Supreme Court dismisses appeal on auto-insurance damages, ruling autopsy reports are not reviewable documents under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's judgment regarding auto-insurance damages. The appellants argued that the Court of Appeal distorted the content of the traffic police autopsy report and diagram, claiming these constituted reviewable documents under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this, holding that autopsy reports and diagrams are evidentiary means rather than documents subject to appellate review, thus protecting the lower court's evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure: Autopsy reports and diagrams are evidentiary means, not documents subject to appellate review; therefore, distortions of their content do not constitute grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χας Ι. Γ., το γένος Ι. Κ., 2) Α. Γ. του Ι., 3) Κ. Γ. του Ι., 4) Ε. Γ. του Ι., 5) Ι. Π. του Σ., 6) Α. Τ. του Β., 7) α. Α. Γ. του Ι. και β. Ι. Π. του Σ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους Β. Γ. του Α., 8) α. Α. Γ. του Ι. και β. Ι. Π. του Σ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους Κ. Γ. του Α., 9) α. Α. Γ. του Ι. και β. Ι. Π. του Σ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης θυγατέρας τους Μ. Γ. του Α., 10) Ε. Μ. του Α. και 11) Ι. Μ. του Α., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Νικολόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Β. Γ. του Α., της οποίας ασκούσαν τη γονική μέριμνα και επιμέλεια οι γονείς της Α. Γ. του Ι. και Ι. Π. του Σ. (υπό στοιχ. 7α και 7β), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ EΛΛΑΣ ΑΑΕ" και ήδη "Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Νταραντάνη, που δήλωσε με τις κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1108/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3286/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1.3.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3286/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 614 αριθ.6 και 591 ΚΠολΔ), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1108/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από 19.7.2019 και με αρ. κατ. 65284/2941/22.7.2019 αγωγή των αναιρεσειόντων σε βάρος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, εκ των οποίων οι ανήλικες Β., Κ. και Μ. Γ. του Α. και της Ι., 7η, 8η και 9η, νομίμως εκπροσωπούμενες από τους δύο γονείς τους, 2° και 5η εκ των εναγόντων - εκκαλούντων, οι οποίοι ασκούν τη γονική μέριμνα αυτών, ζήτησαν με την από 19-7-2019 αγωγή τους, μετά την παραδεκτώς γενόμενη παραίτηση ως προς τον πρώτο εκεί εναγόμενο Σ.
Ρ. και τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 223, 295 παρ. 1, 297, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητρη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, για την κάλυψη της έναντι τρίτων ευθύνης του, οφείλει να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 800.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό, κατά το περιγραφόμενο τροχαίο ατύχημα, του Ι.
Γ., συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου, τρίτου και τετάρτης, πεθερού της πέμπτης και της έκτης, παππού των ως άνω ανηλίκων που εκπροσωπούνται νομίμως από τους γονείς τους και των δεκάτου και ενδεκάτου, νομιμοτόκως τα προαναφερθέντα ποσά από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 1108/2020 απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ως άνω αγωγή.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 22.7.2020 και με αρ. κατ. 50693/3952/2020 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 3.286/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.
β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή εξ οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020, ΑΠ 1430/2019, ΑΠ 941/2018).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1335/2023, ΑΠ 317/2021, ΑΠ 586/2020, ΑΠ 228/2020, ΑΠ 22/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα.
Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, ενώ στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας και ότι ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο.
Επίσης, στο άρθρο 19 ορίζεται ότι ο οδηγός επιβάλλεται α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1), β) να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, πλησίον των σχολείων, των ισόπεδων οδικών κόμβων...
και σε κάθε άλλη περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ.
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 1.12.2018 και περί ώρα 18.50, ο Σ.
Ρ., ως προς τον οποίο χώρησε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), κινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από ... Η οδός Φ., όπως προκύπτει από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με δύο συνεχείς κατά μήκος γραμμές, αποχρωματισμένες και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10 μ.
και στο σημείο διασταύρωσης της οδού Φ. με την οδό ..., όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, η οδός Φ. είναι ευθεία με μικρή απροσδιόριστη κλίση προς ... Κατά τον ως άνω χρόνο, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, πλην του ρεύματος πορείας προς ... που ήταν υγρή λόγω υδάτων, υπήρχε τεχνητός φωτισμός, λόγω νύκτας, επαρκής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν κανονική, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην πορεία του ως άνω οχήματος ήταν 50 χλμ ανά ώρα ως κατοικημένη περιοχή.
Κατά τη στιγμή που ο Σ. Ρ. πλησίασε την ως άνω διασταύρωση, ο πεζός Ι. Γ. του Α., γεννηθείς την ...1941, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δευτέρου, τρίτου και τετάρτης εκ των εναγόντων, πεθερός της πέμπτης και της έκτης και παππούς των λοιπών εναγόντων, (ήδη απάντων αναιρεσειόντων) προσπαθούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Φ., από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση προς την πορεία του ανωτέρω οχήματος, εκτός διαβάσεων πεζών και φωτεινών σηματοδοτών που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών.
Είχε διανύσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Φ., ήτοι αυτό με κατεύθυνση από ... προς ..., κινούμενος ανάμεσα στα διερχόμενα οχήματα και επιχειρούσε να διασχίσει και το ρεύμα κυκλοφορίας όπου κινείτο το ασφαλισμένο στην εναγομένη αυτοκίνητο, όταν παρεμβλήθηκε στην πορεία του. Όταν ο ως άνω οδηγός του αυτοκινήτου Σ.
Ρ. έφθασε στη διασταύρωση της οδού Φ. με την οδό ..., κινούμενος με ταχύτητα μικρότερη της επιτρεπομένης, περί τα 30 χλμ/ώρα, σύμφωνα με την προανακριτική ένορκη κατάθεση του αναγραφομένου στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος αυτόπτη μάρτυρα Ε. Σ., ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντιλήφθηκε τον ως άνω πεζό ότι προτίθετο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και αμέσως χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης (κόρνα) και επιχείρησε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, προσκρούοντας στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Φ., όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ώστε να δώσει τα τοπικά και χρονικά περιθώρια στον πεζό να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα της λωρίδας κυκλοφορίας του, τούτο δε εν όψει και της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το όχημά του από αυτόν.
Ο τελευταίος, όμως, συνέχισε παρά ταύτα την κάθετη πορεία του από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, με αποτέλεσμα να επιπέσει σε απόσταση 1-1,4 μ. από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του Α' Τμήματος Τροχαίας Δυτικής Αττικής, και όχι στο μέσον του οδοστρώματος όπως οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται, στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του αυτοκινήτου και εν συνεχεία επί του οδοστρώματος.
Ο Ι. Γ. μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟ" και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), στην οποία παρέμεινε διασωληνωμένος σε καταστολή και υπό μηχανική αναπνοή για τέσσερις εβδομάδες, διότι είχε υποστεί υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμορραγική θλάση βασικών γαγγλίων αριστερά, υποσκληρίδια αιματώματα άμφω, πνευμονοθώρακα δεξιά, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, κάταγμα στέρνου, ενδομυϊκά αιματώματα στο δεξιό σκέλος του διαφράγματος και στον δεξιό λαγόνιο μυ και κάταγμα Θ12 θωρακικού σπονδύλου και εξήλθε από το νοσοκομείο μετά από δύο (2) μήνες, ήτοι στις 2.2.2019, με σύσταση για περαιτέρω νοσηλεία σε κέντρο αποκατάστασης.
Επέστρεψε στην οικία του για κατ' οίκον νοσηλεία, πλην όμως η κατάσταση της υγείας του ήταν τόσο επιβαρυμένη, ώστε στις 26.5.2019 διακομίστηκε στο Ειδικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΜΕΤΑΞΑ" και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, λόγω βακτηριακής πνευμονίας, πνευμονίτιδας και οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και στις 7.6.2019 απεβίωσε, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του, όπως προκύπτει από το από 7.6.2019 εξιτήριο και το υπ' αριθ.
πρωτ. 11816/12.6.2019 ιατρικό πιστοποιητικό του προαναφερόμενου Νοσοκομείου. Υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον?θανάσιμο τραυματισμό του, είναι ο ίδιος ο ως άνω πεζός, συγγενής των εναγόντων, ο οποίος, από έλλειψη της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός πεζός ευρισκόμενος υπό παρόμοιες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ), επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω οδού, που παρουσίαζε κίνηση οχημάτων, σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, αλλά ούτε και φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων ή πεζών, κινούμενος ανάμεσα στα διερχόμενα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οχήματα που εμπόδιζαν τον εντοπισμό του και ενώ οι σωματικές του δυνάμεις, λόγω της ηλικίας του (γεννηθείς το 1941), ήταν περιορισμένες, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι δύναται να το πράξει χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των κινούμενων επί της οδού οχημάτων (άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.).
Η έλλειψη ελέγχου του πεζού προκύπτει από το γεγονός ότι, αν και είχε διασχίσει σε σημείο όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία οχημάτων ή πεζών, το ένα ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενος ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα, δεν σταμάτησε στη διπλή διαχωριστική γραμμή για να ελέγξει την κίνηση των κινούμενων στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας αυτοκινήτων και δεν αντιλήφθηκε τόσο το ασφαλισμένο στην εναγομένη αυτοκίνητο, όσο και τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που έπετο, αν και είχαν τα φώτα αναμμένα και ο οδηγός του αυτοκινήτου χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης.
Οι παραβάσεις δε αυτές του πεζού συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, ενώ αντιθέτως στην επέλευση του ατυχήματος δεν αποδείχθηκε ότι συνετέλεσε πταίσμα του ως άνω οδηγού, ο οποίος είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, κινείτο δε στο ρεύμα κυκλοφορίας του με κανονική για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα (30 χιλ/ώρα), μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα και ο οποίος δεν όφειλε να είχε προβλέψει την αιφνίδια κίνηση του πεζού, έπραξε δε όπως θα έπραττε κάθε μέτρια συνετός οδηγός που θα ευρίσκετο σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες.
Ήτοι στη θέα του πεζού χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης και προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να δώσει την ευκαιρία στον πεζό να διακόψει την πορεία του, που, όμως, ο τελευταίος δεν έπραξε, δεν ήταν δε δυνατόν να προβεί σε τροχοπέδηση λόγω των υδάτων που ευρίσκοντο στο οδόστρωμα και δεν οφείλοντο στις επικρατούσες καιρικές συνθήκες.
Ούτε σε ελιγμό προς τα αριστερά ήταν δυνατόν να προβεί, λόγω των μικρών χρονικών και κυρίως τοπικών περιθωρίων που είχε, όπως εμφαίνεται στο από 2.12.2018 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Α' Τμήματος Τροχαίας Δυτικής Αττικής, αλλά πρωτίστως της διαπίστωσης ότι από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του κινείτο ο πεζός.
Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο έβαινε με την προαναφερθείσα ταχύτητα και όχι μεγαλύτερη, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αποδεικνύεται, εκτός από την ένορκη κατάθεση του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινείτο στην ως άνω οδό, με την ίδια κατεύθυνση με το ασφαλισμένο στην εναγομένη όχημα και όπισθεν αυτού, και από το γεγονός ότι ο πεζός δεν επλήγη με σφοδρότητα, δεν εκτινάχθηκε σε απόσταση και ο θανάσιμος τραυματισμός του οφείλεται στην πτώση του στο οδόστρωμα, το δε αυτοκίνητο υπέστη μικρής έκτασης ζημίες στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του, ήτοι στο φτερό και στον προφυλακτήρα, λόγω της πρόσκρουσης με τον πεζό και στη δεξιά επιφάνεια αυτού, ήτοι στον εμπρόσθιο τροχό και στο μαρσπιέ, λόγω της πρόσκρουσης στο ρείθρο του πεζοδρομίου, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας.
Τα αναφερόμενα στην προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες - ενάγοντες τεχνική έκθεση του Π. Κ. που συντάχθηκε είκοσι έξι (26) μήνες μετά το ατύχημα περί εκτίναξης του σώματος του πεζού σε απόσταση δώδεκα (12) μέτρων από το σημείο σύγκρουσης στηρίζονται επί εσφαλμένης βάσης και συγκεκριμένα επί της διαπίστωσης ιχνών τριβής επί του κρασπέδου του πεζοδρομίου του ρεύματος πορείας της οδού Φ.
προς ... σε απόσταση δεκατριών (13) μέτρων από την οδό ... που δεν αποδείχθηκε όμως ότι οφείλονται στο επίδικο ατύχημα. Το γεγονός, τέλος, ότι φωτεινοί σηματοδότες υπάρχουν σε απόσταση 150 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος δεν δικαιολογεί την ως άνω ενέργεια του πεζού να διασχίσει ανέλεγκτα την οδό, όπως οι ενάγοντες διατείνονται.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεν έσφαλε και τα αντίθετα από τους ενάγοντες υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, κρίνοντας ότι ορθώς με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η αγωγή τους, δεχόμενο ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν θανάσιμου τραυματισμού του ήταν ο πεζός, οικείος των αναιρεσειόντων.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, και του Ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του οδηγού Σ.
Ρ. στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Πλέον συγκεκριμένα, για τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκινήτου, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, κινούμενος στο ρεύμα κυκλοφορίας του με κανονική για τις επικρατούσες περιστάσεις ταχύτητα (30 χιλ./ώρα), μικρότερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ/ώρα μόλις δε αντελήφθη ότι ο πεζός προτίθετο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, αμέσως χρησιμοποίησε το ηχητικό όργανο προειδοποίησης (κόρνα) και προέβη σε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, ώστε να δώσει χρόνο στον πεζό να διακόψει την είσοδό του στο οδόστρωμα, που όμως ο τελευταίος δεν έπαρξε δεν ήταν δε δυνατόν να προβεί σε τροχοπέδηση, λόγω των υδάτων που ευρίσκοντο στο οδόστρωμα και δεν οφείλοντο στις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, ενώ δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε ελιγμό προς τα αριστερά δεδομένου ότι δεν υπήρχαν τοπικά και χρονικά περιθώρια αντίδρασης, καθώς η είσοδος του πεζού στο οδόστρωμα ήταν αιφνίδια από σημείο που δεν ήταν ορατό από αυτόν.
Επιπροσθέτως, επισημαίνει και πλήρως αιτιολογεί η προσβαλλομένη την ταχύτητα του οχήματος, το σημείο πτώσης του πεζού, την απόσταση που είχε αυτός από την διπλή διαχωριστική γραμμή. Περαιτέρω, όσον αφορά την αμελή συμπεριφορά του πεζού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και της προκλήσεως του ατυχήματος, διέλαβε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο τραυματισθείς πεζός στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με την παράβαση της διατάξεως του άρθρου 38 παρ.4 του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι ότι αυτός δεν επέδειξε την επιμέλεια και την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός πεζός και συγκεκριμένα διότι απερίσκεπτα, επιχείρησε ανέλεγκτα, να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού ...
που παρουσίαζε κίνηση οχημάτων, σε σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ούτε φωτεινοί σηματοδότες, που να ρυθμίζουν την κυκλοφορία των οχημάτων ή των πεζών, κινούμενος ανάμεσα σε διερχόμενα, αρχικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από ..., οχήματα, που εμπόδιζαν στον εντοπισμό του χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού και να βεβαιωθεί ότι με την κίνησή του αυτή δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των κινουμένων επί της οδού οχημάτων, αφού δε διέσχισε το προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας, κινούμενος ανάμεσα στα διερχόμενα αυτοκίνητα, δεν σταμάτησε στη διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού Φ. για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων των κινουμένων στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ..., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι με την κίνησή του αυτή, δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ.4 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος παρά ταύτα, άμεσα επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, ορθά, προς την δεξιά, καθώς και χρήση του ηχητικού οργάνου προειδοποίησης (κόρνας), χωρίς, ωστόσο, λόγω της ελάχιστης απόστασης από τον πεζό να αποφευχθεί η σύγκρουση και να επισυμβεί το ένδικο ατύχημα.
Με βάση τα περιστατικά αυτά δέχθηκε ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης αυτής και του επελθόντος τραυματισμού του πεζού, διότι αν ο τελευταίος επέλεγε σημείο που υπήρχαν διαβάσεις πεζών και φωτεινοί σηματοδότες ρυθμιστικοί της κυκλοφορίας των οχημάτων και των πεζών και ήλεγχε την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ...
της οδού Φ., πριν αρχίσει να διασχίζει το ρεύμα κυκλοφορίας προς ..., το ατύχημα οπωσδήποτε θα είχε αποφευχθεί.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι: α)αν και δέχεται ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αντιλήφθηκε από πολύ μικρή απόσταση τον πεζό, εντούτοις δεν προσδιορίζει αυτήν, ούτε εξηγεί γιατί ο πεζός δεν ήταν ορατός από τον οδηγό από μεγαλύτερη απόσταση, καίτοι δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι είχε αναμμένα τα φώτα πορείας, ούτε εξηγεί, αντίθετα, γιατί το όχημα ήταν ορατό από τον πεζό, β)αν και δέχεται ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα, εν τούτοις δεν διευκρινίζει αν η ίδια ταχύτητα επιτρέπεται σε περίπτωση ημίφωτος ή σκότους και όταν τα οχήματα πλησιάζουν σε διασταύρωση, γ)αν και δέχεται ότι ο οδηγός χρησιμοποίησε τα ηχητικά όργανα του αυτοκινήτου του δεν διευκρινίζει αν ο πεζός αντελήφθη την προειδοποίηση και εφόσον έβλεπε τον πεζό να συνεχίζει την πορεία του δεν προέβη σε τροχοπέδηση, αλλά επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό, δ)δεν εκθέτει την ακριβή θέση κίνησης του οχήματος στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ούτε τη θέση του πεζού ότι τον αντελήφθη ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ούτε προσδιορίζει την απόσταση του αυτοκινήτου από τον πεζό όταν πλησίαζε στη διασταύρωση, ε)δεν διευκρινίζει αν ο ελιγμός που επιχείρησε ο οδηγός του οχήματος προηγήθηκε της επαφής με τον πεζό και σε καταφατική περίπτωση, σε ποιό χρονικό σημείο του ελιγμού συνέβη η επαφή και στ) δεν προσδιόρισε την ταχύτητα, κίνηση και αποστάσεις άλλων οχημάτων από την αριστερή πλευρά.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις και αντιφάσεις, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάπτυξη του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αλλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση. Επιπλέον, οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο και έκτο λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν κατέγνωσε υπαιτιότητα για το επίδικο ατύχημα στον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, αλλά αντίθετα τον θεώρησε ανυπαίτιο του εν λόγω ατυχήματος, παραλείποντας να εφαρμόσει, κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος τα διδάγματα της κοινής πείρας, και ειδικότερα: ότι παρέλειψε να ακινητοποιήσει το ΙΧΕ αυτοκίνητό του έμπροσθεν του πεζού που απείχε ελάχιστα από το πεζοδρόμιο, απλώς κάνοντας χρήση του ηχητικού οργάνου προειδοποίησης και χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του πεζού, ότι "η μη ακινητοποίηση του αυτοκινήτου έμπροσθεν του πεζού που από απόσταση είχε διακρίνει να απέχει ελάχιστα από το να τερματίσει στο πεζοδρόμιο, απλώς κορνάροντας του και έχοντας την πεποίθηση ότι θα ακινητοποιηθεί εκείνος (πεζός), προβαίνοντας εν τέλει σε άστοχη κίνηση διερχόμενος ανάμεσα πεζού και πεζοδρομίου και χωρίς αναχαίτιση της ταχύτητας παρά τις ρητές απαγορεύσεις με συνέπεια να επιπέσει επί του πεζού δεν μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικά ως πρόσφορη και αποκλειστική αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος και πολλώ δε μάλλον, διότι δεν αιτιολογεί και την εκδοχή της ότι ο πεζός επέπεσε επί του οχήματος και όχι το αντίθετο, όπως δεν προσδιορίζει την ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παρά την σφοδρότητα με την οποία επλήγη ο πεζός και την εκτίναξή του σε απόσταση από την διαπίστωση ιχνών τριβής επί του κρασπέδου του πεζοδρομίου κλπ, όμοια που προαποφασισμένη, θα λέγαμε, να απαλλάξει κάθε ευθύνης τον οδηγό".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, ενώ εξάλλου τα αναφερόμενα σε αυτόν, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 168/2022, ΑΠ 609/2020).
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες και συνακολούθως οι συναφείς πρώτος, δεύτερος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι ως άνω πλημμέλειες είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010). Τέλος, όσον αφορά το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, δηλαδή εκείνης που γίνεται προφορικώς ή εγγράφως στο δικαστήριο που δικάζει ή σε εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί κατά το άρθρ. 352 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη σε βάρος του διαδίκου που ομολογεί, η οποία ναι μεν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, όμως για να δημιουργηθεί ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στην αίτηση αναιρέσεως ότι έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1139/2009, ΑΠ 894/2008).
Ωστόσο δικαστική ομολογία δεν είναι κατά την έννοια του άρθρ. 352 ΚΠολΔ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικος του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του. Δηλαδή, για να συντρέχει η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει η δικαστική ομολογία που αγνοήθηκε να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, παραλείποντας να λάβει υπόψη του τη δικαστική ομολογία, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το συναγόμενο απ' αυτή.
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, τα οποία εάν ελάμβανε υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που τελικά δέχθηκε.
Ήτοι, δεν έλαβε υπόψη της: α) το από 6-3-2019 απολογητικό υπόμνημα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, ο οποίος ομολογεί ότι "... είδα έμπροσθέν μου τον πεζό Γιακουμή Ιωάννη να διαβαίνει τον δρόμο...βλέποντας αυτόν τελούσα υπό την πεποίθηση ότι θα σταματήσει και δεν σταμάτησα το όχημά μου καθότι αυτό θα μπορούσε να θέσει δε κίνδυνο τους οδηγούς που βρίσκονταν πίσω από το όχημά μου...", β) την από 2-12-2018 έκθεση ένορκης εξέτασης του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος, ο οποίος ομολογεί ότι "...
δεν κατάφερα να αποφύγω τον τραυματισμό του πεζού τον οποίο χτύπησα με την εμπρόσθια αριστερή γωνία...", τα οποία (αποδεικτικά μέσα) εάν λάμβανε υπόψη του το Εφετείο θα δεχόταν τον ισχυρισμό τους (εναγόντων), περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού, λόγω της ανεξέλεγκτης οδηγικής συμπεριφοράς του, καθώς και ότι είχε αντιληφθεί τον πεζό από τη στιγμή που διέσχιζε το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ότι ήταν ηλικιωμένος και είχε ευχέρεια χώρου και χρόνου να αποφύγει την παράσυρση, πλην όμως προέβη σε λάθος οδηγικές επιλογές και χειρισμούς με τραγικό αποτέλεσμα το θάνατο του πεζού ..." και τέλος, γ) την από 25-1-2021 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π.
Κ., στην οποία βεβαίωνε ότι η ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο οδηγός ήταν σχεδόν 65 χλμ/ώρα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη: "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και την ανωμοτί εξέταση του δευτέρου ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, που σχετίζονται με το ένδικο ατύχημα, ακόμη και των διαδίκων, ...τα εν γένει έγγραφα της ποινικής δικογραφίας..., της από 25-1-2021 τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Π.
Κ....,των φωτογραφιών η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ.3, 448 παρ.2, 457 παρ.4, 591 παρ.1 ΚΠολΔ)...που χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,...χωρίς να παραλείπεται κάποιο εξ αυτών...". Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της και τις λοιπές αιτιολογίες της, στο συγκεκριμένο θέμα, δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία, αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα από τους ήδη αναιρεσείοντες, μετ' επικλήσεως, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά του πεζού κατέληξε μετά από συνεκτίμηση των προαναφερομένων εγγράφων με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα. Ανεξαρτήτως και πέραν της ως άνω ουσιαστικής αβασιμότητος, ο λόγος αυτός (τέταρτος) υπό την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια, εκ του αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.
Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.
Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα με την προαναφερόμενη έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, η έκθεση αυτοψίας, οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων και η προανακριτική απολογία κατηγορουμένου που έχουν συνταχθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης στο πλαίσιο σχηματισμού της ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 995/2014, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 1233/2008).
Οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως και το β' σκέλος του έκτου λόγου αυτής επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 2-12-2018 έκθεσης αυτοψίας και το υπό ίδια ημερομηνία σχεδιάγραμμα. Και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα της τροχαίας δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση με τις ως άνω αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/3/2022 και με ειδικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1679/159/2022 αίτηση για αναίρεση της 3286/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ