1322/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Legislator headnote
AI generated1322/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. (άρθρ. 130§1 ΚΠολΔ). Όμως κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.
Full text
Απόφαση 1322 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ελευθεριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Οκτωβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1525/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1060/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε ματαιωθείσα τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 9 Ιουλίου 2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 27 Απριλίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 §§1,2και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 1869/23.6.2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Δ. Β. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1525/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επισπεύσθηκε για την αρχική δικάσιμο της 16.11.2009 με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και κλήση να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου(άρθρ.122§1,123,128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10.5.2010, κατά την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε ματαιωμένη με την υπ' αριθ. 1060/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ύστερα από την από 9.7.2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου ορίσθηκε νέος χρόνος συζήτησης της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμος της 16.5.2011, κατά την οποία με επιμέλειά του κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί η αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον ίδιο υπ' αριθ. 3046/7.10.2010 έκθεση του ως άνω δικαστικού επιμελητή Δ.
Β. (άρθρ. 130§1 ΚΠολΔ). Όμως κατά τη δικάσιμο αυτή η αναιρεσείουσα δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 592 επ. ΚΠολΔ υπ' αριθ. 1525/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 21.1.2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε κατά το άρθρ. 528 ΚΠολΔ την ερήμην αυτής εκδοθείσα υπ' αριθ. 199/2007 οριστική απόφαση του ΠολΠρΚατερίνης, που είχε δεχθεί την από 9.10.2006 αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και κήρυξε λυμένο των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενο γάμο.
3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 16 του ν.1329/1983, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός στις σχέσεις τους τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν εμποδίζεται δε η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, η τετραετής συνεχής διάσταση των συζύγων, που απαιτεί ο νόμος για να λυθεί για το λόγο αυτό ο μεταξύ τους γάμος, υπολογίζεται από τότε που η συμβίωσή τους διασπάσθηκε τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δηλαδή ως συγκατοίκηση, όσο και κατά το ψυχικό της στοιχείο, δηλαδή ως προς τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος, πρέπει δε να έχει συμπληρωθεί μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής διαζυγίου, δηλαδή η τετραετής διάσταση των συζύγων υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο αυτό της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής διαζυγίου, κατά τον οποίο και κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος.
Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή εσφαλμένα κρίθηκε με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ως νόμιμη και ακολούθως έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν, παρόλο που κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο δεν στηρίζεται στον εφαρμοσθέντα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμη κατά το άρθρ. 1439§3 ΑΚ την ένδικη αγωγή διαζυγίου του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακολούθως τη δέχθηκε και κατ' ουσίαν, κηρύσσοντας έτσι λυμένο το γάμο του με την ήδη αναιρεσείουσα, λόγω τετραετούς συνεχούς διάστασης αυτών, ενώ έπρεπε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας σωστά την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, να έκρινε ως μη νόμιμη και να απέρριπτε για το λόγο αυτό την ένδικη αγωγή, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της η τετραετής διάσταση των διαδίκων συζύγων άρχισε στις 11.11.2003 και είχε μεν συμπληρωθεί κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 19.11.2007, όχι όμως και κατά την άσκησή της, που ολοκληρώθηκε με την επίδοση, στις 19.10.2007, αντιγράφου της στην αναιρεσείουσα, μολονότι αυτός θα έπρεπε, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης του άρθρ. 1439§3 ΑΚ, να θεωρηθεί από το Εφετείο ως ο κρίσιμος χρόνος για τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης των διαδίκων συζύγων.
Με αυτό το περιεχόμενο ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που πλήττει την απόφαση του Εφετείου για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται μεν παραδεκτά, αφού όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), αποτέλεσε και λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, όπως άλλωστε και η ίδια αναφέρει στο αναιρετήριό της, όμως είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η τετραετής διάσταση των συζύγων, ως λόγος διαζυγίου κατά το άρθρ. 1439§3 ΑΚ, υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής διαζυγίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.10.2008 αίτηση της Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1525/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2011, και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ