1322/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4513/2006 μη οριστική και 227/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6574/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/12/2013 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1322/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του μπορούν να επισπεύσουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, προ της γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε.
Full text
Απόφαση 1322 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1322/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ν. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καλουτσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. χήρας Μ., 2) Μ. Σ. του Μ., 3) Ι. Σ. του Μ., κατοίκων ... ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου Μ. Σ. του Ι., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4513/2006 μη οριστική και 227/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6574/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/12/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τρίτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, και αν από την έναρξή της μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως, προς τον αντίδικο, του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως, από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή από εκείνον που μέχρι της επελεύσεως του θανάτου του διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του.
Ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του μπορούν να επισπεύσουν την επανάληψη της διακοπείσας δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, προ της γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή, θεωρώντας ότι αυτή επήλθε.
Προϋπόθεση, όμως, της προσκλήσεως αυτής, για επανάληψη της διακοπείσας δίκης, είναι η πάροδος της, προς αποποίηση της κληρονομίας, προθεσμίας, εφ` όσον, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 292 Κ.Πολ.Δ. και 1847 εδ. α' του ΑΚ, ο κληρονόμος, κατά την διάρκεια της προθεσμίας, προς αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτόν κληρονομίας, δεν μπορεί να εξαναγκασθεί να επαναλάβει την βιαίως διακοπείσα δίκη, λόγω του θανάτου του κληρονομουμένου διαδίκου (ΑΠ 1604/2012, ΑΠ 1054/2012, ΑΠ 760/2011, ΑΠ 978/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (16-12-2013) κατά της υπ' αριθμόν 6574/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, απεβίωσε, στις 18-09-2014, ο αρχικός διάδικος - αναιρεσίβλητος Μ. Ι. Σ. (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ` αριθμ. …/03-05-2017 απόσπασμα της υπ` αριθμ…./2014 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου ...), ο οποίος αφήκε μόνους πλησιεστέρους συγγενείς, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ε. Σ. και τα τέκνα του Ι. και Μ. Σ., (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ` αριθμ. …07/03-02-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου προαναφερθέντος Δήμου), οι οποίοι υπεισήλθαν στην δικονομική θέση αυτού.
Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 116 Ε', 117 Ε' και 118 Ε'/23-05-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 08-05-2017 κλήσης προς συζήτησή της, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση κατ` αυτή, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αρχικού διαδίκου Μ. Ι. Σ.. Στο επιδοθέν στους τελευταίους, δικόγραφο της κλήσης τους περιελήφθη, από τον αναιρεσείοντα, και πρόσκληση τούτων προς επανάληψη της δίκης, προ της γνωστοποιήσεως του γεγονότος που προκάλεσε την διακοπή της δίκης (αναφορικώς με τον θάνατο του Μ. Ι. Σ.), θεωρώντας ότι αυτή (διακοπή) επήλθε. Η πρόσκληση αυτή είναι νόμιμη, αφού έγινε μετά την πάροδο της προθεσμίας, προς αποποίηση της επαχθείσας σ' αυτούς κληρονομίας (βλ. 2916/10-05-2017 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποιήσεως κληρονομίας του ως άνω αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου εκ μέρους των ως άνω κληρονόμων του). Επομένως, επί τη βάσει τούτων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των ανωτέρω διαδίκων.
ΙΙ. Με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν την δημόσια τάξη. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι το με αυτή διατυπούμενο απαράδεκτο αποτελεί (1) ειδικότερη εκδήλωση της από την διάταξη του άρθρου 160 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ καθιερούμενης γενικότερης αρχής, κατά την οποία αποκλείεται η πρόταση της ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξης από τον διάδικο, που την έχει ενεργήσει ή από τη συμπεριφορά του οποίου προκλήθηκε η ακυρότητα (2) αφορά διαδικαστικές πράξεις που κρίθηκαν έγκυρες με την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και (3) προϋποθέτει ότι οι πράξεις αυτές έχουν ενεργηθεί από τον αναιρεσείοντα ή τρίτα πρόσωπα, που όμως λειτουργούν στο όνομα αυτού. Ειδικότερα, στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο δικαστικός επιμελητής, όταν ενεργεί κατ' εντολή του διαδίκου αυτού, (αναιρεσείοντος), ή του πληρεξουσίου του (ΟλΑΠ 1548/1979, ΑΠ 1678/2008, ΑΠ 1667/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του "Β' μέρους" του αναιρετηρίου του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για τις από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 11 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικές πλημμέλειες, που εκτιμώνται αμφότερες ως υπαγόμενες σ' αυτήν από τον αριθμ. 14, επικαλούμενος ειδικότερα ότι, εσφαλμένα απέρριψε, με την προσβαλλομένη απόφαση, ως απαράδεκτη την από 28-02-2011 έφεσή του, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ήτοι μετά την πάροδο της, προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας, θεωρώντας ως ημερομηνία επιδόσεως και, εντεύθεν, αφετηρία της προθεσμίας αυτής την 16-02-2010, η οποία αναγραφόταν στη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του, με επιμέλεια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, επιδοθέντος στον αναιρεσίβλητο και προσκομισθέντος από τον τελευταίο, αντιγράφου της (ο αναιρεσείων δεν είχε προσκομίσει το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως), το οποίο, όμως, ήταν ανίσχυρο και η επίδοση, εντεύθεν, άκυρη, λόγω μη επικολλήσεως σ' αυτό, από τον παραγγείλαντα την επίδοσή του πληρεξούσιο δικηγόρο του (αναιρεσείοντος), του προβλεπομένου από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 8α του Ν. 1868/1989 και 52 του ΝΔ 3026/1954 ειδικού ενσήμου(ΚΕΑΔ).
Οι παραπάνω λόγοι, σύστοιχα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατ' αντίθεση με τη ρύθμιση του άρθρου 562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, πλήττουν τις διαδικαστικές πράξεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος και δη την ακυρότητα της, με επιμέλειά του, επίδοσης στον αντίδικό του, λόγω μη επικολλήσεως απ' αυτόν (πληρεξούσιο δικηγόρο του) στο επιδοθέν αντίγραφο της εκκαλουμένης του προβλεπομένου από τις ως άνω διατάξεις ειδικού ενσήμου.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, εάν κατά της αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και η μία από αυτές είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή, ενώ η άλλη είναι εκπρόθεσμη, η τελευταία, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την άλλη έφεση ή συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, ισχύει ως αντέφεση, χωρίς να απαιτείται προς τούτο ειδικό αίτημα, αφού και η αντέφεση, αποβλέπουσα στο ίδιο, για τον ασκήσαντα εκπρόθεσμη έφεση εκκαλούντα, αποτέλεσμα, δεν χρειάζεται διαφορετικό αίτημα από εκείνο της έφεσης.
Ως κεφάλαια δε κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης που ενάγονται σε αυτοτελείς, αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας, ενώ ως αναγκαστικά συνεχόμενα κεφάλαια με εκείνα που προσβάλλονται με την έφεση θεωρούνται οι διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης που αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κυρίας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία κατά την εξέλιξη της ίδιας έννομης σχέσης (ΑΠ 214/2000, ΑΠ 639/1990, ΑΠ 1499/1984).
Τέτοια κεφάλαια θεωρούνται ότι είναι και εκείνα, με τα οποία επιδικάζονται το κεφάλαιο και οι τόκοι επ' αυτού, αφού αξίωση προς καταβολή τόκων δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς αξίωση προς καταβολή κεφαλαίου (ΑΠ 1563/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 14/09/2004 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του αρχικώς διαδίκου, αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος του οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης εξαιτίας της, ιστορουμένης σ' αυτήν, εις βάρος του αδικοπρακτικής συμπεριφοράς το ποσό των 60.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της, εκδόθηκε, ερήμην του αναιρεσίβλητου, η 227/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) το ποσό των 10.000 ευρώ, ατόκως.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις τόσο από τον ήδη αναιρεσίβλητο, εναγόμενο, με την οποίαν αυτός την προσέβαλε, κατά το μέρος της που δέχτηκε, μερικώς, την αγωγή, ζητώντας την εξολοκλήρου απόρριψή της, όσο και από τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη του αιτήματός του περί τοκογονίας της ένδικης αξίωσής του, από την επίδοση της (αναγνωριστικής) αγωγής του.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου, λόγω της ερημοδικίας του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, επιδίκασε στον ήδη αναιρεσείοντα το ίδιο, ως και πρωτοδίκως, χρηματικό ποσό, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη, την έφεση του τελευταίου, με την αιτιολογία ότι αυτή είχε ασκηθεί μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριακονθήμερης προθεσμίας, από την επίδοση της εκκαλουμένης.
Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα η ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος ισχύει ως αντέφεση, αφού αυτή αναφέρεται σε κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης το οποίο συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο της ίδιας απόφασης, που προσβάλλεται με την έφεση του αναιρεσίβλητου (κεφάλαιο - τόκοι). Επομένως, το Εφετείο μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, της ως άνω έφεσης του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα δεν έκρινε ότι αυτή ισχύει ως αντέφεση, ώστε να ερευνήσει τον διαλαμβανόμενο σ' αυτήν ως άνω λόγο. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του "Β' μέρους" της υπό κρίση αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14, επειδή δεν θεώρησε ως αντέφεση την ως εκπρόθεσμη απορριφθείσα έφεσή του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
IV. Μετά την παραδοχή της βασιμότητας του παραπάνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους λοιπούς λόγους, που κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει αυτή, να αναιρεθεί, μερικώς, ήτοι κατά το μέρος της, που μετά την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της από 28-02-2011 έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν θεώρησε ότι αυτή ισχύει ως αντέφεση, ώστε να ερευνήσει το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (περί τοκογονίας του αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου σ' αυτόν κεφαλαίου από την επίδοση της αναγνωριστικής του αγωγής) και, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το εν λόγω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε, με τις προτάσεις του, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ήδη αναιρεσιβλήτων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, μερικώς, την 6574/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος των ήδη αναιρεσίβλητων μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ