Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations and procedural error grounds in car accident damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Athens regarding damages for a car accident. The appellants argued for a new five-year limitation period based on a 2001 health deterioration, but the court held the twenty-year limitation period had already expired since the accident occurred in 1995. Furthermore, the court rejected the claim of procedural error because the alleged delay in publishing a prior judgment did not materially affect the outcome of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 249, 251, 268, 559, 577, 937, 176, 183, 495 of the Civil Code and Civil Procedure Code; The limitation period for tort claims is twenty years from the act, and procedural errors must have a material impact on the judgment to justify an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Χ. του Α. και 2) Α. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ., συζ. Δ. Κ. και 2) Δ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί της οποίας εκδόθηκε η 3803/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 26-1-2010 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι, επανέφεραν την υπόθεση για συζήτηση και η ως άνω από 29-7-2008 αγωγή τους συνεκδικάστηκε με την από 30-7-2010 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4308/2011 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 719/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-1-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 31.1.2017 (γεν αριθ. κατ. 698/2017) αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 719/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη (άρθρ. 249 ΑΚ). Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για την έγερση της σχετικής αγωγής, αρχίζει αμέσως η διαδρομή του χρόνου και της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε (5) έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου.
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης. Έτσι, ο χρόνος της παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από εκείνες που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Ολ.ΑΠ 38/1996, 40/1996), όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός, το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 1368/2010).
Το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνον για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν -το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά- ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.
Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές οι επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, αρχίζει για την αξίωση προς αποκατάσταση αυτών νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς της με την αδικοπραξία. Στην πενταετή παραγραφή ισχύουν γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς τη διακοπή (ΑΚ 255 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 260 επ.).
Ειδικώς, με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΠ 8/2007).
Στην προαναφερθείσα πενταετή παραγραφή ισχύει και η διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται ύστερα από 20 χρόνια και αν ακόμα η αξίωση υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή, με την προϋπόθεση ότι η οποιαδήποτε αξίωση της οποίας επιμηκύνεται η παραγραφή δεν έχει υποπέσει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (Ολ.ΑΠ 24/2003, 674/2013).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικό περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2039/2013, ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την με αριθμό τελεσίδικη 719/2014 απόφασή του κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επί της από 25.10.1996 (1ης) αγωγής με αριθμ.
κατάθεσης 656/1996 Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, των εναγόντων κατά των εναγομένων εκδόθηκε η 52/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι στις 26.8.1995 και περί ώρα 13:30 ο πρώτος εναγόμενος Β. Χ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφ. ...80 ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημιές στην τρίτη εναγομένη εταιρεία "...
PLC", (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, ως καθολική διάδοχος η ασφαλιστική εταιρεία "... Α.Ε.Γ.Α."), προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα στην Εθνική Οδό ... τον τραυματισμό της πρώτης ενάγουσας, συζύγου του δευτέρου ενάγοντος, η οποία οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ...79 δίκυκλο μοτοποδήλατό της. Ότι συνεπεία του ατυχήματος αυτού η ενάγουσα υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα μετωπιαίου οστού κρανίου, εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα αριστερού γόνατος και προσώπου.
Ότι με την 536/11.9.1997 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής του ΙΚΑ, κρίθηκε προσωρινά ανάπηρη σε ποσοστό 80% λόγω μετατραυματικής επιληψίας, μετατραυματικής συνδρομής, οσφυϊκής δισκοπάθειας με νευρολογικά ευρήματα και ρήξης μηνίσκου αριστερού γόνατος, οφειλομένων στο ένδικο ατύχημα και ότι κατέστη ανίκανη προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 27.8.1995 έως 31.10.1996.
Ότι προ του ατυχήματος αυτού, η ενάγουσα εργαζόταν ως μαγείρισσα στο ξενοδοχείο "... Α.Ε." στην ... κατά τη θερινή περίοδο (από Μάιο έως και Οκτώβριο κάθε έτους) και απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της. Επιδικάστηκαν δε στους ενάγοντες (ήτοι στην ενάγουσα ως αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα κατά τον άνω χρόνο ανικανότητας της ενάγουσας προς εργασία και στον ενάγοντα για τη στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσας συζύγου του) σε βάρος των εναγομένων, τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1995 μέχρι 30-8-1996.
Β) Επί της από 9-6-2000 (2ης) κατά σειρά με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 74133/2000 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγής των εναγόντων κατά των ιδίων εναγομένων, εκδόθηκε η 1835/2002 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία η 2757/2003 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που υποχρέωσε τόσο τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, όσο και την τρίτη αυτών να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά για τις ίδιες ανωτέρω αιτίες του χρονικού διαστήματος από 1-5-1997 μέχρι 31-10-2000.
Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση μόνο η γ' εναγομένη - ασφαλιστική εταιρεία, και εκδόθηκε η 8867/31-12-2004 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με τις αποφάσεις αυτές, ήτοι την υπ' αριθμ. 2757/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά τριετία από της δημοσιεύσεώς της κατ' άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (αφού δεν προκύπτει επίδοσή της) για τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων που δεν άσκησαν κατά αυτής έφεση και την υπ' αριθμ 8867/31-12-2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου από της δημοσιεύσεώς της, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η υγεία της ενάγουσας παρουσίασε επιδείνωση, μη προβλεπτή και μη αναστρέψιμη, ότι ήταν ανάπηρη σε ποσοστό 80%, ότι ήταν ολικά ανίκανη προς εργασία και από 1-11-1996 έως 31-10-2000 και ότι απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε, εργαζόμενη ως μαγείρισσα στην ίδια ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός της.
Επιδικάστηκαν δε στην ενάγουσα για τις ίδιες ανωτέρω αιτίες, επιδόματα, αποζημίωση αδείας και αναλογία δώρων Χριστουγέννων του χρονικού διαστήματος από 1.5.1998 έως 31.10.2000 και για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αυτής λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, τα αναφερόμενα στις αποφάσεις αυτές ποσά.
Επίσης επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό που αναφέρεται στις ανωτέρω αποφάσεις για την στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσης συζύγου του από 1-11-1996 μέχρι 31-7-2000. γ) Επί της από 31-10-2005 (3ης) κατά σειρά (με αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 8881/2005 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), αγωγής των εναγόντων, με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα από 1-5-2001 μέχρι 2004 και για θετική της ζημία και ο ενάγων αποζημίωση για στέρηση των υπηρεσιών της συζύγου του από 1.11.2000 έως 31-10-2005, εκδόθηκε η υπ αριθμ. 3540/18-06-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επίσης αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των εναγόντων και των δύο πρώτων εναγομένων για το ότι εξαιτίας του τραυματισμού της ενάγουσας και της συνακόλουθης κατάστασης της υγείας της, ήταν ολικά ανίκανη για την εργασία της ως μαγείρισσα κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.5.2001 έως 31.10.2001 από 1.5.2002 έως 31.10.2002 και από 1.5.2004 έως 31.10.2004, καθόσον είχε αναπηρία 80% και για το ότι λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία, απώλεσε τα εισοδήματα που κατά την συνήθη πορεία θα αποκόμιζε από την εργασία της αυτή, με βάση το μηνιαίο μισθό των 1.160 ευρώ (μέχρι 31-10-2002) και των 1.180 ευρώ για το υπόλοιπο αυτό χρονικό διάστημα μετά των επιδομάτων αδείας, αποζημίωσης αδείας και αναλογία δώρου Χριστουγέννων, μείον το ποσό που εισέπραξε από το ΙΚΑ.
Επιδικάστηκαν δε ομοίως στην ενάγουσα για τις αιτίες αυτές και για τις αποδειχθείσες θετικές ζημίες που εκτίθενται στην τελεσίδικη αυτή απόφαση τα αναφερόμενα ποσά. Επίσης, επιδικάστηκε στον ενάγοντα το αναφερόμενο στην ίδια τελεσίδικη απόφαση ποσό για την στέρηση των υπηρεσιών της τραυματισθείσης συζύγου του, από 1-11-2000 μέχρι 31-10-2005 που αποτιμήθηκαν για κάθε μήνα του χρονικού αυτού διαστήματος στο ποσό των 120 ευρώ...
Ως προς την υπό στοιχείο Β των συνεκδικαζομένων έφεση των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων λεκτέα τα εξής: Με τον 1ο λόγο της έφεσης αυτής οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε ως απαραδέκτως ασκηθείσα την ένστασή τους περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων ως εκ του ότι προτάθηκε κατά την μεταγενέστερη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό.
Επίσης ισχυρίζονται ότι η ένστασή τους αυτή είναι και ουσιαστικά βάσιμη, διότι οι εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων, από το έτος 2001 που επήλθε απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας που ορίζεται με το άρθρο 937 ΑΚ...
Συνεπώς εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη ότι απαράδεκτα προτάθηκε η εν λόγω ένσταση... Σε κάθε δε περίπτωση παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικνυόμενη εγγράφως. Όμως, παραδεκτά επίσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, φέρεται εκ μέρους των εφεσίβλητων - εναγόντων κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, προς υπεράσπισή τους κατά της Β' εφέσεως και η σχετική περί επιμηκύνσεως του χρόνου της παραγραφής αντένσταση αυτών, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής τους.
Συγκεκριμένα οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες προτείνουν επί του προκειμένου την αντένσταση αυτών περί επιμήκυνσης σε 20ετία του χρόνου παραγραφής των αξιώσεών τους, ως απάντηση στην ένσταση παραγραφής των εκκαλούντων - εναγομένων (που φέρεται προς κρίση με τον 1ο σχετικό λόγο της υπό στοιχείο Β' έφεσης των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων).
Η αντένσταση αυτή κρίνεται και ως ουσιαστικά βάσιμη, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις αποζημίωσης των εναγόντων για θετικές και αποθετικές ζημίες που φέρονται με την αγωγή, καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 2757/2003 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Συγκεκριμένα, αυτές ως προελθούσες από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας, η έναρξη της οποίας τοποθετείται το έτος 2001, δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφού από το 2001, που άρχισε η νέα αυτή παραγραφή έως την τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 2757/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επήλθε μετά πάροδο τριετίας από της δημοσιεύσεώς της (2006), δεν είχε παρέλθει πενταετία και επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων, επιμηκύνθηκε σε 20ετία που δεν έχει παρέλθει.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν παρέγραψε τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, καίτοι με άλλο αιτιολογικό που αντικαθίσταται με το της παρούσας αποφάσεως, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 31.10.2012 και με αριθμό κατάθεσης 6987/2012 έφεση των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 4308/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, είχε κρίνει κατ' αποτέλεσμα ομοίως, δεχόμενη ως ουσιαστικά βάσιμη κατά το μέρος που αφορούσε τους τελευταίους την, από 29.7.2008 και αριθμό κατάθ. 7754/2008, τέταρτη κατά σειρά, ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν αποζημίωση, για την από το ένδικο ατύχημα ζημία που υπέστησαν κατά το από 1.5.2006 μέχρι και 31.12.2007 χρονικό διάστημα.
Με τις κρίσεις αυτές το Εφετείο, το οποίο αντικαθιστώντας με την αναιρεσιβαλλομένη τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης ως προς την απόρριψη της ένστασης της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, την οποία πρωτοδίκως παραδεκτά είχαν προτείνει οι ήδη αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι και ακολούθως, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του ερειδομένου στο άρθρο 268 ΑΚ, περι επιμήκυνσης του χρόνου αυτής σε εικοσαετή, ισχυρισμού, τον οποίο αντενιστάμενοι οι ήδη αναιρεσίβλητοι και τότε ενάγοντες είχαν προβάλλει, απέρριψε την έφεση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδ. 1 και 937 παρ. 1 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να καταλήξει χωρίς αμφιβολία στην ανωτέρω κρίση του.
Οι αιτιάσεις της προσβαλλομένης ότι, η πενταετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων είχε συμπληρωθεί πριν την έκδοση της τελεσίδικης με αριθμό 3540/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών επί της τρίτης κατά σειρά από 31-10-2005 και αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 8881/2005 αγωγής, που αφορούσε επιδίκαση αξιώσεων του χρονικού διαστήματος 1-5-2001 μέχρι 2004 για την πρώτη και από 1.11.2000 έως 31-10-2005 για τον δεύτερο είναι αβάσιμες.
Τούτο δε διότι με χρόνο γνώσεως της ζημίας εκ μέρους των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων το έτος 2001 (οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάσταση της υγείας της πρώτης αναιρεσίβλητης παρουσίασε επιδείνωση, η οποία δεν ήταν προβλέψιμη) και χρόνο βεβαιώσεως της καθόλου αξιώσεως αυτών (αναιρεσιβλήτων), με την υπ' αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας το έτος 2002 και δη στις 11.2.2002, χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ.
α' του Α.Κ., προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων (αποτελουσών μέρος της αποθετικής τους ζημίας (κατά το μέρος βεβαίως που δεν περιλαμβάνονται στο σύνολο των απολεσθεισών αποδοχών και αποθετικών ζημιών τους, που τους επιδικάστηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις), ως εικοσαετούς, γιατί η εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.2.2002, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 51/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Η κατά το έτος 2001, διαπιστωθείσα επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας δεν αποτελεί αφετηρία νέας πενταετούς παραγραφής, διότι, κατά ως άνω είχε ήδη επέλθει από το έτος 2002 επιμήκυνση της παραγραφής σε εικοσαετή, είναι δε αδιάφορο αν, από την κατά το έτος 2001 απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας μέχρι την έκδοση της με αριθμό 3409/18.6.2009 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που αφορά τη βεβαίωση αξιώσεων από το ένδικο ατύχημα των αναιρεσειόντων για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (των ετών 2001, 2002, 2004 και 2005) είχε παρέλθει πενταετία.
Η παραδοχή δε της αναιρεσιβαλλομένης ότι η επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής σε εικοσαετή επήλθε μετά την παρέλευση της τριετίας από την δημοσίευση της με αριθμό 2757/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της οποίας οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν έφεση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα, αφού, σε κάθε περίπτωση, εναρκτήριο χρονικό σημείο της εικοσαετούς παραγραφής, δεν είναι ο χρόνος που επήλθε η κατ' άρθρο 268 ΑΚ επιμήκυνση, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 249 ΑΚ ο χρόνος που συνέβη το ατύχημα (26.8.1995).
Εξάλλου, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη δεν αναφέρει την ακριβή ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως και ότι κατά τις παραδοχές της, με βάση το χρόνο επιδείνωσης της υγείας της πρώτης αναιρεσείουσας το 2001, επιδικάστηκαν στην τελευταία αποζημιώσεις με δυο τελεσίδικες αποφάσεις, ήτοι την ως άνω με αριθμό 2757/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη ως προς τους αναιρεσίβλητους τελεσίδικη το 2006 και την με αριθμό 3540/2009 τελεσίδικη επίσης απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι αλυσιτελείς, καθώς και αληθείς υποτιθέμενοι δεν αποτελούν ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνεπώς δεν στοιχειοθετούν την από αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης είναι, κατά μεν το σκέλος που αφορά την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη πλημμέλεια αβάσιμος, κατά δε το σκέλος με το οποίο αιτιάται αυτήν για την από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.1.2017 (γενικός αριθμ. εκθ. καταθ. 698/2017) αίτηση για την αναίρεση της 719/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ