Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that appellate courts cannot re-evaluate evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a personality rights claim. The appellant argued the lower court ignored specific documents proving the respondent's hypocrisy, but the Court found no evidence in the appealed decision suggesting such documents were overlooked. Consequently, the Court ruled that appellate review is limited to legal errors and cannot re-examine the factual evaluation of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate the assessment of evidence by the lower court, and appeals based on alleged omission of evidence are inadmissible if the lower court's reasoning does not indicate such omission.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1322/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Τ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κονδύλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σουλτάνα Ναλμπάντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 03-04-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 164/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-1-2017 έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της υπ' αριθμ.4/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή στην ουσία της η από 24-2-2014 αγωγή και επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς του το ποσό των 10.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (Ολομ.
ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας, ο αδικηθείς δικαιούται να αξιώσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο αδικηθείς που επιδιώκει, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον αδικοπραγήσαντα, επιδίκαση εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης , οφείλει, για να είναι ορισμένη η αγωγή του να εκθέτει τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος της προσβολής του, τη βαρύτητα και την έκταση της βλάβης, το βαθμό της προσβολής της προσωπικότητάς του, το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκθέτει τα εξής: Ότι ο ίδιος είναι συνταξιούχος στρατιωτικός, Πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας και κατέχει ή κατείχε τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή δημόσιες θέσεις και ιδιότητες, ενώ ο εναγόμενος είναι συνταξιούχος στρατιωτικός, μέλος του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας και εν ενεργεία βουλευτής.
Ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις αναφερόμενες ειδικότερα στην αγωγή πράξεις, που συνίστανται ιδίως στην αποστολή επιστολών, εντός του έτους 2013, διέδωσε σε τρίτα πρόσωπα γεγονός που αφορά στην ιδιωτική του ζωή και συγκεκριμένα γεγονός που έλαβε χώρα στο … το έτος 1999, όπου υπηρετούσε ως μόνιμος λοχαγός και σχετιζόταν με τον τρόπο εκδήλωσης ερωτικού ενδιαφέροντος εκ μέρους του προς μία έγγαμη κυρία της περιοχής, ισχυρίστηκε δε ο εναγόμενος ότι το γεγονός αυτό δεν συνάδει με την ιδιότητα του Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων και του ζητούσε να παραιτηθεί από τη θέση αυτή, στην άρνηση δε του ιδίου να το πράξει, επανέλαβε την προσβολή, κατά τον τρόπο που αναφέρεται ειδικότερα στην αγωγή.
Ότι με τις ανωτέρω πράξεις ο εναγόμενος προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά του, χρησιμοποιώντας εκφράσεις και χαρακτηρισμούς που δεν αποδίδουν το περιστατικό, αλλά παραπέμπουν σε αδίκημα σχετικό με τη γενετήσια ελευθερία, παρότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η σχετική έγκληση τέθηκε στο αρχείο, ενήργησε δε με πρόθεση και σκοπό την ηθική του απαξίωση και προσβολή προς ίδιον όφελος.
Ότι, όπως προκύπτει από τον τρόπο εκδήλωσης της προσβολής και την επανάληψή της, υπάρχει κίνδυνος επανάληψής της στο μέλλον, με δημοσιοποίηση του γεγονότος, μέσω του τύπου, στους πολίτες της Δράμας. Ότι τα ανωτέρω γεγονότα αποτελούσαν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, στα οποία ο εναγόμενος απέκτησε παράνομα πρόσβαση.
Με το ιστορικό αυτό ζητούσε: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή, κοινοποιώντας στους αποδέκτες των αναφερόμενων στην αγωγή επιστολών "επιστολές συγγνώμης", β) να απαγορευθεί στον εναγόμενο κάθε αναφορά ονομαστική ή περιγραφική, άμεση ή έμμεση, προφορική ή γραπτή, σε τρίτους ή τον έντυπο ή ραδιοτηλεοπτικό ή ηλεκτρονικό (ίντερνετ) τύπο στο πρόσωπό του για το περιστατικό που έλαβε χώρα στο Γύθειο το έτος 1999, στο οποίο ενεπλάκη ο ενάγων και να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου χρηματική ποινή ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καθώς και προσωπική κράτηση διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτήν τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την επίδικη αξίωση του ενάγοντος(αναιρεσίβλητου) κατά του εναγομένου (αναιρεσείοντος) από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του. Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρονται στο δικόγραφό της περισσότερα προσδιοριστικά στοιχεία σχετικά με το γεγονός της ερωτικής ζωής του ενάγοντος που έλαβε χώρα στο … το έτος 1999, ούτε αν επιβλήθηκαν στον ενάγοντα πειθαρχικές κυρώσεις, γεγονότα που προκύπτουν από τις αποδείξεις .
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης , όπως εκτιμάται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57 Α.Κ.
το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υγείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται....", με τη διάταξη του άρθρου 362 του ίδιου κώδικα "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...." και με τη διάταξη του άρθρου 363 του αυτού ως άνω κώδικα "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται....".
Ως γεγονός, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψής του (ΑΠ 611/2015).
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που δεν αποδεικνύεται η αναλήθεια του φερόμενου ως δυσφημιστικού γεγονότος ή ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι` αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη (ΑΠ 389/2016, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 284/2009).
Αλλά και για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση ότι το γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και θέληση (βούληση) ή αποδοχή διάδοσης του ισχυρισμού τούτου ενώπιον τρίτου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 366 παρ. 1 και 3 ΠΚ, αν αποδειχθεί ότι το γεγονός που αφορά την απλή δυσφήμηση είναι αληθινό, δεν αποκλείεται η στοιχειοθέτηση εξύβρισης, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Ο σκοπός εξύβρισης μπορεί να προκύπτει, όταν από τον τρόπο της διάδοσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει μία αυτοτελής, μειωτική της τιμής αξιολόγηση, που δεν καλύπτεται από την ανάγκη έκφρασης του αληθινού γεγονότος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ Π.Κ. το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.
του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις. Η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 367 Π.Κ.) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ.
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του υπαίτιου, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016, ΑΠ 179/2011, ΑΠ 79/2010).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρ. 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2049/2017, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 387/2005).
Η προαναφερθείσα αντένσταση μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, καθ' υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1095/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 366 παρ. 1 του ΠΚ, ως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, " Αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό , η πράξη μένει ατιμώρητη.
Η απόδειξη όμως της αλήθειας του γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ 1 του Συντάγματος οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η πλήρης ανεξαρτησία του βουλευτή και η ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα και να ψηφίζει σύμφωνα με τη συνείδησή του, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές ή οδηγίες του τυχόν προέρχονται από τους εκλογείς του, διότι υπηρετεί το κοινό συμφέρον.
Το δικαίωμα αυτό δεν σημαίνει ότι ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση να σέβεται το Σύνταγμα και την υπόλοιπη νομοθεσία. Η ελευθερία αυτή καθιερώνεται μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής. Εκτός Βουλής η ελευθερία καλύπτεται από το άρθρο 14 παρ 1 Σ και το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ.
Συγκεκριμένα κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".
Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ. ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 363 σε συνδυασμό με 362 ΠΚ, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, με την οποία προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης, καθόσον το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Κατά το επόμενο άρθρο 61 παρ 1 Σ, ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων. Στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου θεσπίζεται εξαίρεση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, κατόπιν αδείας της Βουλής. Οι ανωτέρω διατάξεις καλύπτουν μόνο τη γνώμη ή ψήφο που έδωσε ο βουλευτής κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή ή κατά την πρόταση νόμου, ή την τροπολογία που υποβλήθηκε στη Βουλή, ή σε έκθεση ή εισήγηση που υποβλήθηκε στη Βουλή ή κατά τις εργασίες των κοινοβουλευτικών επιτροπών ή κατά τις αγορεύσεις του στις συνεδριάσεις της Βουλής ή στις Επιτροπές ή κατά την κατάθεση ερωτήσεων ή επερωτήσεων και γενικώς σε όλες τις περιπτώσεις που εκφράζεται ο βουλευτής με τη βουλευτική του ιδιότητα.
Στην έννοια της γνώμης υπάγεται οποιαδήποτε εκδήλωση απόψεων ή ισχυρισμών στη Βουλή ή κατά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής ο βουλευτής είναι: α) ποινικώς ανεύθυνος και αποκλείεται η δίωξή του για γνώμη του, ακόμη και εάν συνιστά εξύβριση, β) αστικώς ανεύθυνος, δηλαδή αποκλείεται η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την ανωτέρω αιτία, γ) πειθαρχικός ανεύθυνος, δηλαδή δεν μπορεί να διωχθεί πειθαρχικός ενώπιον οποιοσδήποτε αρχής και δ) πολιτικός ανεύθυνος εφόσον ούτε οι εκλογείς μπορούν να ανακαλέσουν τη δοθείσα εντολή, ούτε το κόμμα μπορεί να του αφαιρέσει τη βουλευτική ιδιότητα.
Το ανεύθυνο δεν καλύπτει πράξεις που ενήργησε ο βουλευτής εκτός των καθηκόντων του, όπως είναι οι απόψεις που εκφράζει σε ιδιωτικές ή δημόσιες συζητήσεις, με εκλογείς του ή άλλους βουλευτές, ή ενώπιον οπαδών ή οργάνων του κόμματος, καθώς και αξιόποινες πράξεις, έστω και εάν τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, οι οποίες δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της γνώμης ή της ψήφου.
Για τις πράξεις αυτές ισχύει το επόμενο άρθρο 62 παρ 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλον τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος, εκτός εάν κατά την παράγραφο 4 πρόκειται για αυτόφωρα κακουργήματα.
Η διάταξη αυτή εμποδίζει την ποινική δίωξη (αλλά και κάθε ανακριτική πράξη) για αξιόποινη πράξη εντός και εκτός Βουλής και δεν εμποδίζει την άσκηση αγωγής σε βάρος του βουλευτή για επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως για τέτοια πράξη. Στα καθήκοντα του βουλευτή ανήκει μεταξύ άλλων ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ 6 του Συντάγματος ασκείται από τη Βουλή σε Ολομέλεια δύο φορές την εβδομάδα, όπως ορίζεται ειδικότερα από τον Κανονισμό της Βουλής και κατά τη διάρκεια των διακοπών ασκείται ο έλεγχος από τα Τμήματα, κατά το άρθρο 71 του Συντάγματος.
Κοινοβουλευτικός έλεγχος είναι ο έλεγχος που ασκεί η Βουλή στην Κυβέρνηση, με τα διάφορα μέσα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής (ερωτήσεις, επερωτήσεις, αναφορές αρθ. 124 επ. Κανονισμού της Βουλής). Στρέφεται κατά όλης της Κυβέρνησης ή ορισμένων Υπουργών και επιδιώκει τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη θεμελίωση κοινοβουλευτικής ευθύνης σε βάρος τους.
Ο έλεγχος διακρίνεται σε πολιτικό, όταν με αυτόν αξιολογείται και κρίνεται η κυβερνητική δραστηριότητα με βάση πολιτικά κριτήρια, όπως η λήψη μέτρων για ορισμένο αντικείμενο ή η αναζήτηση του σκοπού ορισμένης κυβερνητικής πράξεως και σε νομικό έλεγχο, όταν η πράξη ή παράλειψη της Κυβερνήσεως αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τους ισχύοντες κανόνες δικαίου.
Ο έλεγχος είναι διαρκής και απεριόριστος, εκτείνεται δε σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη Υπουργού είτε ανάγεται στις διοικητικές είτε στις κυβερνητικές αρμοδιότητές του, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να υποδείξει στην Κυβέρνηση τον τρόπο ενέργειας ή δράσεως, διότι η αρμοδιότητα αυτή δεν ανήκει κατά το Σύνταγμα στη Βουλή.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).
Κατά το εδ. β' της παρ.1 η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
V. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων γεννήθηκε το 1955 στη ..., εισήχθη στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών το έτος 1973 και υπηρέτησε ως στρατιωτικός σε διάφορες μονάδες, μέχρι το έτος 1999, οπότε αποστρατεύτηκε με το βαθμό του λοχαγού.
Είναι έγγαμος με την Σ. Σ., με την οποία απέκτησαν τέσσερα τέκνα. Ασχολήθηκε με τα κοινά, σε επίπεδο σωματείων, τοπικής αυτοδιοικήσεως, αλλά και με την κεντρική πολιτική σκηνή. Ειδικότερα, εκλέχθηκε ως βουλευτής, με το κόμμα των "Ανεξαρτήτων Ελλήνων", στις εκλογές του Μαΐου του 2012, διατέλεσε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου … από το 2006 και άσκησε καθήκοντα Αντιδημάρχου, κατά τα έτη 2007 και 2008, με τις ιδιότητες δε του δημοτικού συμβούλου και του Αντιδημάρχου προήδρευσε σε διάφορες επιτροπές του Δήμου.
Είναι μέλος διάφορων συλλόγων και σωματείων, όπως Πρόεδρος του Κέντρου Προσχολικής Αγωγής Δράμας, Πρόεδρος της Χριστιανικής Εστίας Μικρόπολης, Αντιπρόεδρος του Συλλόγου "Ιπποκράτης" - Συνδέσμου φίλων φυσικής υγιεινής, Γραμματέας του Πανελληνίου Συνδέσμου Βιομηχανικών Σφαγείων Κρέατος. Τέλος, ο ενάγων είναι από το έτος 2003 Πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας "ο Άγιος Στυλιανός" και, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, Σύμβουλος της Ανώτατης Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων Ελλάδος.
Ο εναγόμενος είναι συνταξιούχος αστυνομικός, βουλευτής εν ενεργεία, με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, κατέχοντας μία εκ των τριών εδρών του Νομού Δράμας και μέλος του ιδίου ως άνω Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας "ο Άγιος Στυλιανός". Σκοπός του Συλλόγου αυτού είναι, κατά το καταστατικό του, η άσκηση φιλανθρωπικού έργου, η οργάνωση των πολυτέκνων, η προαγωγή και προάσπιση των πνευματικών, ηθικών και υλικών συμφερόντων τους και γενικά η βελτίωση των κοινωνικών και οικονομικών όρων της ζωής τους και η παροχή προστασίας, οικονομικής και κοινωνικής βοήθειας στους πολύτεκνους και στους αναξιοπαθούντες, η προστασία του γάμου, της μητρότητας και γενικά της οικογένειας και ιδίως της πολύτεκνης.
Στις 8 Φεβρουάριου 2013 ο εναγόμενος κατέθεσε στη Βουλή των Ελλήνων τη με αριθμό 360/8-2-2013, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ΠΑΒ 2803/14-2-2013, αναφορά του, προς τον τότε Υπουργό Εθνικής Άμυνας, με το εξής περιεχόμενο: "Αξιότιμε κύριε Υπουργέ. Προσφάτως έχει προκληθεί αναστάτωση στη μικρή κοινωνία της Δράμας από τη δημοσιοποίηση ζητήματος που αφορά τον κ.
Ν. Σ. του Α., γεν. 1955 πρώην Αξιωματικό (Λοχαγό) του Ελληνικού Στρατού και νυν Πρόεδρο του τοπικού Συλλόγου Πολυτέκνων, όπου κατά την θητεία του ως Αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας φέρεται να είχε επιδείξει παραπτωματική συμπεριφορά εντόνου απαξιωτικού περιεχομένου σε ηθικό επίπεδο που δεν συνάδει ούτε με την τότε ιδιότητά του ως Έλληνος Αξιωματικού, ούτε με την νυν ιδιότητά του ως Προέδρου σωματείου που προάγει την οικογένεια και τις ηθικές αξίες που οφείλουν να την διαπνέουν.
Και μάλιστα ο προβληματισμός της κοινωνίας και εμού προσωπικά εντείνεται και τίθεται πλέον δημόσιο ζήτημα, εάν τα καταγγελλόμενα είναι αληθή, καθ' όσον ο εν λόγω συμπολίτης μας υπό την ιδιότητα του Προέδρου των Πολυτέκνων είναι υπεύθυνος για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δωρεάν διανομής τροφίμων στους δικαιούχους σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας Ν.
Δράμας σύμφωνα με τα συνημμένα έγγραφα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφορούν διαδίδεται ευρέως ότι είχε διεξαχθεί σχετική ΕΔΕ εις βάρος του ανωτέρω, συνεπεία της οποίας φέρεται να τέθηκε σε διαθεσιμότητα, καθώς διαπιστώθηκε παραβατική κατά τον πειθαρχικό κώδικα συμπεριφορά που επέσυρε ως ποινή την απόταξη, καθόσον, όπως λέγεται, η συμπεριφορά του προσέβαλε τα χρηστά ήθη, την ιδιότητα του αξιωματικού και εν γένει την ηθική της κοινωνίας μας, γεγονός που μου προκαλεί μεγάλη έκπληξη εφόσον είναι αληθή.
Υποστηρίζεται δε ότι η απόταξη απεφεύχθη ένεκα της εμπλοκής του με το κοινά, καθώς έθεσε υποψηφιότητα για Ευρωβουλευτής, γεγονός που σήμανε την αυτοδίκαιη παραίτησή του από τον Ελληνικό Στρατό και εντεύθεν την απεμπλοκή του και το κλείσιμο της υπόθεσης. Λαμβάνοντας υπ' όψιν τα ανωτέρω και ένεκα του υφιστάμενου έντονου σκανδαλισμού της τοπικής κοινωνίας και για την προφύλαξη και προστασία τόσο του θεσμού της πολύτεκνης οικογένειας, του δημοσίου συμφέροντος και του κύρους της πολιτείας που του έχει εμπιστευτεί την δωρεάν διανομή τροφίμων στους δικαιούχους, όσο και της δέουσας εν γένει ηθικής που οφείλει να έχει ένα δημόσιο πρόσωπο και δη πρώην αξιωματικός, παρακαλώ όπως μου επιβεβαιώσετε εάν και κατά πόσον τα ανωτέρω είναι αληθή, και σε περίπτωση θετικής απάντησης παρακαλώ όπως πληροφορηθώ επίσημα για την τυχόν παρελθούσα παραπτωματική συμπεριφορά του κ.
Σ. με ακριβή περιγραφή των αδικημάτων και όποιας τυχόν τιμωρίας αυτού. Ο Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Δ. Κ.". Στην ανωτέρω αναφορά απάντησε ο τότε Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας, Δ. Ε., με το από 7-3- 2013 έγγραφό του, στο οποίο ανέφερε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν υπ' όψιν του και βάσει της σχετικής νομολογίας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο ερωτών Βουλευτής είναι ευπρόσδεκτος στο γραφείο του, για να ενημερωθεί επί των αιτουμένων στοιχείων και ότι κατόπιν τούτου και εφόσον εκτιμά ότι για την τεκμηρίωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου απαιτείται η κατάθεση εγγράφων, το σχετικό αίτημα θα αξιολογηθεί σε συνεργασία με την ανωτέρω Αρχή και θα απαντηθεί κατόπιν γνωμοδοτήσεώς της.
Επρόκειτο για τη με αριθμό 2/2004 γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σύμφωνα με την οποία η ικανοποίηση αιτημάτων των βουλευτών, που ζητούν να λάβουν γνώση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τρίτων, ορισμένα εκ των οποίων εμφανίζουν ευαίσθητο χαρακτήρα και προστατεύονται κατά το άρθρο 9 Α του Συντάγματος και τις διατάξεις του Ν. 2472/1997, απαιτεί, αφού διευκρινιστεί ότι αυτά αποτελούν αντικείμενο κοινοβουλευτικού ελέγχου, να εναρμονιστεί το αίτημα με τη συνταγματική προστασία και την αρχή της αναλογικότητας, για το λόγο αυτό θα πρέπει ο ερωτών βουλευτής να λάβει γνώση στο Υπουργείο όλων των αιτούμενων εγγράφων και στην περίπτωση που εντοπιστούν συγκεκριμένα στοιχεία που ο ερωτών θεωρεί ότι είναι απαραίτητα για την τεκμηρίωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, μπορεί να λάβει αντίγραφα των στοιχείων αυτών, αφού προηγουμένως ενημερωθούν τα πρόσωπα, στα οποία αφορούν τα έγγραφα αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ 3 Ν. 2472/1997.
Ακολούθως ο εναγόμενος προσήλθε στο γραφείο του Υφυπουργού Εθνικής 'Αμυνας και έλαβε γνώση των αιτουμένων εγγράφων. Στις αρχές του Μαΐου του έτους 2013 ο εναγόμενος τηλεφώνησε στον ενάγοντα και τον ενημέρωσε ότι περιήλθε σε γνώση του το γεγονός που έλαβε χώρα στο …, περί τα τέλη του έτους 1998, όπου υπηρετούσε ο ενάγων ως στρατιωτικός, με τον βαθμό του λοχαγού.
Ειδικότερα, ο ενάγων, που ήταν έγγαμος, είχε εκδηλώσει ερωτικό ενδιαφέρον προς μία έγγαμη κυρία, κάτοικο του …, η οποία δεν ανταποκρίθηκε στο ενδιαφέρον αυτό και ο ενάγων χρησιμοποίησε ασυνήθιστες μεθόδους προσεγγίσεώς της, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της έγγαμης κυρίας, η οποία διαμαρτυρήθηκε στην Αστυνομία.
Η υπόθεση δεν έλαβε ποινικές διστάσεις, διότι η σχετική δικογραφία για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας τέθηκε στις 10-2- 1999 στο αρχείο από τον στρατιωτικό εισαγγελέα, ωστόσο είχε ως συνέπεια την πειθαρχική δίωξη και τιμωρία του ενάγοντος, περί της αρχές του έτους 1999, με ποινή παύσεως δύο μηνών, λόγω της απρεπούς συμπεριφοράς που εκδήλωσε εκτός της υπηρεσίας του.
Στην ίδια τηλεφωνική επικοινωνία ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να παραιτηθεί από τη θέση του Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων, ισχυριζόμενος ότι η διαγωγή του ενάγοντος στο επίμαχο συμβάν δεν συνάδει με την ιδιότητα αυτή και σε περίπτωση που ο ενάγων δεν το έπραττε, δήλωσε ότι θα γνωστοποιούσε το συμβάν στα λοιπά μέλη της διοικήσεως του Συλλόγου, για να κινήσουν τη διαδικασία αντικαταστάσεώς του και εάν και αυτά αδρανούσαν, θα δημοσιοποιούσε το θέμα στα μέσα μαζικής ενημερώσεως.
Ο ενάγων του ζήτησε να μην τον απασχολήσει για το συγκεκριμένο ζήτημα και μάλιστα παραμονές του γάμου του υιού του, που επρόκειτο να τελεστεί στις 26-5-2013. Περί τα τέλη Ιουνίου 2013, ένας αστυνομικός της φρουράς του εναγομένου παρέδωσε στον ενάγοντα φάκελο, που περιείχε επιστολή, με ΑΠ. …/…- 6-2013, η οποία ήταν γραμμένη σε έντυπο με το λογότυπο της Βουλής των Ελλήνων και είχε το εξής περιεχόμενο: "Επανερχόμενος στο γνωστό ζήτημα και επειδή ουδέν μέχρι σήμερα ενεργήσατε προς διαφύλαξη του κύρους του θεσμού που υπηρετείτε, θα ήθελα να σας γνωστοποιήσω ότι για λόγους δεοντολογίας και προστασίας των ηθικών αξιών που οφείλει να υπηρετεί ένα δημόσιο πρόσωπο, μηδενός εξαιρούμενου, εάν εντός ευλόγου χρόνου δεν προβείτε στα δέοντα που έχετε ενώπιον μου δεσμευτεί ότι θα πράξετε, θα βρεθώ στην εξαιρετικά δυσάρεστη θέση να θέσω υπ' όψιν του Δ/κου Συμβουλίου του Συλλόγου Πολυτέκνων τα όσα περιήλθαν σε γνώση μου.
Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο η Διοίκηση του Συλλόγου σιωπήσει, τότε είμαι υποχρεωμένος να δημοσιοποιήσω το όλο συμβάν (2-12-1998) για το οποίο επελήφθη το Αστυνομικό Τμήμα Γυθείου και είχε θύμα την κα ... (αναφέρεται το ονοματεπώνυμο της κυρίας), ως και τις εξ αυτού του λόγου σε βάρος σας κυρώσεις. Χειρίστηκα το όλο ζήτημα με ιδιαίτερη διακριτικότητα και ευπρέπεια, σεβάστηκα το προσωπικό ζήτημα που μου θέσατε λόγω του γάμου του τέκνου σας, επιδεικνύοντας κατανόηση, πλην, όμως, δεν δύναμαι άλλο να ανεχτώ την αδράνειά σας και την αδιαφορία σας.
Ενόψει τούτων αναμένω όπως υποβάλλετε άμεσα την παραίτησή σας από τη Διοίκηση του Συλλόγου. Με εκτίμηση. Ο Βουλευτής Ν.Δ. Ν. Δράμας Κ. Δ.". Ο ενάγων δεν απάντησε στην επιστολή αυτή, ούτε παραιτήθηκε, από τη θέση του Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας. Μάλιστα ζήτησε από τρίτα πρόσωπα να μεσολαβήσουν ώστε να μην δοθεί συνέχεια στις οχλήσεις του εναγομένου.
Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2013, ο εναγόμενος κάλεσε όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Πολυτέκνων, πλην του ενάγοντος, στο βουλευτικό του γραφείο, όπου τους παρέδωσε τη με αριθμό ΑΠ …/…-12-2013 επιστολή, γραμμένη σε έντυπο με το λογότυπο της Βουλής, που είχε το εξής περιεχόμενο: "Προς: 1) Τον Αντιπρόεδρο, κ.
Θ. Θ., 2) Τον Γενικό Γραμματέα, κ. Α. Σ., 3) Τον Ταμία, κ. Ν. Κ., 4) Το Μέλος, κ. Μ. Κ., 5) Το Μέλος, κ. Σ. Κ., 6) Το Μέλος, κ. Π. Π. του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας. Αξιότιμοι Κύριοι. Με σεβασμό προς τον θεσμό που υπηρετείτε και του οποίου τυγχάνω μέλος και προς διασφάλισή του είμαι υποχρεωμένος να σας καταστήσω κοινωνούς του περιεχομένου της επιστολής μου, που επεδόθη "εις χείρας" του Ν.
Σ. τον παρελθόντα Ιούνιο. Δυστυχώς ο εν λόγω μάλλον θεώρησε την ανοχή μου, ως αδυναμία και ανεύθυνα και καταχρηστικά συνεχίζει να παριστάνει τον αδιάφορο, θέτοντας για προσωπικούς - μικροφιλόδοξους λόγους, τον Σύλλογό μας στο κίνδυνο του δημοσίου διασυρμού. Επειδή η όποια ανοχή μου τείνει να με καταστήσει συνυπεύθυνο, παρακαλώ, όπως λάβετε γνώση της συνημμένης επιστολής μου, και ενεργήσετε, ως το καταστατικό μας επιβάλλει, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες σας.
Τέλος δηλώνω, ότι είμαι υποχρεωμένος σε περίπτωση μη "απομάκρυνσης" του Ν. Σ. από τον Σύλλογο (έως τα τέλη του τρέχοντος μηνός), να δημοσιεύσω ό,τι σχετικό, έτσι, ώστε η Δραμινή κοινωνία και όχι μόνο, να πληροφορηθεί περί του ανωμάλου της συμπεριφοράς του, εξαιτίας της οποίας υπέστη τις προβλεπόμενες από το Στρατιωτικό Δίκαιο κυρώσεις.
Σχετικά τυγχάνει το υπ' αριθμ. ……./…/…. από 7-3-2013 έγγραφο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που υπογράφεται από τον τότε Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας κο. Δ. Ε.Λ. και η εξ αυτού προκληθείσα - πραγματοποιηθείσα ενημέρωσή μου. Με εκτίμηση. Ο Βουλευτής Ν.Δ. Δράμας Δ. Κ.". Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής, ο εναγόμενος γνωστοποίησε στους αποδέκτες της το περιεχόμενο της επιστολής που είχε αποστείλει στον ενάγοντα.
Στις 19-12-2012 τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Πολυτέκνων συνεδρίασαν εκτάκτως και έλαβαν τη με αριθμό …/2013 απόφαση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, τα μέλη του Δ.Σ. χαρακτήρισαν την επιστολή του εναγόμενου εκβιαστική και απειλητική τόσο για τους ίδιους, όσο και για τον Πρόεδρο του Συλλόγου, η δωδεκάχρονη διαδρομή του οποίου στο Σύλλογο είχε να παρουσιάσει μόνον θετικό έργο και οι ίδιοι γνώριζαν το ήθος του και τη ζωή του ως οικογενειάρχη, τον στήριζαν δε και τον στηρίζουν.
Δήλωσαν ακόμη ότι ενέργειες, όπως αυτή του εναγομένου, να εκβιάζει και να απειλεί μέσω επιστολών και τηλεφωνημάτων τους συναδέλφους τους, σε περίοδο που επικρατεί κρίση των θεσμών, μόνον κακό κάνουν, διότι δεν επιτρέπεται ο βουλευτής, αντί να προστατεύει τους πολίτες, να εκβιάζει με τέτοια μέθοδο και μάλιστα όταν έθεσε την υπογραφή του σε όλα τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους που ψήφισε η Βουλή και στερήθηκαν οι πολύτεκνες οικογένειες βασικά αγαθά επιβιώσεως και τα απαριθμούμενα στην επιστολή προνόμια (δέκα στο σύνολο).
Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως δεν έγινε κάποια ενέργεια για αντικατάσταση του ενάγοντος από τη θέση του Προέδρου του Συλλόγου. Στις 28-12-2013 ο εναγόμενος ενημέρωσε στο βουλευτικό του γραφείο τον Αντιπρόεδρο του εν λόγω Συλλόγου, Θ. Θ., ότι κατά την προγραμματισμένη για τις 3-1-2014 εκδήλωση του Συλλόγου για τη βράβευση των διακριθέντων μαθητών - φοιτητών των πολυτεκνικών οικογενειών θα δημοσιοποιούσε το επίμαχο συμβάν.
Ενόψει του κινδύνου αυτού, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1992 Ασφ365/31-12-2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, για προσωρινή ρύθμιση της καταστάσεως, με την οποία ζήτησε να απαγορευθεί προσωρινά στον εναγόμενο να αναφέρεται στο επίμαχο περιστατικό, παράλληλα δε, ζήτησε την έκδοση προσωρινής διαταγής, η οποία έγινε δεκτή και απαγορεύθηκε στον εναγόμενο κάθε αναφορά στο επίμαχο περιστατικό μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Ο εναγόμενος, με τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4Ασφ2/3-1-2014 αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, ζήτησε την ανάκληση της προσωρινής διαταγής, δηλώνοντας ότι έχει καθήκον να αποκαλύψει δημόσια στον Δραμινό Λαό, κατά την επικείμενη, στις 3-1-2014, εκδήλωση βραβεύσεως των φοιτητών, τέκνων πολυτέκνων οικογενειών, ότι ο ενάγων δεν είναι πρόσωπο αμέμπτου ηθικής υποστάσεως.
Στην ως άνω αίτηση, η οποία, κατά την πρώτη σελίδα της, κοινοποιήθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων Ε. Μ., ο εναγόμενος αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: "Είμαι εκ καθήκοντος υποχρεωμένος και λόγω της συνειδήσεώς μου να αποκαλύψω επίσημα στον Δραμινό Λαό ότι ο καθ' ου, ο οποίος με την ψήφο του εξελέγη Βουλευτής κατά τις εκλογές της 12ης Μαΐου 2012 δεν είναι το πρόσωπο της αμέμπτου ηθικής υποστάσεως, όπως ο ίδιος προτάσσει και προέτασσε ιδιωτικώς και δημοσίως.
Είμαι υποχρεωμένος να αποκαλύψω στον Λαό της Δράμας ότι ο καθ' ου δεν είναι ο άμεπτος Έλλην πατριώτης Αξιωματικός, ως παρουσιάζεται δημοσίως και ιδιωτικώς, καθώς ο ίδιος ντρόπιασε και εξευτέλισε με την συμπεριφορά του στο παρελθόν την στολή και την ιδιότητα του Έλληνος Αξιωματικού. Είμαι υποχρεωμένος να γνωρίσω στην κοινωνία της Δράμας ότι ο καθ' ου, ανεξάρτητα από το όποιο τυχόν έργο έχει επιδείξει, προσβάλλει και δεν τιμά το αξίωμα του Προέδρου του Συλλόγου των Πολυτέκνων της Δράμας "ο Άγιος Στυλιανός", καθώς με τα ιδιαίτερα ήθη και νοσηρά πάθη του στο παρελθόν ντροπιάζει έναν Σύλλογο που ως σκοπό έχει την προστασία των χριστιανικών ηθών, της ηθικής, της οικογένειας, του πατριωτικού φρονήματος και της σοβαρότητας.
Είμαι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσω την αντίφαση και την αναντιστοιχία της δημόσιας εικόνας του καθ' ου που αυτός έχει καλλιεργήσει στο εκλογικό σώμα και των πολιτικών του αρχών που διαλαλεί ότι πιστεύει ως πολιτευτής και ως Πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων σε σχέση με τα όσα στο παρελθόν έπραξε ως Έλλην Αξιωματικός, ο οποίος τιμωρήθηκε πειθαρχικά από την Πολιτεία για ατιμωτικό στρατιωτικό αδίκημα.
Είμαι αναγκασμένος να αποκαλύψω στην μικρή κοινωνία της Δράμας την αναντιστοιχία της δημόσιας εικόνας και κυρίως την αντιφατικότητα του δημοσίου λόγου του καθ' ου και των έργων του. Και όλα αυτά όχι από μνησικακία ή "κουτσομπολιό", αλλά στο πλαίσιο της ελεύθερης και συνταγματικά προστατευμένης δημόσιας κοινοβουλευτικής και της ελεύθερης πολιτικής δράσης μου, όπως μου επιτάσσουν η συνείδησή μου και το καθήκον μου, με τον προσήκοντα σεβασμό στο πρόσωπο του καθ' ου και στην ιδιαιτερότητα των ερωτικών του εκδηλώσεων".
Το αίτημα ανακλήσεως της προσωρινής διαταγής απορρίφθηκε, ενώ έγινε δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος, με τη με αριθμό 27/4-3-2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Πριν από την έκδοση της αποφάσεως ο εναγόμενος απέστειλε στον Δήμαρχο Δράμας Κ. Χ. τη με αριθμό ΑΠ …/…-12-2013 επιστολή του, γραμμένη ομοίως σε έντυπο της Βουλής των Ελλήνων, την οποία κοινοποίησε και στον Αντιπεριφερειάρχη Δράμας, Ι.
Ξ., όπου αναφέρει τα εξής: "Αγαπητέ Δήμαρχε. Έλαβα διά του γραφείου σας, πρόσκληση προκειμένου να παραβρεθώ σε εκδήλωση του Συλλόγου Πολυτέκνων Ν. Δράμας. Με την ιδιότητα του πολύτεκνου, αλλά και πέρα από αυτό, εκ πεποιθήσεως ίσταμαι με ιδιαίτερο σεβασμό προς το Θεσμό της οικογένειας. Αναφορικά όμως με την παρουσία μου στην προαναφερθείσα εκδήλωση είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω ότι αδυνατώ για λόχους αρχής να παραστώ, καθόσον ο φερόμενος κατ' εμέ ως Πρόεδρος (Ν.
Σ.), βαρύνεται με σοβαρότατα ζητήματα ηθικής τάξης. Ως εκ τούτου, μου είναι αδιανόητο από τη στιγμή που έλαβα γνώση για το ανώμαλο του βίου και της πολιτείας του εν λόγω "σάτυρου" να νομιμοποιήσω με την παρουσία μου τη "δράση" και τη συμπεριφορά του προαναφερθέντος. Τέλος οφείλω να ενημερώσω, ότι προσπάθησα να χειριστώ το όλο ζήτημα με ιδιαίτερη διακριτικότητα (επισυνάπτονται έγγραφα), έτσι ώστε να δοθεί εσωτερική λύση, πλην όμως αυτό δεν κατέστη, ως φαίνεται, δυνατό και ο καθένας πλέον αναλαμβάνει τις ευθύνες του.
Ο Βουλευτής Ν.Δ. Δράμας Κ. Δ.". Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο εναγόμενος μαζί με την επιστολή, κοινοποίησε στον αποδέκτη της, Δήμαρχο, τις προηγούμενες επιστολές, που απέστειλε στον ενάγοντα και στα μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου Πολυτέκνων. Με τις ανωτέρω επιστολές και τα έγγραφα ο εναγόμενος, ενεργώντας με πρόθεση, δυσφήμησε τον ενάγοντα, διότι διέδωσε γι' αυτόν προς τους αποδέκτες των επιστολών και προς τα πρόσωπα, στα οποία τα έγγραφα κοινοποιήθηκαν, όπως ο Αντιπεριφερειάρχης Δράμας, αληθές γεγονός που συνέβη στο Γύθειο το έτος 1998 και συγκεκριμένα το ότι ο ενάγων επιχείρησε να συνάψει εξωσυζυγική σχέση με έγγαμη κυρία, κάτοικο της περιοχής και ότι τιμωρήθηκε πειθαρχικά γι' αυτό το έτος 1999, ως στρατιωτικός, για τη συμπεριφορά του, εκτός στρατεύματος.
Το γεγονός αυτό ήταν κατάλληλο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ο εναγόμενος το γνώριζε, ωστόσο με πρόθεση το διέδωσε σε τρίτους, έχοντας πρόθεση να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος, στο πεδίο αυτό. Ο χαρακτηρισμός της πράξεως του εναγομένου ως απλής και όχι ως συκοφαντικής δυσφημήσεως δεν αίρει τον παράνομο χαρακτήρα αυτής και εφόσον συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, θεμελιώνει, κατ' αρχάς, υπέρ του ενάγοντος αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.
Ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης την ένσταση, ότι αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεώς του, διότι ο ίδιος ενήργησε, κατά τον τρόπο αυτό, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ. Ειδικότερα επικαλείται ότι ο ίδιος, ως εν ενεργεία βουλευτής, ασκώντας το δικαίωμα ελευθερίας της εκφράσεως γνώμης, η οποία θεμελιώνεται γι' αυτόν στο προβλεπόμενο στα άρθρο 60 του Συντάγματος απεριόριστο δικαίωμα γνώμης των βουλευτών, καθώς και στο προβλεπόμενο στο άρθρο 61 του Συντάγματος ανεύθυνο και ακαταδίωκτο του βουλευτή για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων και ενεργώντας στα πλαίσια του δικαιώματος ασκήσεως κοινοβουλευτικού ελέγχου, που θεμελιώνεται στα άρθρα 70 παρ 6 και 71 του Συντάγματος, άσκησε, όπως είχε δικαίωμα, χωρίς να κάνει μνεία στα κατ' ιδίαν πραγματικά περιστατικά, κριτική στον ενάγοντα, ο οποίος έχοντας την ιδιότητα του πρώην βουλευτή και του Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων ήταν δημόσιο πρόσωπο, με την τελευταία δε ιδιότητα, ο ενάγων ήταν υπεύθυνος σε πρόγραμμα δωρεάν διανομής τροφίμων σε πτωχές οικογένειες της Δράμας.
Συγκεκριμένα, με τη με αριθμό …/…/…- 11-2012 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, περί κατανομής ποσοτήτων τυριού γραβιέρας Κρήτης ΠΟΠ σε άπορους της χώρας, αποφασίστηκε η διανομή 550.000 χιλιόγραμμων του ως άνω τυριού, βάσει σχετικού προγράμματος της Ε.Ε., μέσω διαφόρων φορέων, στους οποίους ανήκαν στην περιοχή της Δράμας η Ιερά Μητρόπολη Δράμας, ο Σύλλογος Πολυτέκνων Δράμας και ο Φιλανθρωπικός Σύλλογος Η Αναγέννηση.
Επίσης με τη με αριθμό …/…/…-11-2012 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης αποφασίστηκε η διανομή 1.337.200 λίτρων ελαιολάδου σε άπορες οικογένειες, μέσω των ίδιων φορέων για την περιοχή της Δράμας, υπεύθυνος δε επικοινωνίας των ως άνω φορέων, σε αμφότερες τις περιπτώσεις για την υλοποίηση των προγραμμάτων, ορίστηκε από τους τοπικούς φορείς ο ενάγων.
Σύμφωνα με τον εναγόμενο, η ανάθεση από την Πολιτεία δημοσίων καθηκόντων, στα οποία περιλαμβάνεται η διανομή τροφίμων, σε πρόσωπα όπως ο ενάγων, που έχουν τιμωρηθεί στο παρελθόν για απαξιωτικά αδικήματα δεν είναι επιτρεπτή και ο ίδιος, ως κυβερνητικός βουλευτής, κινδύνευε να κατηγορηθεί για συγκάλυψη και ανοχή σε περιστατικά που η Πολιτεία οφείλει να στηλιτεύει και να αποδοκιμάζει εμπράκτως, με το να μην αναθέτει τέτοια δημόσια καθήκοντα στα πρόσωπα που έχουν τιμωρηθεί, ενστερνίστηκε δε την κοινωνική κατακραυγή και την αποδοκιμασία στο πρόσωπο του ενάγοντος από την κοινωνία.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η ανεξαρτησία του βουλευτή και η ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα καθιερώνεται μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής, ενώ εκτός Βουλής η ελευθερία του καλύπτεται από το άρθρο 14 παρ 1 Σ και έχει όριο την τήρηση των νόμων και συνεπώς οφείλει να μην διαπράττει αδίκημα όπως η δυσφήμηση, ανεξάρτητα εάν δεν μπορεί να διωχθεί ποινικώς γι' αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος, παρά μόνον με άδεια της Βουλής, ωστόσο δεν παρεμποδίζεται η άσκηση αγωγής σε βάρος του βουλευτή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για τέτοια πράξη.
Εξάλλου ο κοινοβουλευτικός έλεγχος που ασκείται από τους βουλευτές, με τα διάφορα μέσα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής (ερωτήσεις, επερωτήσεις κλπ), στρέφεται κατά όλης της Κυβερνήσεως ή ορισμένων Υπουργών και επιδιώκεται με αυτόν η δημιουργία προϋποθέσεων για τη θεμελίωση κοινοβουλευτικής ευθύνης σε βάρος τους, εκτείνεται δε σε κάθε ενέργεια ή παράλειψη Υπουργού, είτε ανάγεται στις διοικητικές είτε στις κυβερνητικές αρμοδιότητές του, χωρίς όμως να έχει τη δυνατότητα να υποδείξει στην Κυβέρνηση τον τρόπο ενέργειας ή δράσεως.
Συνεπώς, τυχόν κοινοβουλευτικός έλεγχος εν προκειμένω θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εναγόμενο βουλευτή σε βάρος του Υπουργού ή του αρμοδίου κυβερνητικού οργάνου που ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα στην υλοποίηση του προγράμματος διανομής δωρεάν τροφίμων και μόνον εφόσον είχε διαπιστωθεί ή υπήρχε υπόνοια μη προσήκουσας εκτελέσεως του προγράμματος αυτού και διασπαθίσεως δημοσίου χρήματος από τον ενάγοντα.
Αντιθέτως, ο εναγόμενος δεν μπορούσε να ασκήσει κοινοβουλευτικό έλεγχο σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος ενός Συλλόγου, ελεύθερα εκλεγμένος από τα μέλη του, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ 1 του Συντάγματος και να ζητήσει την παραίτησή του από τη θέση αυτή, αφού ο ενάγων μπορούσε να παυθεί μόνο με τις διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία περί σωματείων και όχι κατόπιν ασκήσεως κοινοβουλευτικού ελέγχου.
Επιπρόσθετα, δεν διαπιστώθηκε, ούτε υπήρξε υπόνοια σε βάρος του ενάγοντος για μη προσήκουσα εκτέλεση του ως άνω δημοσίου καθήκοντος, δεν υπήρξε οποιαδήποτε μομφή σε βάρος του έως το έτος 2012 για ατασθαλία στη διαχείριση δημοσίου χρήματος ή των πόρων του συλλόγου, ενώ ο ρόλος του ενάγοντος στο πρόγραμμα διανομής τροφίμων ήταν αμιγώς επικοινωνιακός και όχι ουσιαστικός, οι δικαιούχοι της παροχής σε είδος ήταν αυστηρώς καθορισμένοι, το δε παράπτωμα για το οποίο τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ο ενάγων αφορούσε στον ιδιωτικό του βίο, είχε τελεστεί περί τα 15 έτη πριν από την υλοποίηση του προγράμματος και ήταν παντελώς άσχετο το παράπτωμα με το πρόγραμμα.
Ενόψει των ανωτέρω, η επίκληση της ελευθερίας εκφράσεως γνώμης του βουλευτή και το δικαίωμά του στην άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου δεν συνιστά, εκ του νόμου, δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την άρση του παράνομου χαρακτήρα της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο της έφεσης τον ισχυρισμό ότι συντρέχει λόγος άρσεως του παρανόμου χαρακτήρα της προσβολής, διότι ο ίδιος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού έχει καθήκον να ασκεί δημόσια κριτική σε πράξεις και παραλείψεις δημοσίων προσώπων, για να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον, στην έννοια του οποίου εντάσσεται και η ηθική και ο ενάγων είναι δημόσιο πρόσωπο, λόγω της πολυετούς ενασχολήσεώς του με τα κοινά, υπό διάφορες ιδιότητες και γι' αυτόν ισχύει διαφορετικό επίπεδο προστασίας της τιμής του, διότι ως δημόσιο πρόσωπο εκτίθεται οικειοθελώς στον κοινωνικό έλεγχο, διαθέτει εύκολη πρόσβαση στα ΜΜΕ, για να παράσχει εξηγήσεις και να αποκαταστήσει την αλήθεια και υποχρεούται να επιδεικνύει μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική σε σύγκριση με τους ιδιώτες.
Επίσης, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με λόγο της έφεσης τον ισχυρισμό ότι τα δημόσια πρόσωπα οφείλουν να ανέχονται την κριτική και στην ιδιωτική τους ζωή, εφ' όσον η τελευταία δημοσιοποιείται από τα ίδια ως μέσο δημόσιας προβολής τους με ψευδή παράσταση γεγονότων και με σκοπό εξαπατήσεως και εντεύθεν υφαρπαγής της ψήφου των πολιτών, όταν οι τελευταίοι δεν έχουν πλήρη ενημέρωση για τον πρότερο βίο τους και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων κατήλθε ως υποψήφιος στις διπλές βουλευτικές εκλογές του έτους 2012, προβάλλοντας την εικόνα του επιτυχημένου πατριώτη αξιωματικού, του νοικοκύρη οικογενειάρχη, του ηθικού χριστιανού που αγωνίζεται για τον θεσμό της οικογένειας και μάλιστα της πολύτεκνης, για την πατρίδα, την Ορθόδοξη Εκκλησία και για την πολιτική κάθαρση και με την προβολή των γνωρισμάτων αυτών υφάρπαξε την ψήφο των πολιτών και εξελέγη βουλευτής στις εκλογές της 12ης Μαΐου 2012, παρότι τέλεσε ατιμωτικό στρατιωτικό πειθαρχικό αδίκημα και έτυχε πειθαρχικής τιμωρίας, λόγω συμπεριφοράς που απάδει στην τιμή του αξιωματικού, γεγονός που αντιφάσκει με τη δημόσια εικόνα του και δεν ήταν δυνατόν να παραμένει Πρόεδρος ενός συλλόγου που προασπίζει τις πνευματικές και ηθικές αξίες της οικογένειας, της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας και της μητρότητας.
Η προβληθείσα ένσταση κατά το σκέλος αυτό είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 περ. γ' ΠΚ, διότι το δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση, και μέσω αυτής σε διαμόρφωση και αποκρυστάλλωση της πολιτικής απόψεως του εκλογικού σώματος αναγνωρίζεται όχι μόνον στον τύπο, αλλά και στα πρόσωπα που συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή της χώρας, τα οποία, δικαιούνται να ασκούν κριτική σε πρόσωπα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο, αναφορικά με τις πράξεις και την εν γένει συμπεριφορά τους και να ασκούν οξεία κριτική ακόμη και με δυσμενείς χαρακτηρισμούς.
Ωστόσο, ο παράνομος χαρακτήρας της προσβολής δεν αίρεται, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του θιγόμενου υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο ή όταν είναι φανερά δυσανάλογη και δεν ισοσταθμίζεται με την εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού, στον οποίο αποβλέπει η ενέργεια του προσβολέα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η επέμβαση του εναγομένου στην ιδιωτική σφαίρα της προσωπικότητας του ενάγοντος υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο και είναι δυσανάλογη η ωφέλεια του κοινού από την πληροφόρηση, στην οποία ισχυρίζεται ότι απέβλεπε ο εναγόμενος, με την σοβαρότατη βλάβη που επήλθε στην προσωπική αξιοπρέπεια και στην οικογενειακή ζωή του ενάγοντος.
Η κατ' εξαίρεση για τα δημόσια πρόσωπα επέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή, στην ουσιαστική διάσταση της οποίας ανήκουν γεγονότα της σεξουαλικής ή αισθηματικής τους ζωής, οι θρησκευτικές ή ηθικές ή πολιτικές τους πεποιθήσεις δικαιολογείται, όταν είναι δυνατόν κατά τις περιστάσεις να θίγουν το δημόσιο συμφέρον, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν συνέτρεχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Ειδικότερα ο ενάγων διέπραξε ένα μεμονωμένο παράπτωμα στην ερωτική- οικογενειακή του ζωή, για το οποίο ήδη τιμωρήθηκε πειθαρχικά το έτος 1999. Κρίθηκε ότι δεν τελέστηκε ποινικό αδίκημα και δεν τιμωρήθηκε ποινικά για κάποια πράξη του. Το παράπτωμα αυτό δεν σχετιζόταν με την άσκηση των δημοσίων καθηκόντων ως βουλευτή ή ως δημοτικού συμβούλου ή αντιδημάρχου ή Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας, ή ως προέδρου άλλων συλλόγων και επιτροπών, ούτε με τη διαχείριση δημοσίου χρήματος ή δημοσίων υποθέσεων εκ μέρους του.
Γενικώς κατά την άσκηση των δημοσίων καθηκόντων του επέδειξε άψογη συμπεριφορά και για το λόγο αυτό τιμήθηκε από τους συμπολίτες του με πολλά και διαφορετικά δημόσια αξιώματα και μάλιστα για μεγάλη χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως το έτος 2013, που έλαβαν χώρα οι επίδικες προσβολές της προσωπικότητάς του.
Μάλιστα σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Τ., που εξετάστηκε με επιμέλεια του εναγόμενου στο ακροατήριου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι πολίτες του Δήμου Προσοτσάνης Δράμας γνώριζαν το γεγονός αυτό της προσωπικής ζωής του ενάγοντος και παρά ταύτα τον εξέλεξαν επανειλημμένα στον Δήμο και στη συνέχεια ως βουλευτή.
Συνεπώς, κανένα δημόσιο συμφέρον για την ενημέρωση του κοινού δεν εξυπηρετούσε η όψιμη περαιτέρω διάδοση του γεγονότος από τον εναγόμενο. Μεταξύ του επίμαχου συμβάντος και της δυσφημιστικής διαδόσεώς του από τον εναγόμενο παρεμβλήθηκε μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο ενάγων έζησε έντιμη προσωπική και οικογενειακή ζωή και η εικόνα του σωστού οικογενειάρχη και του ηθικού ατόμου που εμφάνισε προς τους ψηφοφόρους του και προς τα μέλη του Συλλόγου Πολυτέκνων, των οποίων την ψήφο διεκδίκησε και έλαβε, δεν ήταν ανακόλουθη με τις πράξεις και τον χαρακτήρα του.
Το παλαιό παράπτωμα του ενάγοντος, αναγόμενο στην προσωπική του ζωή, δεν μπορούσε πλέον να συνδεθεί με την πολιτική του δράση και ως εκ τούτου το ενδιαφέρον του κοινού να πληροφορηθεί για τον βίο του, αλλά και του εναγόμενου ως πολιτικού του αντιπάλου να αναδείξει το πλεονέκτημα του ως προς την συνεπέστερη προσήλωσή του στην ηθική τάξη περνά σε δεύτερη μοίρα και δεν μπορεί να κριθεί ως δικαιολογημένο, προέχει δε υπ' αυτές τις περιστάσεις το δικαίωμα, ακόμη και του δημοσίου προσώπου, να προασπίσει το από την προσωπικότητα απορρέον δικαίωμα να αποτρέψει οποιαδήποτε επέμβαση τρίτου στο απόρρητο της προσωπικής - ιδιωτικής του ζωής.
Το παράπτωμα του ενάγοντος, που συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο εκδήλωσε το ερωτικό του ενδιαφέρον προς έγγαμη κυρία, ακόμη και σε συνδυασμό με την εν λόγω πειθαρχική του ποινή, μετά την παρέλευση μιας δεκαπενταετίας περίπου, δεν θα μπορούσε να συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον, εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μομφή σε βάρος του, παρά τη μακροχρόνια ενασχόλησή του με τα κοινά.
Ακόμη και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η πειθαρχική τιμωρία του ενάγοντος, το παράπτωμα αυτό, ως πειθαρχικό αδίκημα μετά την παρέλευση δεκαπέντε περίπου των είχε παραγραφεί και δεν θα μπορούσε πλέον να τιμωρηθεί γι' αυτό. Αλλά και στην περίπτωση που συνιστούσε ποινικό αδίκημα, θα είχε υποπέσει σε παραγραφή, εμποδίζοντας οριστικώς την αξίωση της Πολιτείας να επιβάλλει οιεσδήποτε μορφής κυρώσεις γι' αυτό.
Δεν δικαιολογείται επομένως η ανάσυρση και η διάδοση του παραπτώματος αυτού από τον εναγόμενο μετά την παρέλευση τόσο μακρού χρονικού διαστήματος, με την επίφαση ότι αυτό γίνεται από καθήκον για την πληροφόρηση του λαού της Δράμας για τον χαρακτήρα και την ηθική του ενάγοντος, ο οποίος παραπλάνησε τους ψηφοφόρους του.
Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος προέβη στη διάδοση του δυσφημιστικού γεγονότος με σκοπό εξυβρίσεως του ενάγοντος, όπως βασίμως ισχυρίστηκε ο τελευταίος, καθ' υποφοράν με την αγωγή του, δηλαδή με σκοπό που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του ενάγοντος και ενέχει αμφισβήτηση της ηθικής ή αξίας του, όπως προκύπτει από τον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, που δεν ήταν αντικειμενικά, αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως του εναγόμενου, ο οποίος, ωστόσο, χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος.
Ο ανωτέρω σκοπός του εναγομένου αποδεικνύεται ιδίως από τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) η προσβολή της τιμής του ενάγοντος προκλήθηκε από τον εναγόμενο επανειλημμένως και όχι άπαξ, διήρκησε δε χρονικά επί ένα περίπου έτος, αρχίζοντας με την αποστολή της αναφοράς στον Υπουργό...Εθνικής Άμυνας το Φεβρουάριο του 2013 και ολοκληρώθηκε με την αποστολή της επιστολής στον Δήμαρχο Δράμας περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2013, β) η προσβολή κλιμακώθηκε σταδιακώς, καθώς διευρύνθηκε ο κύκλος των αποδεκτών των επιστολών, ενώ κοινοποιήθηκαν τα σχετικά έγγραφα και σε τρίτους, όπως η επιστολή που απευθυνόταν στον Δήμαρχο Δράμας, που κοινοποιήθηκε και στον Αντιπεριφερειάρχη Δράμας, ενώ η αίτηση για ανάκληση της προσωρινής διαταγής κοινοποιήθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, ενώ αυτό δεν ήταν αναγκαίο, ούτε πρόσφορο για την άσκηση του δικαιώματος πληροφορήσεως που επικαλείται ο εναγόμενος, γ) ο τρόπος επιτεύξεως της προσβολής οξύνθηκε σταδιακώς και ειδικότερα ενώ αρχικώς εναγόμενος διέδωσε το γεγονός χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, σταδιακά άρχισε να χρησιμοποιεί εκφράσεις απαξιωτικές για τον ενάγοντα, όπως: "να παριστάνει τον αδιάφορο, θέτοντας για προσωπικούς - μικροφιλόδοξους λόγους, τον Σύλλογό μας στο κίνδυνο του δημοσίου διασυρμού", "ώστε η Δραμινή κοινωνία και όχι μόνο, να πληροφορηθεί περί του ανωμάλου της συμπεριφοράς του", "Ως εκ τούτου, μου είναι αδιανόητο από τη στιγμή που έλαβα γνώση για το ανώμαλο του βίου και της πολιτείας του εν λόγω "σάτυρου", να νομιμοποιήσω με την παρουσία μου ... ", δ) η επιμονή που επέδειξε ο εναγόμενος προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του, αρχικώς ζητώντας από τον ενάγοντα προφορικώς και στη συνέχεια εγγράφως να παραιτηθεί, στη συνέχεια προσφεύγοντας στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Πολυτέκνων και τέλος, ενημερώνοντας σχετικά τον Δήμαρχο Δράμας, ο οποίος δεν είχε κάποια άμεση ανάμιξη στα εσωτερικά του Συλλόγου Πολυτέκνων.
Με τις ανωτέρω ενέργειες ο εναγόμενος αποσκοπούσε ιδίως στην παραίτηση του ενάγοντος από τη θέση του Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας, ενός πολυπληθούς συλλόγου, που αποτελούσε εν δυνάμει δεξαμενή ψηφοφόρων για αμφότερους τους διαδίκους στις βουλευτικές εκλογές, υπό την απειλή αποκαθηλώσεως της εικόνας του ηθικού ανθρώπου και του αφοσιωμένου οικογενειάρχη που είχε δημιουργήσει ο ενάγων.
Ενόψει των ανωτέρω ένσταση του εναγομένου, που στηρίζεται στο άρθρο 367 παρ 1 γ' ΠΚ, κατά το δεύτερο σκέλος της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας την ένσταση του εναγομένου, ότι ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, κατά το άρθρο 367 παρ 1 περ.
γ' ΠΚ, με παρόμοια αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, ο συναφής λόγος εφέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος από ουσιαστική άποψη". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την από 3-1-2016 έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και επικύρωσε την με αριθ.4/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν η αγωγή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και απαγορεύοντας σ' αυτόν κάθε αναφορά ονομαστική ή περιγραφική, άμεση ή έμμεση, προφορική ή γραπτή, σε τρίτους ή τον έντυπο ή ραδιοτηλεοπτικό ή ηλεκτρονικό τύπο ή στο διαδίκτυο (internet) στο πρόσωπο του ενάγοντος για το περιστατικό που έλαβε χώρα στο Γύθειο το 1999 και αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης και απείλησε για κάθε μια παράβαση της συγκεκριμένης απαγόρευσης χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 παρ.1, 61 παρ.1, 3, 62, 69, 70 παρ.6, 103 παρ.1 του Συντάγματος, 124, 125 παρ.5 Κανονισμού της Βουλής, 10 της ΕΣΔΑ, 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 361, 362, 366 παρ.1 και 3, 367 παρ.1περ.γ και παρ. 2 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, με συμπεριφορά που συνιστά απλή δυσφήμηση και από τον τρόπο που εκδηλώθηκε και τις περιστάσεις που τελέσθηκε προκύπτει σκοπός του εξύβρισης, που δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ.
ένστασης του αναιρεσείοντος: α) ως μη νόμιμη ως προς το πρώτο σκέλος της, που αφορά την ανεξαρτησία του βουλευτή και την ελευθερία του να διατυπώνει τη γνώμη του ελεύθερα, που καθιερώνεται μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή κατά τη συμμετοχή του στις εργασίες της Βουλής, ή των διαφόρων Επιτροπών αυτής, ενώ εκτός Βουλής η ελευθερία του καλύπτεται από το άρθρο 14 παρ 1 Σ και 10 της ΕΣΔΑ και έχει όριο την τήρηση των νόμων και συνεπώς οφείλει να μην διαπράττει αδίκημα όπως η δυσφήμηση, ενώ ο κοινοβουλευτικός έλεγχος που ασκείται από τους βουλευτές, με τα διάφορα μέσα που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής (ερωτήσεις, επερωτήσεις κλπ), στρέφεται κατά όλης της Κυβερνήσεως ή ορισμένων Υπουργών και εν προκειμένω θα έπρεπε να ασκηθεί από τον αναιρεσείοντα βουλευτή σε βάρος του Υπουργού ή του αρμοδίου κυβερνητικού οργάνου που ανέθεσε στον ενάγοντα καθήκοντα στην υλοποίηση του προγράμματος διανομής δωρεάν τροφίμων και μόνον εφόσον είχε διαπιστωθεί ή υπήρχε υπόνοια μη προσήκουσας εκτελέσεως του προγράμματος αυτού και διασπαθίσεως δημοσίου χρήματος από τον αναιρεσίβλητο και β) ως ουσία αβάσιμη ως προς το δεύτερο σκέλος της, που αφορά το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του αναιρεσείοντος για άσκηση κριτικής στον αναιρεσίβλητο, που ήταν δημόσιο πρόσωπο, λόγω της πολυετούς απασχόλησής του με τα κοινά, για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, αφού κατά τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων με πρόθεση δυσφήμησε τον αναιρεσίβλητο, διότι διέδωσε γι' αυτόν αληθές γεγονός που συνέβη στο Γύθειο το έτος 1998 και συγκεκριμένα το ότι ο ενάγων επιχείρησε να συνάψει εξωσυζυγική σχέση με έγγαμη κυρία, κάτοικο της περιοχής και ότι τιμωρήθηκε πειθαρχικά γι' αυτό το έτος 1999, ως στρατιωτικός, για τη συμπεριφορά του, εκτός στρατεύματος, γεγονός που ήταν κατάλληλο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ο εναγόμενος το γνώριζε, ωστόσο με πρόθεση το διέδωσε σε τρίτους, έχοντας πρόθεση να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος, στο πεδίο αυτό και ότι το παράπτωμα αυτό δεν θα μπορούσε να συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον, εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μομφή σε βάρος του, παρά τη μακροχρόνια ενασχόλησή του με τα κοινά και δεν δικαιολογείται επομένως η ανάσυρση και η διάδοση του παραπτώματος αυτού από τον αναιρεσείοντα μετά την παρέλευση τόσο μακρού χρονικού διαστήματος, με την επίφαση ότι αυτό γίνεται από καθήκον για την πληροφόρηση του λαού της Δράμας για τον χαρακτήρα και την ηθική του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραπλάνησε τους ψηφοφόρους του.
Παράλληλα, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί με σκοπό την εξύβριση, που περιέχονται στις επίμαχες επιστολές, αναφορές και αιτήσεις για τον αναιρεσίβλητο και η επέμβαση του αναιρεσείοντος στην ιδιωτική σφαίρα της προσωπικότητας του ενάγοντος, υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο και είναι δυσανάλογη η ωφέλεια του κοινού από την πληροφόρηση, στην οποία ισχυρίζεται ότι απέβλεπε ο αναιρεσείων, με την σοβαρότατη βλάβη που επήλθε στην προσωπική αξιοπρέπεια και στην οικογενειακή ζωή του αναιρεσίβλητου, ενώ η κατ' εξαίρεση, για τα δημόσια πρόσωπα, επέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή δικαιολογείται, όταν είναι δυνατόν κατά τις περιστάσεις να θίγουν το δημόσιο συμφέρον, στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση δεν συνέτρεχαν λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Επιπλέον, οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί ήταν πρόσφοροι να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ως Προέδρου του Συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας, αφού ενείχαν, κατά την αντικειμενική εκτίμησή τους, το στοιχείο της εξύβρισης και της σπίλωσης της προσωπικής αυτού υπόστασης ο δε αναιρεσείων είχε ως αποκλειστικό σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτουμένη αιτιολογία και ως προς την συνδρομή του ειδικού σκοπού εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, βάσει του οποίου ήχθη στην παραδοχή του εκ του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ. σχετικού ισχυρισμού (αντένστασης) του τελευταίου και συνακολούθως στην απόρριψη της εκ της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου ένστασης του αναιρεσείοντος περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των ενδίκων ενεργειών του.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο αναιρεσείων ήχθη στις επίμαχες ενέργειές του όχι από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση του κοινού και εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, αλλά αποκλειστικά με σκοπό εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει από την επανειλημμένη και κλιμακούμενη προσβολή της τιμής του, την σταδιακή όξυνση των σε βάρος του εκφράσεων και την επιμονή που επέδειξε ο αναιρεσείων για να πετύχει την παραίτηση του αναιρεσίβλητου από τη θέση του Προέδρου του συλλόγου Πολυτέκνων Δράμας.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και κυρίως αυτής του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ του ΠΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αντίθετα τα έλαβε υπόψη και δέχθηκε ότι το πειθαρχικό παράπτωμα του αναιρεσίβλητου δεν συνδέεται με το δικαιολογημένο ενδιαφέρον πληροφόρησης και το δημόσιο συμφέρον.
Τέλος, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το γεγονός που διέδωσε ο αναιρεσείων ήταν αληθές, αφορούσε όμως τον ιδιωτικό βίο του αναιρεσίβλητου και δεν συνδεόταν με το δημόσιο συμφέρον, ήταν κατάλληλο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και ο εναγόμενος το γνώριζε, ωστόσο με πρόθεση το διέδωσε σε τρίτους, έχοντας πρόθεση να βλάψει την προσωπικότητα του ενάγοντος, στο πεδίο αυτό και ότι ο χαρακτηρισμός της πράξεως του εναγομένου ως απλής δυσφημίσεως δικαιολογεί, εφόσον δέχθηκε ότι υπήρχε σκοπός εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, που προκύπτει από τον τρόπο που εκδηλώθηκε και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η απλή δυσφήμηση, υπέρ αυτού (ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου) αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.
Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, ότι δηλαδή αφού το γεγονός που διέδωσε ενώπιον τρίτων ο αναιρεσείων ήταν αληθές, δεν στοιχειοθετείτο η απλή δυσφήμηση, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και τον προέβαλε απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (αρθ.562 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, κατά τα οικεία σκέλη του και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, λόγω παραβίασης των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, αλλά και εκ πλαγίου με την παράθεση στην απόφαση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τυγχάνουν αβάσιμοι.
VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ ΑΠ 3/1997), καθώς και ο λόγος έφεσης (Ολομ.
ΑΠ 11/1996), όχι δε οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση των προηγουμένων ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά τον νόμο ισχυρισμοί. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, κατά το οικείο σκέλος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του την αντένσταση από το άρθρο 367παρ.2 ΠΚ, καταλυτική της ένστασης, που είχε προτείνει ο ίδιος της παρ.1 του ίδιου άρθρου, η οποία δεν είχε προβληθεί από τον αναιρεσίβλητο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από το περιεχόμενο της αγωγής του αναιρεσίβλητου, που παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, και συγκεκριμένα από τις 4η και 5η σελίδα από το τέλος αυτής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προέβαλε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, καθ' υποφοράν την εν λόγω αντένσταση. Επομένως, ο πέμπτος λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ως άνω, για την πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 13-14-15/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει, με τις λοιπές αποδείξεις, τα παρακάτω, νόμιμα προσκομισθέντα, με επίκληση, από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του για την ηθική υποκρισία του αναιρεσίβλητου.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) συνέντευξη του αναιρεσίβλητου σε τοπική εφημερίδα και β) βιογραφικό του αναιρεσίβλητου δημοσιευμένο στο διαδίκτυο. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν: "...και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει κανένα, απολύτως, στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ισοδυνάμως, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα ανωτέρω, που φέρονται, κατά τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα.
Επομένως, ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, όλοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος κατά το οποίο, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους δήθεν σε παραβίαση των ίδιων νομικών κανόνων, πλήττουν στην πραγματικότητα την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 03-04-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 164/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στοδιατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03-04-2018 αίτηση του Δ. Κ. του Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 164 /2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ