Legislator Case Law & Legislation
1323/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contract termination, ruling it was a valid unilateral act within good faith limits.

Case Number 1323/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding the termination of an indefinite-term employment contract. The appellant argued the lower court misinterpreted the employment agreement, claiming the bank could only assign specific duties related to a cancelled teleconferencing project. The court held that the lower court's finding was a permissible evaluation of the contract's content rather than a reversible diagnostic error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code; Articles 174 and 180 of the Civil Code; Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act; however, an appeal based on the distortion of a document's content is inadmissible if the lower court merely exercised its discretion in evaluating the document's truthfulness regarding the facts.

Keywords

AI generated
termination of employment contract unilateral voidable act good faith principle evaluation of evidence diagnostic error standard inadmissible appeal labor law termination

Cited Legislation

AI generated
Article 669 paragraph 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Articles 1 and 5 of Law 3198/1955
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Article 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1323 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1323/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τ. Α. (T. A.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε, καθολικής διαδόχου της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., νόμιμα εκπροσωπούμενης που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και η Διοίκησή της είναι εγκατεστημένη στο Δήμο Αμαρουσίου (Αθήνα), όπου βρίσκεται εγκατεστημένος ο Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπός της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2393/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4504/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-11-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 6-11-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 27-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου υπάρχει όταν ο ουσιαστικός δικαστής, υπό τις ανέλεγκτες περί τα πράγματα παραδοχές του: α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις του.

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογιών απόφασης, η οποία, εφόσον συντρέχει, καθιστά αυτήν αναιρετέα, κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" στις 7-4-2005, με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να παράσχει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντικό στέλεχος για την προώθηση των πωλήσεων μέσω της δημιουργίας συστήματος τηλεδιάσκεψης (videoconference).

Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος θα είναι αόριστου χρόνου, ότι θα μπορεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε από τα δύο μέρη, ότι σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης ο ενάγων υποχρεούται να προειδοποιήσει την εναγομένη, σύμφωνα με το ν. 2112/1920 και ότι ο τελευταίος, ανάλογα με τις επιχειρηματικές και υπηρεσιακές ανάγκες της εναγομένης, θα παρέχει τις υπηρεσίες του εκτός από τη θέση και το τμήμα που τοποθετείται και σε κάθε άλλο τμήμα, θέση ή ειδικότητα, τα καθήκοντα της οποίας θα μπορεί, κατά την κρίση της τράπεζας, να εκπληρώσει.

Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, ως Διευθύνοντος Υπαλλήλου, συμφωνήθηκαν στο ποσό των 6.000 ευρώ, πλέον επιδομάτων εορτών, αδείας και ισολογισμού. Ο ενάγων γεννήθηκε το έτος 1958 και έχει τη γαλλική και ελβετική υπηκοότητα. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος της Εμπορικής Σχολής της Γενεύης, με ειδίκευση στον τραπεζικό κλάδο και το marketing και πριν προσληφθεί από την εναγομένη είχε εργαστεί από 11/1982 έως 4/1983 ως Προϊστάμενος Πωλήσεων της "Ashoke Nair & Cie" στη Γενεύη, από 1/1984 έως 4/1987 ως Βοηθός Προϊσταμένου του Τμήματος Διεθνών Αγορών της "Union de Banq'ues Suisses" στη Γενεύη, από 6/1987 έως 7/1990 ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εμβασμάτων σε ξένα νομίσματα της Κρατικής Τράπεζας της Γενεύης, από 8/1990 έως 7/1994 ως Προϊστάμενος Τμημάτων και Mc Kinsey Project Manager της Bank Leu της Γενεύης, από 9/1994 έως 11/1995 ως Υπεύθυνος του Τμήματος Εκπαίδευσης και Οργάνωσης της ERI Bancaire SA της Γενεύης, από 12/1995 έως 9/2001 ως Επιθεωρητής Πωλήσεων Ελλάδος και Διευθυντής Τμημάτων marketing και υποστήριξης πωλήσεων του Ομίλου ING Nationale Nederlanden στην Αθήνα, από 9/2001 έως 12/2002 Διευθυντής Πωλήσεων και marketing για την Ελλάδα του Ομίλου ING και από 1/2003 έως 4/2005 ως σύμβουλος ξένων επιχειρήσεων σε θέματα πωλήσεων και marketing στην Ελλάδα.

Μετά την πρόσληψή του από την εναγομένη εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, στην …, επί της οδού …, αριθμ. 5. Ο ενάγων, πριν την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης εργασίας του, απέστειλε προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Β. Κ. τις από 11-3-2005 και 5-4-2005 επιστολές, στις οποίες πρότεινε ως λύσεις αύξησης- της ανταγωνιστικότητας και των κερδών της Τράπεζας, τη μείωση των λειτουργικών εξόδων, την ανάπτυξη του πελατολογίου με προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και τη διατήρηση πελατών με ποιοτικό σέρβις και σταυροειδείς πωλήσεις, για την επίτευξη δε αυτών των στόχων πρότεινε περαιτέρω τη δημιουργία Κεντρικής Διεύθυνσης Υποστήριξης Δικτύου, εξοπλισμένης με σύγχρονη τεχνολογία για μεταφορά εικόνας, ήχου και δεδομένων και στελεχωμένης με εξειδικευμένο προσωπικό, με την οποία τα καταστήματα και τα στελέχη των πωλήσεων θα μπορούν να επικοινωνούν μέσω συστήματος τηλεδιάσκεψης (videoconference), υπολογίζοντας το κόστος του σχετικού εξοπλισμού σε 350.880 ευρώ.

Στις 12-5-2005, μετά την πρόσληψή του, ζήτησε από το Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης την έγκριση των 4 πρώτων συστημάτων τηλεδιάσκεψης, αξίας 13.615 ευρώ και στις 18-5-2005 την έγκριση για την προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων μέσω τηλεδιάσκεψης. Τα αιτήματα αυτά έγιναν δεκτά και στις 26-6-2006 πραγματοποιήθηκε δοκιμαστική εφαρμογή συνεργασίας Net Meeting με εφαρμογή τηλεδιάσκεψης μέσω σύνδεσης ISDN μεταξύ Αθηνών και Θεσσαλονίκης με συστήματα Altec.

Ο Προϊστάμενος Επενδυτικών και Τραπεζικών Προϊόντων της εναγομένης Σ. Κ., με το από 10-6-2006 υπηρεσιακό του σημείωμα προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και τον ενάγοντα, είχε εκφράσει την άποψη ότι ο σχεδιασμός πώλησης προϊόντων μέσω τηλεδιάσκεψης έπρεπε να γίνει με βάση τα διαθέσιμα προϊόντα και ζήτησε περαιτέρω ανάλυση για να γίνει κατανοητό το επενδυτικό πρόγραμμα που πρότεινε ο ενάγων, ενώ ο Διευθυντής Πληροφορικής Ι.

Τ., με το από 10-6-2005 υπηρεσιακό του σημείωμα προς τον ενάγοντα και τη Γενική Διευθύντρια Τ. Τ., ανέφερε ότι για να υλοποιηθεί η προτεινόμενη από τον ενάγοντα λύση απαιτούνται πολύ σημαντικές αναβαθμίσεις στην υποδομή του υπάρχοντος τηλεπικοινωνιακού δικτύου της τράπεζας σε γραμμές και εξοπλισμό με ανάλογα μεγάλο κόστος.

Στις 5-7-2005 ο ενάγων ζήτησε την παραγγελία και εγκατάσταση ανάλογου εξοπλισμού στα καταστήματα και την πρόσληψη και εκπαίδευση των πρώτων στελεχών, προϋπολογίζοντας το κόστος των συστημάτων σε 350.880 ευρώ. Στις 12-7-2005 ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης Β. Κ., με υπηρεσιακό του σημείωμα, ζήτησε να συναντηθεί με τον ενάγοντα και το Γενικό Διευθυντή Ε.

Π., προκειμένου να συμφωνηθούν οι παραπέρα ενέργειες για την εφαρμογή του συστήματος τηλεδιάσκεψης. Επειδή όμως δεν ελάμβανε χώρα συνάντηση με τον ενάγοντα, ο τελευταίος στις 11-8-2005 ζήτησε από τους προαναφερόμενους να ενημερωθεί για το χρόνο της συνάντησης. Τότε ο Ε. Π. του γνωστοποίησε ότι έχει ληφθεί απόφαση περί ματαίωσης εγκατάστασης συστήματος τηλεδιάσκεψης.

Ο ενάγων, αφού δεν κατέστη δυνατόν να μεταπείσει τα αρμόδια όργανα της εναγομένης για την εισαγωγή της τηλεδιάσκεψης, με το από 19-8-2005 υπηρεσιακό του σημείωμα, πρότεινε προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο και το Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, Β. Κ. και Ε. Π., να ασχοληθεί με την πώληση επενδυτικών χαρτοφυλακίων, ενώ με την από 30-12-2005 επιστολή του προς τον παραπάνω Διευθύνοντα Σύμβουλο, υπενθυμίζοντας την προϋπηρεσία του, ζήτησε να του ανατεθούν καθήκοντα ανάλογα της θέσης και των προσόντων του.

Στις 10-1-2006 ο ενάγων, με νέο σημείωμά του προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης, επανήλθε με τις προτάσεις για την απασχόλησή του. Η εναγομένη του πρότεινε να δραστηριοποιηθεί στον τομέα των πωλήσεων, δεσμευόμενος για συγκεκριμένους στόχους, τους οποίους όμως δε δέχτηκε και έτσι στις 31-3-2006 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, γιατί έγινε απευθείας από τη Διοίκηση της εναγομένης χωρίς να προηγηθεί απόφαση του αρμόδιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με την οποία να διαπιστώνεται το πειθαρχικό παράπτωμα που συνιστά σπουδαίο λόγο απόλυσης, κατά παράβαση των άρθρων 18 και 21 του ισχύοντος γι' αυτή Οργανισμού Υπηρεσίας Προσωπικού της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος.

Η εναγομένη, "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προήλθε από συγχώνευση των ανώνυμων εταιρειών "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (η δεύτερη τράπεζα (Εγνατία) είχε προβεί προηγουμένως σε εξαγορά μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης) δυνάμει των από 5-7-1999 και 24-6-1999 αποφάσεων των εκτάκτων Γενικών Συνελεύσεών των μετόχων τους που εγκρίθηκαν με την Κ2-8832/30-7-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 30-7-1999 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 6367/3-8-1999, τ.

ΑΕ και ΕΠΕ. Πριν τη συγχώνευση των παραπάνω εταιρειών οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος ήταν ορισμένου χρόνου, γιατί στο σχετικό Οργανισμό Εργασίας προβλεπόταν η αποχώρηση με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας, ενώ του προσωπικού της Εγνατίας Τράπεζας αόριστου χρόνου, γιατί δεν υπήρχε αντίστοιχη πρόβλεψη στον Οργανισμό της και μπορούσαν να καταγγελθούν οποτεδήποτε, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Οι Οργανισμοί των δύο συγχωνευθεισών εταιρειών εξακολούθησαν να ισχύουν παράλληλα για το υπάρχον προσωπικό κατά τη συγχώνευση προσωπικό κάθε τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 4 ίου π.δ. 178/2002. Ο ενάγων όμως προσλήφθηκε από την εναγομένη μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης, το έτος 2005, ως Διευθύνων Υπάλληλος και η σύμβαση του ήταν αόριστου χρόνου, με δυνατότητα καταγγελίας αυτής από μέρους της εργοδότριας του οποτεδήποτε εγγράφως με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (άρθρα 669 παρ. 1 ΑΚ, 3 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955), χωρίς μάλιστα την υποχρέωση της τελευταίας να τηρήσει προηγουμένως κάποια πειθαρχική διαδικασία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το "πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη ήταν αορίστου χρόνου και μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και την προηγούμενη τήρηση πειθαρχικής διαδικασίας και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο μοναδικός λόγος της από 8-1-2008 έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του είδους της σύμβασης εργασίας, που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη, ως αορίστου χρόνου, και ότι ως τέτοια, θα μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και την προηγούμενη τήρηση πειθαρχικής διαδικασίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 1, 5 Ν. 3198/1955, που εφήρμοσε, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 21 της από 1-10-1981 ΣΣΕ (Οργανισμός Προσωπικού της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος), που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 17887 του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 631/12-1-1981) και 18, 21 της από 27-8-1987 ΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 16882/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 525/22-9-1987), τις οποίες ορθώς δεν εφήρμοσε και τις οποίες, επομένως, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και δεύτερος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα ενάντια, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από διάδικο και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο απέρριψε, για οποιονδήποτε λόγο (τυπικό ή ουσιαστικό), τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί η απόρριψη σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και με τον δεύτερο, πρόσθετο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν και ως λόγοι εφέσεως, σύμφωνα με τους οποίους: α) η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εργασίας, είναι άκυρη και με βάση την αρχή της αναλογικότητας και β) ότι η καταγγελία της συμβάσεως ήταν καταχρηστική, "ως υπερβαίνουσα τα αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ.", δοθέντος ότι ήταν δυνατόν να ανατεθούν στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από το πρόγραμμα υποστήριξης του δικτύου πωλήσεων, καθήκοντα συντονισμού των πωλήσεων, μικρών και μεγάλων χαρτοφυλακίων καθώς και να αξιοποιηθεί ο αναιρεσείων στον τομέα μάρκετινγκ και της πώλησης επενδυτικών προϊόντων.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, ο μεν πρώτος ως απαράδεκτος ο δε δεύτερος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, καθώς και των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα, έτσι ώστε αφενός μεν το δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενο της, αφετέρου δε ο εναγόμενος να μη στερείται το δικαίωμα άμυνας και αντίκρουσης των αγωγικών ισχυρισμών.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 224, 236 του ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει με τις προτάσεις του μόνον την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν είναι δυνατή, όμως, η μεταβολή, της βάσης της αγωγής ή η προσθήκη νέας βάσης.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με την ένδικη αγωγή προβλήθηκε ως λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, αφενός μεν η παράβαση του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και αφετέρου η καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της του εν λόγω δικαιώματος, διότι: α) δεν συνέτρεχε ουσιαστικά λόγος απολύσεως του, αφού η παροχή των υπηρεσιών του προς την Τράπεζα ήταν αναγκαία, β) η απόλυσή του είχε δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για την οικογένειά του, γ) η καταγγελία έγινε λίγο πριν τη συμπλήρωση έτους από την πρόσληψή του και προκειμένου να εμφανίσει η Τράπεζα θετικότερα οικονομικά αποτελέσματα, με τη μείωση των μισθολογικών δαπανών.

Περαιτέρω, ο ενάγων, με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε ότι η ανωτέρω καταγγελία ήταν άκυρη, ως καταχρηστική και διότι παραβιάσθηκε η από το Σύνταγμα προβλεπόμενη αρχή της αναλογικότητας, με βάση την οποία ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων και εξίσου αποτελεσματικών μέσων, για την ικανοποίηση των σκοπών, που επιδιώκει με την καταγγελία, το λιγότερο επαχθές για τον εργαζόμενο μέτρο και ειδικότερα θα μπορούσε να τον τοποθετήσει σε άλλη θέση, πράγμα το οποίο έκανε για άλλα στελέχη της, κατά τα ειδικότερα από τον αναιρεσείοντα αναφερόμενα.

Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί αυτοτελή λόγο ακυρότητας της επίδικης συμβάσεως, έπρεπε, για το παραδεκτό του, να είχε προβληθεί με την αγωγή, ήτοι να αποτελούσε περιεχόμενό της, η δε μεταγενέστερη προσθήκη του, με τις προτάσεις, αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και όχι απλή διευκρίνησή της.

Επομένως, με το να δεχθεί τα ίδια και το Εφετείο και να απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό του ενάγοντος, ως απαράδεκτο, δεν υπέπεσε την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή τέταρτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξαιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό, που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα, που διατυπώνεται στο άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, πρόσθετο αναιρετικό λόγο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης συμβάσεως, με βάση την οποία προσελήφθη ο αναιρεσείων από την αναιρεσίβλητη, στην οποία αναφέρεται ότι η "Τράπεζα προσλαμβάνει τον υπάλληλο ... για να παρέχει τις υπηρεσίες του σαν διευθυντικό στέλεχος.

Συμφωνείται ακόμη ότι ο υπάλληλος, ανάλογα με τις επιχειρηματικές και υπηρεσιακές ανάγκες, θα παρέχει τις υπηρεσίες του, εκτός από το τμήμα/θέση, που τώρα τοποθετείται και κάθε άλλο τμήμα ή ειδικότητα, τα καθήκοντα της οποίας θα μπορεί, κατά την κρίση της τράπεζας, να εκπληρώσει. Η τράπεζα, με την τήρηση των νομίμων περιορισμών, μπορεί να απασχολεί τον υπάλληλο σε όποια ανάλογη θέση, τμήμα ή ειδικότητα επιβάλλουν εκάστοτε οι ανάγκες αυτής και να τον μεταθέτει ή μετακινεί ανάλογα".

Ήτοι σύμφωνα με τον λόγο αυτό αναίρεσης, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι αντικείμενο της εργασίας του ήταν μόνο η δημιουργία συστήματος τηλεδιάσκεψης και ότι με την ματαίωση του προγράμματος αυτού δεν ήταν δυνατόν να απασχοληθεί στη θέση για την οποία προσλήφθηκε και, συνεπώς, η Τράπεζα μπορούσε να του αναθέσει οποιαδήποτε άλλη θέση και καθήκοντα, κατά την κρίση της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, με το οποίο καταρτίσθηκε η ένδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, ενώ κατ' ορθή ανάγνωση του περιεχομένου της σύμβασης του, θα έπρεπε να δεχθεί ότι προσλήφθηκε ως διευθυντικό στέλεχος και ότι μπορούσε να απασχοληθεί σε οποιαδήποτε ανάλογη θέση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η σχετική παραδοχή του Εφετείου, ως προς το είδος της εργασίας, η οποία θα μπορούσε να ανατεθεί στον αναιρεσείοντα, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, το οποίο εκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο, για την αλήθεια (μεταξύ άλλων) του ανωτέρω γεγονότος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2008 αίτηση του Τ. Α., για αναίρεση της 4504/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ