Legislator Case Law & Legislation
1322/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of insurance company's claim for contribution and liability limitation.

Case Number 1322/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting claims for contribution and liability limitation. The lower court correctly found the plaintiffs' arguments regarding these specific issues were not sufficiently detailed to constitute a legal defect. Consequently, the court ruled that the appeal was unfounded and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216 and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the lower court correctly determined that the opposing party's claims were not vague or insufficiently substantiated.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal defect vague claim contribution claim liability limitation appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 556/2009 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1322 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Ντανάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Σ. του Ο., χήρας Δ. Ζ., 2. Ε. Δ. Ζ., 3. Μ. θυγ. Δ. Ζ., κατοίκων ..., 4. Μ. χήρας Ε. Ζ., το γένος Ι. Λ. και 5. Ε. συζ. Ν. Δ. το γένος Ε. Ζ., κατοίκων ..., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Στέφανου Μυλωνά και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 5840/29-6-2006 αγωγή των 1ης,3ης,4ης και 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την 5837/29-6-2006 αγωγή του 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, την 6807/27-6-2006 πλαγιαστική αγωγή των 1ης, 3ης, 4ης και 5ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την 6809/28-7-2006 αγωγή των 3ης, 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4805/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3242/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 18-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3242/2011 απόφασή του και σχετικώς με τους λόγους αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 7.8.2003 και περί ώραν 23.30 ο Α. Τ. οδηγούσε τον υπ' αριθμ. ... γεωργικό ελκυστήρα (τρακτέρ), κυριότητας του, στον οποίο είχε συνδεθεί ένα ρυμουλκούμενο (καρότσα) φορτωμένο με κοπριά, το οποίο δεν έφερε πινακίδα κυκλοφορίας, πλην όμως στο πίσω μέρος της καρότσας αναγράφετο ο αριθμ.

κυκλοφορίας ..., το οποίο ανήκε στη κυριότητα του Π. Χ., και εκινείτο στη διπλής κατεύθυνσης, με απλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής και με πλάτος οδοστρώματος 8,90 μ., Εθνική οδό Κοζάνης - Φλώρινας -Έδεσσας, με κατεύθυνση από την Έδεσσα προς τη Φλώρινα. Αυτός όταν έφθασε στο 54,5 χιλιόμετρο της οδού από αμέλεια του συνιστάμενη στη μη προσήλωση του στην οδήγηση οδηγούσε το ως άνω όχημα, μολονότι ήταν νύκτα και χωρίς τεχνικό φωτισμό, χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα στο μπροστινό τμήμα, αλλά και στο πίσω τμήμα του γεωργικού ελκυστήρα, καθώς και στο πίσω μέρος του ρυμουλκούμενου, ούτε είχε τοποθετήσει σ' αυτά φωσφορίζον τρίγωνο βραδυπορίας ή άλλη αντανακλαστική πινακίδα, αλλά είχε μόνο ένα φάρο με αμυδρό φωτισμό, τοποθετημένο στην οροφή του ελκυστήρα και έτσι δεν ήταν δυνατόν το όχημα του να γίνει αντιληπτό από τους λοιπούς οδηγούς που χρησιμοποιούσαν το οδόστρωμα (άρθρα 35 και 36 Κ.Ο.Κ.).

Ειδικότερα, και όσον αφορά το ρυμουλκούμενο όχημα, από αμέλεια (άρθρο 914 ΑΚ) του ιδιοκτήτη αυτού Π. Χ., δευτέρου εναγομένου της κύριας αγωγής, αυτό, κατά παράβαση των άρθρων 65, 66, 68, 72 Κ.Ο.Κ., στερείτο παντελώς εγκατάστασης φωτισμού, γεγονός που δήλωσε στον επιληφθέντα του ατυχήματος αστυνομικό ο οδηγός του ρυμουλκού - ρυμουλκούμενου (βλ.

έκθεση αυτοψίας τροχαίας). Το γεγονός δε αυτό δηλ. της έλλειψης εγκατάστασης φωτισμού επιβεβαίωσε, κατά την εξέταση του ως μάρτυρας στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, και ο Ι. Ε., ο οποίος κατέθεσε καρότσα ούτε φλας είχε ούτε αντανακλαστική πινακίδα ... "Η καρότσα δεν είχε φώτα από πριν ... Η καρότσα ήταν του πεθερού μου (δεύτερου εναγομένου της κύριας αγωγής)" (βλ.

την υπ' αριθμ. 1383/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης). Την ίδια στιγμή ο Δ. Ζ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο εκινείτο στην ίδια οδό και πίσω από το πρώτο όχημα. Ο τελευταίος με το μπροστινό αριστερό τμήμα του οχήματος του επέπεσε στον πίσω αριστερό τροχό της καρότσας και στη συνέχεια το όχημα του εκτράπηκε προς τα αριστερά και μπήκε στο αντίθετο, προς την Έδεσσα, ρεύμα κυκλοφορίας, όπου ερχόταν το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (διάφορο των διαδίκων), με το οποίο και συγκρούστηκε. Αποτέλεσμα των ως άνω ήταν ο τραυματισμός του Δ. Ζ., συνεπεία του οποίου, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Ενόψει των προεκτεθέντων το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του πρώτου οχήματος Α.

Τ., του οποίου η κατά τα ανωτέρω οδική συμπεριφορά συνιστά αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός και η οποία (οδική συμπεριφορά) προκάλεσε το ατύχημα. Όμως στο ατύχημα και τις εντεύθεν παραπάνω συνέπειες συνετέλεσε και συντρέχουσα υπαιτιότητα του ιδίου του παθόντος ο οποίος δεν οδηγούσε, ως έπρεπε, με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενόψει και των ως άνω δυσμενών της οδού συνθηκών, αλλά, αντίθετα, βαίνοντας με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου, των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν μπόρεσε, και μολονότι η οδός ήταν ευθεία σε μήκος 180 μέτρων, πράγματι να αντιληφθεί "γι' αυτό και δεν αντέδρασε καθόλου" (βλ.

έκθεση αυτοψίας) τον προπορευόμενο του γεωργικό ελκυστήρα με τα δικά του φώτα πορείας και στη συνέχεια ή να τροχοπεδήσει ή να προβεί στον ενδεδειγμένο προς τα αριστερά αποφευκτικό ελιγμό (άρθρο 12, 19 και 20 Κ.Ο.Κ.). Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα η συντρέχουσα αμέλεια του παθόντος πρέπει να υπολογισθεί σε ποσοστό 30%.

Συνεπώς, η προβληθείσα από τους εναγομένους - εκκαλούντες ένσταση συνυπαιτιότητας (300 ΑΚ) του παθόντος πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει στην ουσία της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε τα ίδια, αν και εν μέρει με άλλη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος (άρνηση αγωγής) (ΑΠ 999/2010, ΑΠ 1037/2010)), άλλως συνυπαίτιος (ένσταση (ΑΠ 53/2006, ΑΠ 485/2001)) κατά το μεγαλύτερο ποσοστό 95% είναι ο θανών. Σημειώνεται, ότι επί προγενέστερης από 9.6.2004 αγωγής των εναγόντων της ως άνω υπ' αριθμ. καταθ. 5840/2006 ένδικης αγωγής κατά των εναγομένων Α. Τ., Ι. Ε. και "Επικουρικού Κεφαλαίου" (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1077/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταστάσα τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 8094/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η συνευθύνη του θανόντος υπολογίζεται σε ποσοστό 30% (βλ. αποφάσεις).

Στο άρθρο 21 της Κ4/585/5.4.1978 Α.Υ.Ε. (πριν την κατάργηση της από το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 3557/2007) ορίζεται ότι "επί ασφαλίσεως ευθύνης εκ της κυκλοφορίας ρυμουλκούμενων οχημάτων δι' αυτοτελούς ασφαλίσεως, η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου ισχύει μόνον εφόσον το ρυμουλκούν όχημα είναι ανασφάλιστο ή η υφιστάμενη ασφάλιση του δεν καλύπτει την ευθύνη εξ ατυχημάτων προξενουμένων υπό του ρυμουλκούμενου".

Επομένως, σύμφωνα με το εδ. α' της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 21, αν υπάρχει αυτοτελής ή χωριστή ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος, τότε αυτή ισχύει μόνο α) αν είναι ανασφάλιστο το ρυμουλκό όχημα ή β) αν η ασφάλιση του ρυμουλκού οχήματος δεν καλύπτει την ευθύνη από ατυχήματα προξενούμενα από το ρυμουλκούμενο.

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι για την ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος ισχύει η αρχή της επικουρικότητας. Αν αποδεικνύεται ότι η ζημιά προκαλείται σε τρίτο πρόσωπο από ρυμουλκό όχημα και υπάρχουν χωριστές συμβάσεις ασφάλισης για το ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο, είτε στον ίδιο είτε σε διαφορετικούς ασφαλιστές, τότε η ευθύνη θα καλυφθεί από τον ασφαλιστή του ρυμουλκού οχήματος και με βάση το ασφαλιστικό ποσό του ρυμουλκού οχήματος.

Δεν θα ενεργοποιηθεί η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος. Η αρχή της επικουρικότητας, που καθιερώνει η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 21 ισχύει, προδήλως, στην περίπτωση που το ατύχημα σε τρίτο προκαλείται από το ρυμουλκούμενο όχημα, όταν έχει αποσυνδεθεί από το ρυμουλκό όχημα και ενόσω τούτο, όντας τυπικά και λειτουργικά, αποσυνδεδεμένο από το ρυμουλκό προκαλεί το ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο.

Σε ατυχήματα που προκαλούνται από ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο όχημα η ευθύνη βαρύνει το ρυμουλκό όχημα, εφόσον το ρυμουλκούμενο στερείται αυτόνομης κίνησης (ΑΠ 309/2005, ΑΠ 259/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι το ρυμουλκούν όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία και ως αυτονόητο, δεν καλύπτεται η αστική ευθύνη (άρθρο 6 παρ. 1 ν. 489/1976) του κυρίου, κατόχου και οδηγού του οχήματος αυτού (ρυμουλκού).

Όμως στο πίσω μέρος του ρυμουλκού αυτού είχε συνδεθεί η προαναφερόμενη ρυμουλκούμενη καρότσα, δύο σειρών τροχών, στο πίσω μέρος της οποίας είχε αναγραφεί, σε προγενέστερο του ατυχήματος χρόνο με μηχανικό μέσο ο αριθμ. κυκλοφορίας ..., που ήταν ομοιόμορφα γραμμένος και μισοσβησμένος. Η ρυμουλκούμενη αυτή καρότσα ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου Π.

Χ., όπως και η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ορθά, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το εμπλακέν στο επίδικο ατύχημα ρυμουλκούμενο δεν είναι εκείνο που ασφάλιζε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (δηλ. το υπ' αριθμ. ... όχημα και το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Π.

Χ.). Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριου συμβολαίου, που καταρτίστηκε μεταξύ του προαναφερθέντος Π. Χ. και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε.", σε ανανέωση του υπ' αριθμ. ... αρχικού τέτοιου, η τελευταία ασφάλισε την αστική ευθύνη του κυρίου, κατόχου και οδηγού τόσο του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... γεωργικού ελκυστήρα - ρυμουλκού, τύπου Maccormick, όσο και του με τον ίδιο αριθμό κυκλοφορίας ρυμουλκούμενου οχήματος (καρότσας) αυτού, ακόμη και ως εργαλείου (βλ. συμβόλαιο ανανέωσης της ασφάλισης). Τα δε ασφαλιστικά ποσά ανήρχοντο σε 500.000 ευρώ για σωματικές βλάβες και 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες όσον αφορά το ρυμουλκό και σε 500000 ευρώ για σωματικές βλάβες και 100000 ευρώ για υλικές ζημιές όσον αφορά το ρυμουλκούμενο ακόμη και ως εργαλείο.

Έτσι έχουμε όσον αφορά το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... όχημα, δύο χωριστές ασφαλίσεις και δη α) για το ρυμουλκό για το ποσό των 500000 ευρώ για σωματικές βλάβες και για το ποσό των 100000 ευρώ για υλικές ζημιές και β) μία, αυτοτελή για το ρυμουλκούμενο ακόμη και ως εργαλείου για το ποσό των 500000 ευρώ για σωματικές βλάβες και για το ποσό των 100000 ευρώ για υλικές ζημίες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται για δύο χωριστές ασφαλίσεις, αλλά ότι πρόκειται για ασφάλιση που καλύπτει την αστική ευθύνη του οχήματος α) από την κυκλοφορία του ως οχήματος και β) από τη λειτουργία του ως εργαλείου.

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται, επίσης, ότι, σε κάθε περίπτωση, που δηλαδή θεωρηθεί ότι πρόκειται για χωριστές ασφαλίσεις και πάλι αυτή (εταιρεία) δεν ευθύνεται, αφού αυτή είχε συμφωνήσει την ασφάλιση ρυμουλκούμενου με δύο (2) τροχούς και όχι τέσσερις (4) τροχούς, όπως είχε το ζημιογόνο ρυμουλκούμενο όχημα και ως εκ τούτου πρόκειται για διαφορετικό του σ' αυτή ασφαλισμένου ρυμουλκούμενου οχήματος.

Ειδικότερα, στο ως άνω συμβόλαιο ασφάλισης και παραπλεύρως της ένδειξης "στοιχεία οχήματ." αναγράφεται, σε συντομογραφία ""ΜΕ/Γ. ΕΛΚ. ΡΥΜ . 2Τ". Όσον αφορά το σκέλος της συντομογραφίας "ΜΕ/Γ. ΕΛΚ. ΡΥΜ." σημαίνει "Μηχάνημα Έργων/Γεωργικός Ελκυστήρας (με) ρυμουλκούμενο, όπως δέχονται και οι εναγόμενοι. Όσον δε αφορά το σκέλος της συντομογραφίας "2Τ" σημαίνει όχι "2 τροχοί", όπως ισχυρίζεται η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, αλλά "2 σειρές τροχών".

Μάλιστα και στην περίπτωση που θεωρηθεί, ότι πρόκειται για κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια της ως άνω συντομογραφίας δηλ. αν το ρυμουλκούμενο είναι μονοαξονικό (2 τροχοί) ή διαξονικό (4 τροχοί), τότε και πάλι, παρερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη σύμβαση ασφάλισης, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) (ΑΠ 1537/2009, ΑΠ 1442/2009, 35/1997, ΑΠ 426/1995), πρέπει να ερμηνευτεί ότι πρόκειται, σύμφωνα με την αληθή βούληση των συμβληθέντων, για "2 σειρές τροχών", όπως έχει και το επίδικο ρυμουλκούμενο, ενόψει και του ότι ο υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... γεωργικός ελκυστήρας είναι διαξονικός και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να έχει ρυμουλκούμενη καρότσα με ένα άξονα τροχών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε στη κρίση του αυτή, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου της έφεσης. με τον οποίο υποστηρίζεται ότι, και σε περίπτωση ακόμη που θεωρηθεί ότι πρόκειται για χωριστή ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος τότε και πάλι, η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία ασφάλιζε όχημα με δύο τροχούς και όχι με τέσσερις (4) τροχούς, όπως έχει το επίδικο ρυμουλκούμενο και ως εκ τούτου δεν πρόκειται για εκείνο που αυτή (εταιρεία) ασφάλιζε.

Κατά το άρθρο 72 Κ.Πολ.Δ. "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν το ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπο του". Έτσι ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, όταν η ευθεία αξίωση του κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 παρ. 1 ν. 489/1976), που έχει συνάψει ο υπόχρεος προς αποζημίωση, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή (άρθρο 10 παρ. 2 ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ'αυτού πλαγιαστικά την αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η αξίωση αυτή υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή.

Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από τη δική του (ευθεία) αξίωση, έχει ως βάση τη σύμβαση ασφάλισης, πηγή της είναι όμως η αδικοπραξία του ασφαλισμένου και την ασκεί ο παθών τρίτος δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία και νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος. Η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφάλισης κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα όρια του ασφαλιστικού ποσού.

Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωση, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από το ζημιωθέντα τρίτο ή άλλο δικαιούχο της αγωγής για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης για το ποσό που θα επιδικασθεί, πλέον τόκων και εξόδων.

Στοιχεία, συνεπώς, της πλαγιαστικής αγωγής είναι η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη και των δικαιωμάτων που έχει κατά του τελευταίου ο αδρανών να ασκήσει αυτά δανειστής. Κατ' ακολουθίαν, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων που ασκούνται με την πλαγιαστική αγωγή, να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα του ενάγοντος ως δανειστή του αδρανούντος δικαιούχου δανειστή, όσο και την ιδιότητα του τελευταίου ως δανειστή έναντι αυτού (πλαγιαστικώς εναγομένου).

Έτσι, σε περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς τρίτος από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι παθών και κατ' αυτό ζημιωθείς και ο ασφαλισμένος με ασφάλιση αστικής ευθύνης αδρανεί να ασκήσει τα από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματα του έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, οφειλέτριάς του από την ανωτέρω αιτία, μπορεί να στραφεί πλαγιαστικώς κατ'αυτής και να ζητήσει να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβολή στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου ο ως άνω πλαγιαστικώς ενάγων να ικανοποιηθεί απ' αυτό.

Στην περίπτωση αυτή η πλαγιαστικώς εναγομένη από τον παθόντα τρίτο ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτού ως δανειστή του ανωτέρω ασφαλισμένου σ' αυτήν, καθώς και την έναντι του τελευταίου αυτού υποχρέωση της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Δηλαδή, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί να αμφισβητήσει προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα ως δανειστή του πλαγιαστικώς ενάγοντος, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη ως δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου (ΑΠ 235/2010, ΑΠ 1124/2009, ΑΠ 598/2009, ΑΠ 531/2009, ΑΠ 134/2009, ΑΠ 1742/2007, ΑΠ 146/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία καλύπτει ασφαλιστικά το επίμαχο ρυμουλκούμενο όχημα, όπως προαναφέρθηκε, με συνέπεια να υπάρχει παθητική νομιμοποίηση αυτής στην κατ' αυτής άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής εκ μέρους των εναγόντων - δανειστών του ασφαλισμένου της Π. Χ. και δανειστή της ίδιας, ευθυνόμενου ως κυρίου του ρυμουλκούμενου κατά τα περί αδικοπραξιών διατάξεις και αδρανήσαντος να ασκήσει τις κατά της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας αξιώσεις του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας όσον αφορά τον Α. Τ., δεδομένου ότι, αφού ο προαναφερθείς εναγόμενος και οδηγός του ρυμουλκού δεν είναι ασφαλισμένος της, καθόσον το ρυμουλκό ήταν ανασφάλιστο, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι και δανειστής αυτής (εταιρείας) και ως εκ τούτου δεν τους συνδέει καμμία προΰφισταμένη έννομη σχέση από σύμβαση ή από το νόμο, που να θεμελιώνει υπέρ αυτού δικαίωμα αποζημίωσης σε βάρος της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.

Το πρωτοβάθμιο που με την εκκαλούμενη απόφαση του, αφού έκρινε ότι τόσο ο προαναφερθείς Α. Τ., οδηγός- κύριος του ρυμουλκού, όσο και ο προαναφερθείς Π. Χ., κύριος του ρυμουλκούμενου, καλύπτονται ασφαλιστικά από την πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και στη συνέχεια έκανε δεκτή την πλαγιαστική αγωγή, έσφαλε στη κρίση του αυτή κατά το σκέλος που αφορά τον Α.

Τ., δεκτού γενομένου ως βάσιμου του περί τούτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έγινε εσφαλμένως δεκτή η πλαγιαστική αγωγή ως προς τον Α. Τ.. Αντίθετα η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ορθά, αν και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, κατά το σκέλος της που αφορά τον Π.

Χ., δανειστή της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αυτού ευθυνόμενου ως κυρίου του ρυμουλκούμενου κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εσφαλμένως πως υπάρχει παθητική νομιμοποίηση της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας - πλαγιαστικώς εναγομένης και ως προς τον Π.

Χ. για την κατ' αυτής άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ΓπΝ/1911, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, συνάγεται ότι επειδή η ευθύνη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος θεμελιώνεται ανεξάρτητα από το αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι οδηγός ή κάτοχος (αντικειμενική ευθύνη), ο νόμος για να μετριάσει την αυστηρότητα της αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν είναι κάτοχος ή οδηγός, περιορίζει ποσοτικά την ευθύνη του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τον αμέσως πριν το ατύχημα χρόνο. Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης που αντιτάσσεται μόνο κατά τη βάση της αγωγής από τον ΓπΝ/1911 και όχι κατά την ερειδόμενη στις διατάξεις 914, 922, 923 ΑΚ ή άλλη ειδική διάταξη, γίνεται με τη μορφή της ένστασης, που έχει ως βάση ότι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που δεν είναι συγχρόνως και κάτοχος ή οδηγός αυτού, για το ορισμένο δε αυτής εκτός από το ότι πρέπει να εκτίθεται το στοιχείο αυτό δηλαδή ότι ο ιδιοκτήτης δεν ήταν κάτοχος ή οδηγός, απαιτείται επιπλέον να προσδιορίζει την αγοραία αξία του αυτοκινήτου στον πριν από το ατύχημα χρόνο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι- εκκαλούντες πρόβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περιορισμού της (ευθύνης τους μέχρι του ποσού των 500 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την αξία του οχήματος, καθόσον ο πρώτος από αυτούς Π. Χ. ήταν μεν ιδιοκτήτης της επίμαχης ρυμουλκούμενης καρότσας, πλην όμως η ένσταση αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση (εφαρμογής δηλ. του άρθρου 4 παρ. 1 τον ΓπΝ/1911), απορριπτέα ως αόριστη και εκ τούτου ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται, αν η ως άνω αξία πρόκειται για τον πριν από το ατύχημα χρόνο ή για μεταγενέστερο χρόνο. Εξάλλου, η άνω έλλειψη δε συμπληρώθηκε ούτε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτόδικο δικαστήριο, την έφεση ή τις προτάσεις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε (σιγή) την ένσταση ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ.β ΑΚ, που παρέχει αξίωση αποζημίωσης και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημίωσης και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.

Έτσι, από άποψη έκτασης η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1389 επ., 1442 επ, 1485 επ., και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό, τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ.β Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γέννηση του σχετικού δικαιώματος, όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο) προσδιορίζομαι από τις σχετικές διατάξεις του ΑΚ για τη διατροφή (ανιόντων - κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σε εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής, για τον δε προσδιορισμό αυτής λαμβάνονται υπόψη η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης (ΑΠ 1361/2010, ΑΠ 925/2004).

Εξάλλου οι γονείς έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμα και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματα του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες τη ζωής του και περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση του έξοδα και επιπλέον έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του.

Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. Η κατά τα άνω υποχρέωση τω γονέων προς διατροφή του τέκνου τους, βαρύνει αυτούς, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Επίσης και το ανήλικο τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει και τ"ν τυχόν αναγκών της εκπαίδευσης του (ΑΠ 823/2000).

Στοιχεία δε θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η αδυναμία του τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του, τα εισοδήματα του ή την περιουσία και γενικώς τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα και το χρηματικό ποσό που χρειάζεται το τέκνο για τη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται και οι οικονομικές δυνατότητες του άλλου γονέα, διότι το στοιχείο αυτό ανήκει στη βάση ένστασης από το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, την οποία μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος προς περιορισμό της υποχρέωσης του προς διατροφή, ισχυριζόμενος ότι το τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής έναντι και του άλλου γονέα, ο οποίος υποχρεούται να συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου, ανάλογα με τις προσδιοριζόμενες με την ένσταση οικονομικές του δυνατότητες.

Συνεπώς, ο εναγόμενος προς καταβολή ολόκληρου του ποσού της διατροφής δύναται να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση (άρθρο 262 ΚΠολΔ), ότι και ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει μέρος της διατροφής του τέκνου. Την ένσταση δε αυτή δεν δύναται το δικαστήριο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως ως προς την οικονομική δυνατότητα του άλλου γονέα και να κανονίσει, ανάλογα με τις δυνάμεις του κάθε γονέα, το επιδικαστέο ποσό της διατροφής (ΑΠ 204/2010, ΑΠ 1388/2009).

Στη προκείμενη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν παντρεμένος με την πρώτη ενάγουσα της υπ' αριθμ. καταθ. 5840/2006 ένδικης αγωγής, Ν. Σ. και είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τη Μ., γεννηθείσα την 30.8.1987, και τον Ε., γεννηθέντα την 21.3.1992. Ο θανών απεβίωσε σε ηλικία 45 ετών και ήταν απόλυτα υγιής. Αυτός εργάζετο ως μηχανικός - μηχανολόγος, συνεργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας με την τεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕΡΜΩΝ Α.Ε." και αποκέρδαινε το ποσό των 3000 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως.

Αυτός αν δεν τραυματίζετο, θα εξακολουθούσε να εργάζεται, ασκώντας το ως άνω επάγγελμα του, και θα κέρδιζε το ίδιο ποσό με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Από το ως άνω ποσό των 3000 ευρώ θα διέθετε για τα τέκνα του, τα οποία στερούνται εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή αλλά και περιουσίας, ενώ δεν είναι σε θέση να εργασθούν λόγω της ηλικίας τους αλλά και των σπουδών τους, καθόσον η κόρη του Μ.

κατά το κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος ήταν μαθήτρια της Β' τάξης του Λυκείου, ενώ ο Ε., γυιός του, ήταν μαθητής της Ε' τάξης του δημοτικού σχολείου, φοιτώντας στο ιδιωτικό σχολείο "..." στο ... . Ο ενάγων θα συνέχιζε να διατρέφει τα τέκνα του και κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία (διαστήματα) και ο ίδιος θα ζούσε και θα ήταν ικανός να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του αυτές.

Περαιτέρω αποδείχθηκε: Α) Όσον αφορά την υπ' αριθμ. καταθ. 5840/2006 αγωγή: α) Η Μ. Ζ. δικαιούται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής το ποσό των 400 ευρώ, το οποίο θα διέθετε θανών πατέρας της και το οποίο, μετ' αφαίρεση του ποσοστού συνευθύνης του θύματος, διαμορφώνεται σε 280 ευρώ (400 - 30%) μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 30.8.2005, οπότε και ενηλικιώθηκε και β) ο Ε.

Ζ. δικαιούται ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο θα διέθετε και ο θανών πατέρας του και το οποίο, μετ' αφαίρεση του ποσοστού συνευθύνης του θύματος, διαμορφώνεται σε 350 ευρώ (50-30%) και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 2.6.2006. Και Β) Όσον αφορά την υπ' αριθμ. καταθ. 5837/2006 αγωγή: 1) Η Μ.

Ζ., η οποία στο μεταξύ φοιτά στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πειραιά, δικαιούται ως αποζημίωση διατροφής, την οποία θα κατέβαλλε ο θανών, το μηνιαίο ποσό των 500 ευρώ, το οποίο, μετ' αφαίρεση του ποσοστού συνευθύνης του θύματος, διαμορφώνεται στο ποσό των 350 ευρώ (500-30%) και για το χρονικό διάστημα από την 1.9.2006 έως την 31.8.2009, οπότε και αναμένεται να ολοκληρώσει τις σπουδές της και 2) Ο Ε.

Ζ. δικαιούται ως αποζημίωση για διατροφή την οποία και θα κατέβαλλε ο θανών, το μηνιαίο ποσό, των 500 ευρώ, το οποίο, μετ' αφαίρεση του ποσοστού συνευθύνης του θύματος, διαμορφώνεται στο ποσό των 350 ευρώ (500-30%) και για το χρονικό διάστημα 21.6.2006 έως την 21.3.2010, οπότε και θα ενηλικιωθεί. Όσον δε αφορά τα ποσά που ζητούνται μετά τα ως άνω χρονικά διαστήματα πρέπει:

α) Ως προς την πρώτη ενάγουσα Μ. Ζ. να απορριφθούν ως προώρως αιτούμενα (βλ. ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006) και β) Ως προς το δεύτερο ενάγοντα Ε. Ζ., όπως εκπροσωπείται, να απορριφθούν λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, δεδομένου ότι δεν νομιμοποιείται να ζητήσει η μητέρα του για λογαριασμό δικό του. μετά την 21.3.2010, οπότε και ενηλικιώθηκε.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε: Α) Όσον αφορά την υπ' αριθμ. καταθ. 5840/2006 αγωγή: α) το ποσό των 280 ευρώ κάθε μήνα στην ενάγουσα Μ. Ζ. και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 30.8.2005 και β) το ποσό των 350 ευρώ κάθε μήνα στον ενάγοντα Ε. Ζ. και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 20.6.2006 και Β) 'Οσον αφορά την υπ' αριθμ.

καταθ. 5837/2006 αγωγή: α) Το ποσό των 350 ευρώ .μηνιαίως στην ενάγουσα Μ. Ζ. και για το χρονικό διάστημα από την 1.9.2006 (βλ. απόφαση) έως την 30.8.2010 και β) το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως στον ενάγοντα Ε. Ζ. και για το χρονικό διάστημα από την 21.6.2006 έως την 21.6.2010, ενώ κρίθηκε ότι η αγωγή αυτή ασκείται πρόωρα αναφορικά με το επί πλέον αιτούμενο χρονικό διάστημα.

Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε μόνον κατά το σκέλος της απόφασης του, που αφορά τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία κρίθηκε, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν (από τώρα) ως αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής που θα τους παρείχε το θύμα, κατά το βάσιμο περί τούτο σχετικό λόγο της έφεσης.

Αντίθετα ο λόγος αυτής (έφεσης) με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονούνται ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, όσον αφορά την εκ μέρους των εναγομένων προβληθείσα ένσταση συνεισφοράς αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, όπως έκρινε ορθά και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται και το ποσό των εισοδημάτων της μητέρας των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, αποδεικνύεται ότι με βάση τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αιφνίδια θανάτωση του συζύγου, πατέρα, γυιού και αδελφού των εναγόντων, γεννηθέντος το 1958, συνετάραξε κυρίως το συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο των τελευταίων (εναγόντων), οι οποίοι διατηρούσαν άριστες σχέσεις με το θύμα.

Λαμβανομένων υπόψει του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητας του ιδίου του παθόντος, της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων, καθώς και της ηλικίας τους, οι τελευταίοι υπέστησαν ψυχική οδύνη από τη θανάτωση του Δ. Ζ., γι' αυτό και πρέπει να επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, πέραν του ποσού των 30 ευρώ που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν, ασκώντας πολιτική αγωγή, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, α) το ποσό των 45.000 ευρώ στη πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του, β) το ποσό των 40.000 ευρώ στο δεύτερο;

ενάγοντα, γυιό του, γ) το ποσό των 40.000 ευρώ στη τρίτη ενάγουσα, κόρη του, δ) το ποσό των 35.000 ευρώ στη τέταρτη ενάγουσα, μητέρα του, και το ποσό των 25.000 ευρώ στη πέμπτη ενάγουσα, αδελφή του. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε σε καθένα από τους τέσσερις πρώτους ενάγοντες το ποσό των 50000 ευρώ και στη πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 30000 ευρώ έσφαλε, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι επιδικάσθηκαν εσφαλμένως τα ως άνω χρηματικά ποσά.

Τέλος, ο λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία παραπονείται για μη καταδίκη των εναγόντων στη δικαστική της δαπάνη, κατά την απόρριψη της κύριας αγωγής των εναγόντων κατ' αυτής είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος κατ' άρθρο 193 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, με το λόγο αυτό δεν εμπεριέχεται παράπονο και για την ουσία της υπόθεσης όσον αφορά την κύρια αγωγή.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Στη συνέχεια να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση α) καθό μέρος δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 29.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5837/2006) αγωγή και κατά τις διατάξεις της που αφορούν α) την κυρία αναφορικά με τους ενάγοντες-εφεσίβλητους και το δεύτερο εναγόμενο- εκκαλούντα Π.

Χ. και β) την πλαγιαστική αναφορικά με τους ενάγοντες -εφεσίβλητους και τρίτη εναγομένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Και β) καθό μέρος δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 29.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5840/2006) αγωγή (κύρια και πλαγιαστική). Να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν δικαστήριο κατά τούτο και να δικασθεί από αυτό κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Και ενόψει των όσων κατά τα προεκτεθέντα αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά, πρέπει: 1) Όσον αφορά την από 29.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5840/2006) αγωγή: Α) Να γίνει εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δευτέρου εναγομένου Π. Χ. να καταβάλει α) Εφάπαξ στους ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και δη:

αα) στην πρώτη ενάγουσα, ενεργούσα ατομικώς, το ποσό των 45.000 ευρώ, ββ) στη πρώτη ενάγουσα, ως έχουσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ε., το ποσό των 40.000 ευρώ, γγ) στη τρίτη ενάγουσα το ποσό των 40000 ευρώ, δδ) στη τέταρτη ενάγουσα το ποσό των 35.000 ευρώ και εε) στη πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ και β) περιοδικώς κάθε μήνα, και εντός του πρώτου πενθημέρου του μήνα, αα) στην πρώτη ενάγουσα, με την ιδιότητα της ως έχουσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ε.

και για λογαριασμό αυτού, το ποσό των 350 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 20.6.2006, με το νόμιμο τόκο των μεν απαιτητών μέχρι την επίδοση της αγωγής δόσεων από την επίδοση αυτής, των δε λοιπών, αφότου κάθε επί μέρους δόση κατέστη απαιτητή και ββ) στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 280 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 30.8.2005, με το νόμιμο τόκο των μεν απαιτητών μέχρι την επίδοση της αγωγής, από την επίδοση αυτής, των δε λοιπών δόσεων, αφότου κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή και Β) Να γίνει εν μέρει δεκτή η πλαγιαστική αγωγή αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής Π.

Χ. και δανειστή της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στο δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής Π. Χ.: α) Εφάπαξ το ποσό των 185.000 ευρώ (45.000 + 40000 + 40000 + 35000 + 25000), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις εξόφλησης και β) περιοδικώς κάθε μήνα και εντός του πρώτου πενθημέρου του μήνα αα) το ποσό των 350 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 20.6.2006 και ββ) το ποσό των 280 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 20.6.2004 έως την 30.8.2005, με το νόμιμο τόκο των μεν απαιτητών μέχρι την επίδοση της αγωγής δόσεων, από την επίδοση αυτής, των δε λοιπών, αφότου κάθε επί μέρους δόση κατέστη απαιτητή.

Μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, βαρύνει τους εναγομένους (Π. Χ. και ασφαλιστική εταιρεία) (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ) Και Γ) Να απορριφθεί η από 29.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5840/2006) πλαγιαστική αγωγή αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής (φερόμενο ως δανειστή της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας) Α.

Τ.. Η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των σχετικά με την άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής διατάξεων (άρθρα 179 και 183 Κ.Πολ.Δ) Και 2)Όσον αφορά την από 29.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5837/2006) αγωγή: Α) Να γίνει εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του δευτέρου εναγομένου Π.

Χ. να καταβάλει περιοδικώς κάθε μήνα και εντός του πρώτου πενθημέρου του μήνα, με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επί μέρους δόση κατέστη απαιτητή ( η επίδοση της ένδικης αγωγής έλαβε χώρα πριν τον επίδικο χρόνο), α) το ποσό των 350 ευρώ στη πρώτη ενάγουσα Μ. Ζ. και για το χρονικό διάστημα από την 1.9.2005 έως την 31.8.2009 και β) το ποσό των 350 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα Ν.

Σ., ως έχουσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Ε. Ζ., και για το χρονικό διάστημα από την 21.6.2006 έως την 21.3.2010, Β) Να γίνει εν μέρει δεκτή η πλαγιαστική αγωγή αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής Π. Χ. και δανειστή της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής, εταιρείας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στο δεύτερο εναγόμενο της κύριας αγωγής Π.

Χ. περιοδικώς κάθε μήνα, και εντός του πρώτου πενθημέρου του μήνα, με το νόμιμο τόκο, αφότου κάθε επί μέρους δόση κατέστη απαιτητή, α) το ποσό των 350 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 1.9.2006 έως την 31.8.2009 και β) το ποσό των 350 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από την 21.6.2006 έως την 21.3.2010. Πρέπει, τέλος, να καταδικασθούν ο εναγόμενος Π.

Χ. και η πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σε μέρος της δικαστικής δαπάνης, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των εναγόντων (άρθρα 178 και 183 Κ.Πολ.Δ.) Και Γ) Να απορριφθεί η από 27.6.2006 (αριθμ. καταθ. 5837/2006) πλαγιαστική αγωγή αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής Α. Τ. (φερόμενο ως δανειστή της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανάγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση του περιεχομένου του ... ανανεωτηρίου συμβολαίου ασφάλισης.

Όμως, το Εφετείο ανάγνωσε ορθά το έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά εκτίμησε το περιεχόμενό του διαφορετικά και έκρινε ότι υπάρχει χωριστή ασφάλιση του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου, τα ποσά της αποζημίωσης αναγράφονται δύο φορές, εκτιμώντας και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, αντιθέτως από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα. Κατά τα λοιπά η αιτίαση αυτής αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον ως άνω λόγο από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (σκέλος α') πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 21 παρ.1 της Κ4/585/5-4-78 ΑΥΕ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι σε περίπτωση που το ρυμουλκούμενο δεν ήταν ξεχωριστά ασφαλισμένο, το ως άνω ασφαλιστήριο δεν θα ανέγραφε τα ποσά αποζημίωσης δύο φορές.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (σκέλος β'), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για αντιφατικές αιτιολογίες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 599 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ). Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο εφόσον υπήρχε ασάφεια στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ορθώς προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ).

Με τα άρθρα 1, 2, 5, 6 και 10 του Ν. 489/76, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το ΠΔ. 237/86, και όπως συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών.

Ως αυτοκίνητον θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα, β)..., γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο", "Άρθρο 2, 1. Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", "Άρθρο 5 παρ. 1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη"... " Άρθρο 6 παρ. 3α) Ο ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτου" Άρθρο 10 παρ. 1.

Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2 εδ. α' και 4 εδ. α' Ν. ΓΠΝ/1911 κατά τα οποία "Αυτοκίνητον κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (Άρθρον 2 εδ.

α') και "Δια πάσαν από του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημίωσιν ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης ..." (άρθρο 4 εδ. α') και "Δια πάσαν από του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημίωσιν ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης ..." (όρθρο 4 εδ.

α'), συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό νόμο (Ν. ΓΠΝ/1911) υπάρχει μόνο για ζημιές από αυτοκίνητο σε λειτουργία. Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία και όταν είναι ακίνητο, αλλά λειτουργεί η μηχανή του, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή. Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σε αυτό.

Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο να εκινείτο το αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την ανωτέρω έννοια. Οι όροι "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου και "γήπεδο προσιτό σε κάποιο αριθμό προσώπων" ερμηνεύονται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις προκλήσεως ζημιών σε τρίτους.

Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του Ν. 489/1976 (βλ. ΟλΑΠ 23/1989, ΑΠ 1529/2007, ΑΠ 1007/2011, ΑΠ 526/2012).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για παράβασης του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 489/1976. Όμως και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο ορθά έκρινε ότι ο Π. Χ., ευθύνεται ως κύριος του ρυμουλκουμένου και ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα, ρυμουλκουμένου οχήματος, συζευγμένου μετά του κυρίως ρυμουλκού αυτοκινήτου.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335,338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν. προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικό μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως άτι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς αμφιβολία, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκούσε δε προς τούτο και η γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης καθενός τούτων και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκηση της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε.

Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτό (νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα (ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως (ΑΠ 556/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο (έκτο) λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αοριστία των αγωγών των αντιδίκων καθώς και εσφαλμένη απόρριψη των ενστάσεων της αναιρεσείουσας, ως αορίστων, περί συνεισφοράς της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και περιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτη του ρυμουλκουμένου οχήματος μέχρι της αξίας αυτού. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, ορθώς αυτό απέρριψε τις ενστάσεις περί αοριστίας των αγωγών, καθώς ορθώς απέρριψε ως αόριστες τις ενστάσεις περί συνεισφοράς, της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και περιορισμού της ευθύνης του ιδιοκτήτου του ρυμουλκουμένου οχήματος και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον ως άνω έκτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2012 αίτηση για αναίρεση της 3242/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ