του καταλοίπου του τα εξής: " Στην Αθήνα στις 10-5-1999, μεταξύ αφενός της ενάγουσας εταιρείας και αφετέρου α) της ατομικής επιχείρησης του Δ.
Σ., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, λόγω μετατροπής της από ατομική επιχείρηση σε ανώνυμη εταιρεία, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία και β) της εταιρείας " DISΤΑ ΕΠΕ", εκπροσωπούμενης από τον Δημήτριο Σταύρου και με μετέχοντες συνεταίρους αυτόν και τον Αλέξιο Νάκο, υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας.
Με το έγγραφο αυτό συμφωνητικό, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, ως (αποκλειστική) εισαγωγέας στην Ελλάδα των προϊόντων του οίκου JVC Ιαπωνίας (Victor Company of Japan), παραχώρησε στην εταιρεία "DISΤΑ ΕΠΕ" και αρχικά ατομική επιχείρηση του Δ. Σ., εν συνεχεία δε "DISΤA Α.Ε." - εναγόμενη το δικαίωμα διανομής-πώλησης των προϊόντων CAR ΑUDIO της ανωτέρω εταιρείας, Η μεταξύ των ανωτέρω συμβληθέντων εμπορική συνεργασία έφερε τον χαρακτήρα αποκλειστικής διανομής, αφού η εναγομένη θα προμηθευόταν αποκλειστικά από την ενάγουσα όλα τα προϊόντα, τα οποία θα μεταπωλούσε σε τρίτους, επ' ονόματι και για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας τον αντίστοιχο δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, με την έκδοση τιμολογίων στο δικό της όνομα, ενεργώντας ως διανομέας των παραπάνω προϊόντων.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 των γενικών όρων του παραπάνω συμφωνητικού, προϋπόθεση για την ισχύ της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ήταν, ότι ο Δ. Σ. θα κατέχει τουλάχιστον το 51% του εταιρικού κεφαλαίου της εταιρείας "DΙSΤΑ ΕΠΕ". Με το άρθρο 11 των γενικών όρων του ίδιου παραπάνω συμφωνητικού, σε περίπτωση που συμβεί παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού αυτού από έναν συμβαλλόμενο, ο άλλος έχει δικαίωμα καταγγελίας, κοινοποιούμενης προ 20 ημερών με γραπτή ειδοποίηση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με ρητό όρο, η σχετική σύμβαση είχε ισχύ μέχρι την 31-12-2000, μετά δε την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, θα ανανεωνόταν αυτόματα ανά έτος, εφόσον, προηγουμένως, δεν είχε καταγγελθεί και με την προϋπόθεση, ότι ο έμπορος (εναγομένη) θα έχει πραγματοποιήσει, στο αμέσως προηγούμενο έτος, τουλάχιστον το ογδόντα τοις εκατό (80%) του ελαχίστου συμφωνημένου τζίρου πωλήσεων, σύμφωνα με τους στόχους που αναφέρονται στην ίδια συμφωνία.
Η ανωτέρω σύμβαση καταγγέλθηκε από την ενάγουσα, με την από 26-2-2004 εξώδικη καταγγελία της, η οποία και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 2-3-2004, για τον λόγο ότι έπαυσε να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο η εκ των συμβαλλομένων "DISΤΑ ΕΠΕ", στην ύπαρξη της οποίας, λόγω Α. Ν. και της σχετικής με αυτόν εμπειρίας του στην προώθηση προϊόντων CAR ΑUDΙΟ, είχε προσβλέψει η ενάγουσα για τη συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγομένη.
Με την καταγγελία αυτή, η ενάγουσα κάλεσε, παράλληλα, την εναγομένη να προβεί στην τακτοποίηση κάθε εκκρεμότητας της και στην εξόφληση όλων των υποχρεώσεων που είχε απέναντι της και από τη μεταξύ τους εμπορική σχέση και συνεργασία. Είναι γεγονός, ότι μεταξύ των - διαδίκων είχε συμφωνηθεί προφορικά το άνοιγμα και η τήρηση ανοικτού - αλληλόχρεου λογαριασμού, με την καταχώρηση σε κοινό λογαριασμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, με τον τύπο και τη μορφή των πιστοχρεώσεων, προκειμένου να διευκολυνθούν οι μεταξύ τους συναλλαγές και μετά την υπογραφή της παραπάνω εμπορικής τους συνεργασίας, ώστε να εκκαθαρισθούν οι μεταξύ τους απαιτήσεις με το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα προέκυπτε, να αποτελεί τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.
Ο λογαριασμός αυτός δεν ήταν ένας απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, ούτε λειτούργησε ως τέτοιος, με την εναγομένη δηλαδή να μην ήταν ποτέ - και να μην μπορούσε να ήταν - πιστώτρια, όπως, εσφαλμένα, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Αντίθετα, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα απορρέει, σαφέστατα και αναντίρρητα, ότι υπήρξαν, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, και μάλιστα εναλλασσόμενα, αμοιβαίες πιστοχρεώσεις μεταξύ των διαδίκων με εισαγωγή - εγγραφή χρεοπιστωτικών κονδυλίων εκ μέρους και των δύο συμβαλλομένων μερών.
Συγκεκριμένα, η εναγομένη κατέστη, κατ' επανάληψη, πιστώτρια στον λογαριασμό αυτόν, αφού κατέβαλλε προκαταβολές για μελλοντικές αγορές - κλείσιμο εμπορευμάτων, οπότε γινόταν πιστούχος των καταβληθέντων απ' αυτήν ποσών, που της όφειλε η ενάγουσα, ενώ, περαιτέρω, πιστωνόταν με έξοδα συνδιαφημίσεως των προϊόντων.
Περαιτέρω, η εναγομένη κατέστη πιστώτρια του λογαριασμού αυτού, με επιστροφές ελαττωματικών ή ακατάλληλων εμπορευμάτων, καθώς και με εν γένει επιστροφές προϊόντων-εμπορευμάτων εξ άλλης αιτίας, Η εναγομένη, δηλαδή, δεν πιστωνόταν μόνο με ποσά, τα οποία αποτελούσαν τίμημα από διάφορα προϊόντα, που αγόραζε από την ενάγουσα, αλλά πιστωνόταν, ακόμη, με τις προκαταβολές των προϊόντων, που, μελλοντικά, θα παραλάμβανε, καθώς επίσης με τα έξοδα συνδιαφήμισης, αλλά και, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, με τις προβλεπόμενες εκπτώσεις και bonus, εάν και εφόσον πραγματοποιούσε τους στόχους πωλήσεως.
Άλλωστε, τόσο συχνές και σε τέτοιο βαθμό δοσοληψίες μεταξύ δύο εμπορικών εταιρειών, όπως εν προκειμένω, δεν μπορούσαν, να εξυπηρετηθούν διαφορετικά και σύμφωνα με όσα επικρατούν κατά τις σχετικές συναλλακτικές συνήθειες, παρά μόνο από κάποιον αλληλλόχρεο λογαριασμό, που ήταν ο πλέον πρόσφορος και ενδεδειγμένος τρόπος για τη διευκόλυνση - τακτοποίηση μιας εμπορικής συναλλαγής και τέτοιας συνεργασίας, σαν και αυτή που είχαν τα διάδικα μέρη.
Ο μεταξύ των διαδίκων παραπάνω αλληλόχρεος λογαριασμός λειτούργησε μέχρι τις 26-2-2004, οπότε και έκλεισε, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, καταγγέλθηκε από την ενάγουσα η ανωτέρω σύμβαση με την από 26-2-2004 εξώδικη καταγγελία της, η οποία και επιδόθηκε στην εναγομένη στις 2-3-2004. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, ενώ, συγχρόνως, έκλεισε και τον μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό, που υπήρχε προς εξυπηρέτηση αυτής, ακριβώς της εμπορικής τους συνεργασίας, καλώντας την εναγομένη να εξοφλήσει όλες τις οφειλές και τις υποχρεώσεις της από τις μεταξύ τους συναλλαγές και την παραπάνω εμπορική τους συνεργασία.
Το κατάλοιπο του λογαριασμού αυτού. κατά τον χρόνο της παραπάνω καταγγελίας, ανήρχετο στο ποσό των 140.000 ευρώ. Η ενάγουσα διατείνεται, ότι η εναγομένη αναγνώρισε εγγράφως, και συγκεκριμένα με το από 22-3-2004 έγγραφο της, το οποίο της το απέστειλε και εκείνη το έλαβε, ότι το κατάλοιπο του προαναφερθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού ανήρχετο στο ποσό των 140.000 ευρώ, καθώς και ότι η εναγομένη, με το ίδιο έγγραφο, συνομολόγησε, ότι της οφείλει το ποσό αυτό.
Από το έγγραφο όμως αυτό δεν απορρέει άμεση ομολογία της εναγομένης, αναφορικά με οφειλή της από τον ως άνω αλληλόχρεο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμό, αφού στο έγγραφο αυτό δεν προσδιορίζεται ευθέως, ότι η οφειλή της προέρχεται από τον παραπάνω αλληλόχρεο λογαριασμό. Ωστόσο, όπως εκτιμάται, συνάγεται έμμεση, πλην σαφής, εξώδικη ομολογία της εναγομένης εταιρείας, δια μέσου του νομίμου εκπροσώπου της Δ.
Σ., ο οποίος, ενεργώντας μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και των ανατεθειμένων αρμοδιοτήτων του από το νομικό πρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, αναγνωρίζει στο πιο πάνω έγγραφο, ότι υφίσταται, εκ μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα, "ένα ελάχιστο υπόλοιπο ύψους 140.000 ευρώ". Εν όψει δε των προαναφερθέντων συνάγεται, ότι το ποσό αυτό της οφειλής της εναγομένης προς την ενάγουσα προέρχεται από τον ως άνω αλληλόχρεο μεταξύ τους λογαριασμό".
Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε δεχθεί ότι ο μεταξύ των διαδίκων τηρούμενος λογαριασμός ήταν δοσοληπτικός και κρίνοντας επί της αγωγής δέχθηκαν αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 140.000 ευρώ.
Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικώς με τη φύση του λογαριασμού ως αλληλόχρεου και όχι δοσοληπτικού και την αναγνώριση του καταλοίπου του με έμμεση ομολογία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, είναι σαφής και πλήρης, επιτρέπουσα τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 112 Εισ.Ν.
Α.Κ., 669 Εμπ.Ν, 47 και 64-67 ΝΔ της 17-7-/17-8-1923 " περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο και την παραβίαση εκ πλαγίου των οποίων, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, επικαλείται η αναιρεσείουσα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος κατά το δεύτερο μέρος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
O λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της εναγόμενης -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, η τελευταία ισχυρίσθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος και με σκοπό να οικειοποιηθεί το πελατολόγιο και το δίκτυο πωλήσεων που είχε δημιουργήσει, αφού την είχε ενημερώσει για την πρόθεσή της για λύση της εταιρίας DISTA EΠE, χωρίς να προβάλλει αντίρρηση, και η λύση της εταιρίας δεν επηρέαζε τη συνεργασία τους.
Πέραν του ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. την καταγγελία της σύμβασης και την άσκηση της αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε εκ του πράγματος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε για το λόγο ότι έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο η εκ των συμβαλλομένων DISTA EΠE, στην ύπαρξη της οποίας είχε προβλέψει η ενάγουσα για τη συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγόμενη, λόγω της συμμετοχής σ' αυτήν του Α.
Ν. και της εμπειρίας που αυτός διέθετε για την πώληση των προϊόντων CAR AUDIO. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (όχι και 19) λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος. Ο έκτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 (όχι και 9) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της εναγόμενης-εφεσίβλητης ότι αυτή έχει ανταπαίτηση κατά της ενάγουσας ύψους 484.526 ευρώ, με την οποία έπρεπε να συμψηφισθεί η οφειλή της, είναι απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση ούτε άλλωστε προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός περί συμψηφισμού των απαιτήσεων.
Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "NTISTA A.E." για αναίρεση της υπ' αριθ. 483/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ