1322/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1322/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν όμως ο μισθωτός, λόγω μη καταβολής των οφειλομένων σε αυτόν αποδοχών ή/και συνεπεία της απρεπούς σε βάρος του συμπεριφοράς του εργοδότη συνιστώσας βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτού εκ μέρους του εργοδότη, προβεί ο ίδιος σε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν δικαιούται να λάβει την αποζημίωση που προβλέπεται από τον Ν. 2112/1920 κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 εδ.
Full text
Απόφαση 1322 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γκώνια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... AEBE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσέλιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1001/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (τακτική καταγγελία) είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης δικαιοπραξία και κατά συνέπεια το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα τόσο του εργοδότη, όσο και του εργαζομένου.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει το δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στη πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος (έκτακτη καταγγελία).
Από τη διατύπωση της "σε κάθε περίπτωση" προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ μπορεί να τύχει εφαρμογής στις συμβάσεις τόσο ορισμένου, όσο και αορίστου χρόνου. Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου επιφέρει τη λύση αυτής, πριν τη πάροδο της συμφωνημένης διαρκείας της. Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου όμως, η οποία κατά τις ειδικές διατάξεις των άνω Νόμων 2112/1920 και 3198/1955 λύεται μονομερώς οποτεδήποτε με καταγγελία, χωρίς μάλιστα να απαιτείται η συνδρομή κάποιου ιδιαίτερου λόγου (ελεύθερη καταγγελία), δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της γενικής διάταξης του άρθρου 672 του ΑΚ για την έκτακτη καταγγελία (ΑΠ 541/2014, σχετ.
ΑΠ 72/2002). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 361 και 669 παρ. 2 ΑΚ, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία), ασκείται με δήλωση του καταγγέλλοντος, η οποία γνωστοποιείται σε αυτόν που απευθύνεται, χωρίς να χρειάζεται να τύχει αποδοχής από αυτόν, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 ΑΚ θεωρία της λήψης, ευθύς ως περιέλθει σύννομα σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται και ανεξάρτητα από τη γνώση του τελευταίου, αρκεί μόνο να ήταν δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 541/2014, ΑΠ 162/1983, ΑΠ 363/1979).
Λόγω δε του διαπλαστικού χαρακτήρα του δικαιώματος αυτού, η καταγγελία δεν είναι δεκτική αιρέσεως (ΑΠ 277/2016), εκτός εάν η πλήρωση αυτής εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται (εξουσιαστική αίρεση). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή να γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθ.281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή/και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 του ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ' άρθ.361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει (προσωρινά) τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 216/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014).
Πάντως, μόνη η καθυστέρηση καταβολής οφειλομένων αποδοχών δεν συνιστά βλαπτική, με την προαναφερθείσα έννοια, μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, εκτός αν γίνεται δόλια, με σκοπό να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του (ΑΠ 1413/2015, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1686/2007, ΑΠ 1049/2007). Η κατά τα ανωτέρω εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια, να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία, αλλά, εμμένοντας στη σύμβαση εργασίας υπό τους αρχικούς της όρους, να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής.
Εάν όμως ο μισθωτός, λόγω μη καταβολής των οφειλομένων σε αυτόν αποδοχών ή/και συνεπεία της απρεπούς σε βάρος του συμπεριφοράς του εργοδότη συνιστώσας βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτού εκ μέρους του εργοδότη, προβεί ο ίδιος σε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν δικαιούται να λάβει την αποζημίωση που προβλέπεται από τον Ν. 2112/1920 κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 εδ.
α του νόμου αυτού, διότι προϋπόθεση εφαρμογής αυτού είναι να θεωρηθεί εκ μέρους του εργαζομένου η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αυτού ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και όχι να προβεί σε αυτήν (καταγγελία) ο εργαζόμενος, από υπαιτιότητα του εργοδότη (ΑΠ 541/2014). Σε κάθε περίπτωση έγκυρης κατά τα ανωτέρω καταγγελίας, ο μισθωτός δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το χρόνο μετά την καταγγελία, διότι με την περιέλευση της δήλωσής για καταγγελία στη σφαίρα εξουσίας του λήπτη λύεται για το μέλλον η σύμβαση εργασίας.
Αντιθέτως εάν πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο Ν. 2112/1920, η εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του μισθωτού, παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, λόγω αθέτησης των υποχρεώσεων του εργοδότη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 672 του ΑΚ, και να αξιώσει τη καταβολή αποζημίωσης κατά το άρθρο 673 του ΑΚ, συνισταμένης στις αποδοχές που αυτός θα ελάμβανε μέχρι τη κανονική λήξη της σύμβασης με τη πάροδο της ορισμένης διάρκειας αυτής (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 904/2007).
Αυτονόητη όμως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 7 εδ.α του Ν. 2112/1920 στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι η εγκυρότητα της τελευταίας (ΑΠ 349/2014), αφού σε περίπτωση ακυρότητας αυτής η σύμβαση δεν επάγεται τα έννομα αυτής αποτελέσματα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ, και κατά συνέπεια ο εργοδότης και ο μισθωτός δεν δεσμεύονται από τους όρους αυτής.
Για δε το χρονικό διάστημα που ο μισθωτός παρείχε την εργασία του δυνάμει της άκυρης σύμβασης εργασίας δικαιούται να αξιώσει μόνο την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του χωρίς νόμιμη αιτία, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού τις διατάξεις (άρθ. 904 επ.
ΑΚ), καθώς επίσης και τις παροχές που αναγνωρίζουν στον εργαζόμενο ειδικές διατάξεις, ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης, όπως είναι τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας κλπ. Στις εν λόγω παροχές περιλαμβάνεται και η αποζημίωση απόλυσης, αφού ο Ν. 3198/1955 αναφέρεται σε "σχέση" εργασίας και όχι σε "σύμβαση" εργασίας, στις περιπτώσεις όμως που ο εργοδότης είναι εκείνος που καταγγέλλει τη άκυρη σύμβαση.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Περαιτέρω με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005).
Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να ιδρυθεί όμως ο ανωτέρω λόγος απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος, αν η εν λόγω πλημμέλεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1208/2008, AΠ 121/2009).
Ωσαύτως για την ίδρυση του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα προσκομισθέντων με επίκληση εγγράφων προς απόδειξη πραγματικών περιστατικών που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απαιτείται το δικαστήριο να έχει εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.
Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός στις περιπτώσεις που το δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη ή ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική έρευνα των πραγματικών περιστατικών με βάση το προσκομισθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 27.12.2010 και με αριθ. κατάθ. .../2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως αυτή διορθώθηκε ως προς τον ακριβή χρόνο πρόσληψης με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις του ενάγοντος, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι τον Φεβρουάριο του 1990 προσλήφθηκε με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτήν ως προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας και επί οκτώ ώρες ημερησίως έναντι συμφωνηθέντος μισθού ύψους 160.000 δραχμών μηνιαίως, που κατά το χρόνο της καταγγελίας στις 29.9.2010 ανερχόταν σε 3.213,23 ευρώ.
Ότι από τον Μάιο του 2010 και εφεξής η εναγομένη, πέραν του ότι ήδη από το έτος 2005 δεν του κατέβαλλε την πρόσθετη αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση κατά τη διάρκεια αργιών κλπ με αποτέλεσμα τις συνεχείς διαμαρτυρίες του, έπαυσε να του καταβάλλει και τις δεδουλευμένες αποδοχές του, αρνούμενη να παράσχει οιαδήποτε εξήγηση για τη συμπεριφορά της αυτή.
Ότι αυτός προσέφυγε στις 6.8.2010 στην Επιθεώρηση Εργασίας, μετά δε την ανεπιτυχή προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς και, αφού αυτός συνέχισε να προσφέρει πραγματικά τις υπηρεσίες του, στις 14.9.2010, διαβλέποντας ότι δεν υπήρχε πρόθεση εξόφλησης των οφειλομένων σε αυτόν αποδοχών, κοινοποίησε την από 13.9.2010 εξώδικη κλήση του, με την οποία της δήλωνε ότι θα προέβαινε σε επίσχεση εργασίας, αν εντός τριών ημερών από τη παραλαβή αυτής δεν του κατέβαλε τα δεδουλευμένα του.
Ότι η εναγομένη συνεχίζοντας την ίδια τακτική δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα, με αποτέλεσμα από 20.9.2010 έως 25.9.2010 να βρίσκεται σε επίσχεση εργασίας. Ότι η εναγομένη ουδόλως πτοήθηκε από την επίσχεση εργασίας και προσπάθησε με κάθε νόμιμο και μη μέσο να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση, κυρίως με την απρεπή συμπεριφορά της και προσβάλλοντας αυτόν ενώπιον των συναδέλφων του, αρνουμένη να τον εξοφλήσει.
Ότι αυτός, μη έχοντας άλλο τρόπο και αφού οι οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές της περιόδου Μαΐου έως και Σεπτεμβρίου 2010, περιλαμβανομένου και του επιδόματος αδείας, είχαν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 17.672,77 ευρώ (3.213,23 ευρώ μηνιαίος μισθός Χ 5 μήνες = 16.066,15 + επίδομα αδείας ύψους 1.606,62 ευρώ), αναγκάσθηκε να καταγγείλει στις 29.9.1990 την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης με την από 29.9.2010 εξώδικη κλήση του, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει τις παραπάνω αξιώσεις του και την αποζημίωση λόγω καταγγελίας, άλλως δήλωνε ότι θα εξακολουθούσε να προσφέρει νομίμως και εμπροθέσμως τις υπηρεσίες του, όποτε του ζητηθούν και υπό την προϋπόθεση ότι (αυτή) θα εκπλήρωνε τις ανωτέρω υποχρεώσεις, ειδάλλως επιφυλασσόταν των νομίμων δικαιωμάτων του.
Ότι στην από 4.10.2010 εξώδικη απάντηση της εναγομένης, που του κοινοποιήθηκε την επομένη ημέρα, η εναγομένη ανέφερε ότι ήταν ανίκανος και ανήμπορος να ακολουθήσει τα καινούρια δεδομένα στο χώρο της πληροφορικής και τον καλούσε να καταθέσει στο ταμείο της εταιρείας το ποσό των 134.000 ευρώ, ως ουσιαστικού, άλλως τυπικού μετόχου της εταιρείας, προκειμένου να εξοφληθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές αυτής ύψους 300.000 ευρώ και ότι εφόσον επιθυμούσε να συνεχίσει να προσφέρει υπηρεσίες, οι απολαβές του θα ανέρχονται σε 1200 ευρώ μηνιαίως, γεγονός που συνιστά βλαπτική μεταβολή.
Ότι θεωρεί την όλη συμπεριφορά της εναγομένης παράνομη, όλως αντισυμβατική κατά προφανή κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, άκρως εκδικητική διότι προέβη σε αυτή για λόγους καθαρά εκδικητικούς γιατί τόλμησε να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και συνεπώς η εργασιακή του σχέση θεωρείται μηδέποτε λυθείσα και συνεπώς πάντοτε ενεργός με αποτέλεσμα η εναγομένη, η οποία αρνείται να του παρέχει εργασία, να του οφείλει μισθούς υπερημερίας και δη από την καταγγελία της σύμβασης, στις 29.9.2010 (ότε και της επέδωσε την εξώδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του) έως 29.9.2012, άλλως σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η απόλυσή του (να του οφείλει) τη νόμιμη αποζημίωσή του, η οποία σύμφωνα με τα χρόνια υπηρεσίας του σε αυτή και τον μηνιαίο μισθό του ανερχόταν στο ποσό των 59.980,29 ευρώ, πλέον αδείας και επιδόματος αδείας 2010 ποσού 4.819,94 ευρώ (3.213,29 + 1606,61 ευρώ αντιστοίχως) πλέον επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2010 ποσού 3.213,23 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν περιορισμού του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ο ενάγων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η γενομένη στις 29.9.2010 απόλυσή του είναι άκυρη ως καταχρηστική, να υποχρεωθεί η εναγομένη να δέχεται τις υπηρεσίες του και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει για μισθούς υπερημερίας του ως άνω χρονικού διαστήματος το συνολικό ποσό των 101.217,02 ευρώ.
Επικουρικά για την περίπτωση που η απόλυσή του ήθελε θεωρηθεί έγκυρη, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει το συνολικό ποσό των 68.013, 46 ευρώ για νόμιμη αποζημίωση, επίδομα και αποδοχές αδείας 2010 και επίδομα Χριστουγέννων του ιδίου έτους. Τα παραπάνω ποσά ζήτησε επικουρικά να του επιδικασθούν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική του αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Επί των ανωτέρω ποσών ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση καταβολής τόκων από τη δήλη ημέρα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2158/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία α) απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια αυτής βάση αναγνώρισης της ακυρότητας της από 29.9.2010 καταγγελίας και της υποχρέωσης καταβολής αποδοχών υπερημερίας, με το αιτιολογικό ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος ήταν εξ υπαρχής απολύτως άκυρη, διότι, αν και από τη σύσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και μέχρι τις 6.12.2008 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων διετέλεσε παραλλήλως μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και μάλιστα μέχρι το 2006 και διευθύνων σύμβουλος, η δε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία αυτός από το Φεβρουάριο του έτους 1991 προσελήφθη ως προγραμματιστής εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής, ενόψει του ύψους των συμφωνηθεισών αποδοχών και της στενής του σχέσης (σύζυγος) με μία από τις κυριότερες μετόχους της εταιρείας, η σύμβαση αυτή κατά παράβαση του άρθρου 23 α του Ν. 2190/1920 δεν υποβλήθηκε σε προηγουμένη έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων και β) κατά μερική παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας των διαδίκων η εναγομένη, μετά την ανταλλαγή των πιο πάνω εξωδίκων, εξέφρασε τη βούλησή της να παύσει να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος και αναγνώρισε ότι για την αιτία αυτή υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 56.231, 53 ευρώ, ποσό που θα εδικαιούτο ο ενάγων, ακόμη και εάν η σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη, εφόσον με την από 28.9.2010 εξώδικη δήλωσή του ζήτησε την καταβολή της αποζημίωσης, παραιτηθείς σιωπηρά από το δικαίωμα του να πλήξει το κύρος της καταγγελίας, πλέον του ποσού των 200 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος.
Κατά της ως άνω απόφασης η εναγομένη - εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία άσκησε την από 27.7.2014 έφεσή της, με την οποία και για τους εκτιθέμενους σε αυτήν λόγους παραπονείτο για την από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μερική κατά τα ανωτέρω παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία. Επί της ως άνω έφεσης, η οποία μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα ως άνω καθοριζόμενα από την έφεση όρια (άρθ.522 του ΚΠολΔ), εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως προς την ως άνω επικουρική βάση, ως μη νόμιμη με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ειδικότερα, εφόσον ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή ότι συνδεόμενος με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προέβη ο ίδιος σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, χωρίς να επικαλείται ότι θεώρησε ως καταγγελθείσα από την εναγομένη τη σύμβαση εργασίας του λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων της, η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι για να δικαιούται αυτός, σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας του, να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, έπρεπε να θεωρήσει καταγγελθείσα από την εναγομένη την εργασιακή του σύμβαση για τον παραπάνω λόγο και αποχωρών να διεκδικήσει την αποζημίωση απόλυσης, πράγμα που δεν εκθέτει στην αγωγή, και όχι να καταγγείλει ο ίδιος την σύμβαση από υπαιτιότητα της εναγομένης, αφού τέτοια δυνατότητα, καταγγελίας δηλαδή από τον μισθωτό της σύμβασης για σπουδαίο λόγο (και δικαίωμα αποζημίωσης κατ' άρθρο μόνο 673 ΑΚ) υφίσταται, όπως προεκτέθηκε μόνο στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι στη σύμβαση αορίστου χρόνου, με την οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνδεόταν ο ενάγων με την εναγομένη, στην οποία προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και όχι από τον εργαζόμενο.
Εξάλλου από το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής σαφώς προκύπτει ότι ο ενάγων υπολαμβάνει πεπλανημένα ότι με τη συνδρομή των περιστατικών που εκθέτει, μπορούσε να καταγγείλει ο ίδιος την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο και να ζητήσει τη νόμιμη αποζημίωσή απόλυσης. Ειδικότερα, στην αγωγή αναφέρει ότι " ...Έτσι μη έχοντας άλλον τρόπο και αφού οι οικονομικές μου αντοχές εξαντλήθηκαν εφόσον η εναγομένη μου όφειλε μισθούς στις 29.9.2010 αναγκάσθηκα να καταγγείλω τη μεταξύ μας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποκλειστική υπαιτιότητά της, την οποία κοινοποίησα με την από 29.9.2010 εξώδικη κλήση μου και με την οποία την καλούσα να μου καταβάλει ...
και τη νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας..." Οι παραδοχές αυτές είναι φανερό ότι αποκλείουν τη συναγωγή επίκλησης, από τον ενάγοντα, δήλωσης ότι θεωρεί καταγγελθείσα από την εναγομένη την εργασιακή του σύμβαση λόγω μονομερούς εκ μέρους της βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του, συνισταμένης στην καθυστέρηση καταβολής των μισθών του, ανεξαρτήτως δε του ότι δεν επικαλείται αυτός συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να θεμελιώσουν μονομερή βλαπτική των όρων εργασίας του με την προαναφερθείσα έννοια (δόλια μη καταβολή του μισθού, προκειμένου να εξαναγκασθεί σε παραίτηση, αποφεύγοντας μ' αυτό τον τρόπο η εναγομένη την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης), αφού, όπως εκθέτει στην αγωγή, η εναγομένη προσπάθησε να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση κυρίως με την απρεπή συμπεριφορά της και προσβάλλοντας τον ενώπιον των συναδέλφων του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά την ως άνω επικουρική βάση αυτής και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσία, και επιδίκασε στον ενάγοντα το παραπάνω χρηματικό ποσό για αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που, όπως έκρινε, υπέστη από τη συμπεριφορά της εναγομένης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ενόψει δε του ότι, αν η αγωγή η οποία ήταν νομικά αβάσιμη έγινε πρωτόδικα δεκτή κατ' ουσίαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, δυνάμει του κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, μπορεί και χωρίς την υποβολή σχετικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την άνω έλλειψη και εξαιτίας αυτής να την απορρίψει, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εναγόμενος, έστω και για άλλους λόγους, και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος, πρέπει η υπό κρίση έφεση, με την οποία η εναγομένη ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής κατά το προσβαλλόμενο μέρος, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής που άπτονται της ουσίας της διαφοράς και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα παραπάνω κεφάλαιο, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της περί δικαστικών εξόδων...".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή η αγωγή ως προς την επικουρική βάση, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δικάζοντας την επικουρική βάση της από 27.12.2010 αγωγής απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.
Με τους από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτο κατά το πρώτο αυτού σκέλος και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως και στηριζόμενη σε επιλεκτικά μόνο αποσπάσματα από το δικόγραφο της από 27.12.2010 αγωγής του έκρινε ότι αυτή δεν περιείχε βάση της από αυτόν θεώρησης της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια ανώνυμη εταιρεία ως καταγγελία αυτής εκ μέρους της τελευταίας και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, ενώ στο δικόγραφο της ως άνω αγωγής, συνολικά εκτιμώμενο, υπήρχε τοιαύτη βάση, αφού σε αυτήν διαλαμβανόταν ότι η καταγγελία της σύμβασης αυτού θεωρείται άκυρη, διότι έγινε για λόγους εκδίκησης εξαιτίας της διεκδίκησης των δικαιωμάτων του και προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ η όλη συμπεριφορά αυτής αποσκοπούσε στο να τον εξουθενώσει οικονομικά και να τον οδηγήσει σε παραίτηση, ότι ο αναιρεσείων θεωρεί ότι εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης η εργασιακή του σχέση ουδέποτε λύθηκε, ότι με εξώδικη δήλωσή του προέβη σε επίσχεση εργασίας και ότι με την μη καταβολή των αποδοχών του επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.
Με τον πρώτο δε κατά τα λοιπά λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει περαιτέρω στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της το περιεχόμενο της από 28.9.2010 εξώδικης δήλωσης αυτού αλλά και της από 4.10.2010 εξώδικης απάντησης της αναιρεσίβλητης και ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ως περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες και μη λαμβάνοντας υπόψη την αληθή βούληση του αναιρεσείοντος να θεωρήσει τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της τελευταίας.
Οι ως άνω πρώτος κατά το πρώτο αυτού σκέλος και δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι αφενός μεν στην αγωγή γίνεται ρητή μνεία και μάλιστα σε πλείονα του ενός σημεία ότι εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων κατήγγειλε με την από 28.9.2010 εξώδικη δήλωσή του την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου δε σε κανένα σημείο της αγωγής δεν διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ότι εξ αιτίας της βλαπτικής γι' αυτόν μεταβολής των όρων εργασίας του αυτός θεωρεί ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας, ούτως ώστε να γεννηθεί αξίωση λήψης της αποζημίωσης απόλυσης από αυτόν, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος αντίθετης εκτίμησης του ως άνω περιεχομένου της αγωγής, ως διαλαμβάνουσας επικουρική βάση για τη καταβολή αποζημίωσης καταγγελίας από το άρθρο 7 εδ.
α του Ν.2112/1920. Αντιθέτως μάλιστα με την προσθήκη στις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του, τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), και προς απόκρουση σχετικού ισχυρισμού της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εμμένων στις απόψεις του, ρητά διαλαμβάνει ότι η "η εναγομένη αγνοεί και το γεγονός ότι και ο εργαζόμενος δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας υπαιτιότητι του εργοδότη όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις" και "εν προκειμένω δεν πρόκειται για παραίτηση, αλλά για καταγγελία εξ αιτίας υπαιτίου συμπεριφοράς του εργοδότη, όπως η άρνηση καταβολής μισθών για μεγάλο χρονικό διάστημα και η απρεπής και παράνομη συμπεριφορά που διαρρηγνύουν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών".
Ο πρώτος δε λόγος αναίρεσης κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, ενώ για τον ίδιο λόγο δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ίδιος λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας των αιτιολογιών.
Περαιτέρω με τον τρίτο και τελευταίο από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της την εκ μέρους αυτού επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής των αναφερομένων στον λόγο πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον την επίκληση αυτή ο αναιρεσείων δεν την συνδέει στην αγωγή του με εκ μέρους του θεώρηση της ως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας ως συνιστώσας καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού, βάσει της οποίας και μόνο επέρχεται η έννομη συνέπεια, ήτοι η αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, αλλά ως λόγο καταγγελίας εργασίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον ίδιο, εξ υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης εργοδότριας εταιρείας.
Επίσης δεν ιδρύονται οι ως άνω πρώτος και τρίτος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς και αποφάνθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του ότι αυτοί δεν θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί ότι υπό την παραδοχή ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος είναι άκυρη, όπως κρίθηκε με την με αριθ. 2158/2014 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατά της οποίας δεν προκύπτει η άσκηση ενδίκου μέσου κατά το απορριπτικό μέρος της, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 7 εδ.
α του Ν. 2112/1920 και κατά συνέπεια αξίωση καταβολής αποζημίωσης απόλυσης με βάση τη διάταξη αυτή (τοιαύτη αξίωσης αποζημίωσης υπάρχει μόνο εάν ο εργοδότης καταγγείλει ο ίδιος την άκυρη σύμβαση), διότι η τελευταία αυτή διάταξη προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1001/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ