Appeal against labor judgment dismissed for one defendant but allowed for others due to procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against 'ELLAKTOR A.E.' because it failed to prove its status as a universal successor to the original defendant. However, the court allowed the appeal against 'PANTECHNIK A.E.' and 'ALTE A.T.E.' because the lower court lacked sufficient reasoning to justify its findings on unpaid vacation pay and failed to verify the employee's work schedule. Consequently, the judgment was annulled in part and remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 558 para. 1 lit. a Civil Procedure Code; Art. 559 para. 19 Civil Procedure Code: An appeal against a judgment is admissible only against parties who were litigants in the original trial or their universal successors, and a judgment is void if it lacks the necessary legal basis and reasoning to support its substantive findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1322/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτου: 1)Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 2)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Α.Τ.Ε" η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. 3)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε" η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αλεξίου. Η 3η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παναγιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 857/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4350/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 27-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της ενδίκου αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.α του ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσως στρέφεται και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", ως καθολικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" .
Από τα στοιχεία όμως του φακέλλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα αυτή της εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ Α.Ε", η οποία δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα από τα στοιχεία αυτά προέκυψε ότι ο κατασκευαστικός κλάδος της αρχικής διαδίκου εναγομένης εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε." με Αρ.Μ.Α.Ε. 13555/06/Β/86/08 απορροφήθηκε [με εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ 14054/14-12-2007) καθώς και με την Κ2 -17791/13-12-2007 εγκριτική απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΑΕ13996/13-12-2007)], από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ -ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ" , η οποία .με την ΕΜ-29136/17-12-2007 εγκριτική απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, μετατράπηκε σε "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" (με Αρ.Μ.
ΑΕ 49833/01 ΑΤ/Β/342 (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία και υπήρξε η καθολική διάδοχος του κατασκευαστικού της αρχικής διαδίκου, σε κατασκευαστικό έργο της οποίας προσέφερε την εργασία του ο αναιρεσείων, από την οποία πηγάζουν οι ένδικες αξιώσεις του, ενώ, αντίθετα, δεν προέκυψε σχέση της τρίτης αναιρεσίβλητης με την κρινόμενη υπόθεση.
Επομένως, ως προς αυτήν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία τα ενστάσεως εξοφλήσεως, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Ισχυρισμός περί καταβολής όλων των απαιτήσεων του ενάγοντος, χωρίς να γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μία αιτία, είναι αόριστος, έστω και αν αναφέρεται το συνολικό ποσόν, που καταβλήθηκε, εκτός εάν πρόκειται για μία μόνο απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία καταβολής, οπότε είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους.
Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, όταν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από σύμβαση εργασίας και προσκομίζεται από τον εργοδότη έγγραφη απόδειξη του εργαζομένου περί καταβολής σ' αυτόν συνολικού ποσού, που καλύπτει κατά ένα μέρος ή εξ ολοκλήρου τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρει την κάθε αιτία και το επί μέρους ποσό, που καταβλήθηκε γι' αυτή, διότι στην εν λόγω περίπτωση δεν αποκλείεται να καταβλήθηκε το ποσόν αυτό, προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου, που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή.
Για το λόγο αυτό, εξάλλου, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση της μισθοδοσία, στην οποία θα απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε φύσεως αποδοχές του προσωπικού καθώς και οι επ' αυτών κρατήσεις.
Περαιτέρω, με τις ΥΑ 8900/1996 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις προβλέπεται η χορήγηση προσαυξήσεως 75% σε όσους απασχολούνται κατά τις Κυριακές και νόμω εξαιρετέες ημέρες επί των ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Οι Υπουργικές αυτές αποφάσεις ορίζουν, επίσης, ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για την εργασία κατά τις Κυριακές τις εξαιρετέες ημέρες και νύκτες δεν συμψηφίζονται με τυχόν καταβαλλόμενες μεγαλύτερες των νομίμων ορίων αποδοχές.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής ρυθμίσεως, απαγορεύεται μόνο ο καταλογισμός από τον εργοδότη των οφειλομένων προσαυξήσεων για την εργασία κατά τις Κυριακές και νύκτες στις μεγαλύτερες αποδοχές που λαμβάνει ο εργαζόμενος και όχι η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνίας, κατά την οποία θα καταλογίζεται από τον εργοδότη η προσαύξηση για την παρεχόμενη εργασία κατά τις Κυριακές, εξαιρετέες ημέρες και νύκτες στις μεγαλύτερες αποδοχές που λαμβάνει ο μισθωτός.
Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ εφόσον οι μεγαλύτερες αποδοχές καλύπτουν τις νόμιμες αποδοχές μετά των προσαυξήσεων για την παρασχεθείσα κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και νύκτες εργασία (Ολ. ΑΠ 930/1990). Επίσης έγκυρη είναι και η ομοίου περιεχομένου συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, η αφορώσα στην εξ 25% προσαύξηση λόγω υπερεργασίας.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου απ` αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα (μεταξύ άλλων) τα εξής: Ο ενάγων προσελήφθη από τις εναγόμενες στις 2-6-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειριστής εκσκαπτικών μηχανημάτων, με τόπο εργασίας το όρος ...
και με αποδοχές τις από το νόμο προβλεπόμενες, πραγματοποίησε δε έως 30-11-2001, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, (εκτός των άλλων) εργασία σε 67 Κυριακές καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, για τις οποίες δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, δικαιούται δε, για την αιτία αυτή συνολικό ποσό 2.920,30 ευρώ.
Επίσης πραγματοποίησε εργασία τις ημέρες του Σαββάτου, που αναφέρονται στην απόφαση και για όλες τις πιο πάνω αιτίες δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 47.115,62 ευρώ. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, για όλες τις πιο πάνω αιτίες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καταβλήθηκε στον ενάγοντα συνολικό ποσό 56.586 ευρώ.
Με τις παραδοχές του αυτές, επειδή το συνολικό καταβληθέν ποσό ήταν ανώτερο του συνολικού δικαιουμένου ποσού, δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι εξοφλήθηκε και το δικαιούμενο ποσό για προσαύξηση εργασίας 75% κατά τις Κυριακές των 2.290,30 ευρώ, απέρριψε δε ως αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες αυτό ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών και ωρών εργασίας του, κατά μήνα, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν. Ειδικότερα, α) δεν αναφέρει το ποσό που κατά μήνα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75%, για την εργασία του που δέχθηκε ότι παρείχε κατά τις Κυριακές ούτε, έστω εκείνο που καταβλήθηκε συνολικώς για την ίδια αιτία, ώστε να κριθεί εάν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρο 416 Α.Κ., β) ενώ έκρινε ότι το ποσό των 2.990,30 ευρώ, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται για προσαύξηση 75%, εξοφλήθηκε με την καταβολή υπέρτερο συνολικού ποσού 56.586 ευρώ, δεν καθίσταται σαφές, αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό και ποιο, από το συνολικό αυτό ποσόν των 56.586 ευρω, που να αφορούσε την καταβολή προς εξόφληση των 2.990,30 ευρώ, ούτε αναφέρει εάν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτρέπεται ο μονομερής αυτός συμψηφισμός από τον εργοδότη, παρά μόνο με ρητή προηγούμενη συμφωνία μισθωτού και εργοδότη. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚπολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945 και 1 παρ. 2 Ν.Δ. 454/1966, κατά τη διάρκεια της αδείας, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές του, που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο στην επιχείρηση, κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του. Δικαιούται, επίσης, να λάβει, μαζί με την κανονική του άδεια και επίδομα άδειας, το οποίο, κατ' αρχή, είναι ίσο με τις αποδοχές άδειας, με τον περιορισμό, όμως, ότι δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό και τα δέκα τρία ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή κατά μονάδα εργασίας ή με ποσοστά.
Σε περίπτωση, εξάλλου, που κάποιος εργοδότης αρνείται να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη άδειά του, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος, μέσα στο οποίο όφειλε να χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της άδειάς του, προσαυξημένες κατά 100% (άρθρο 3 Ν.Δ. 3755|1957). Δηλαδή, σε περίπτωση που δεν χορηγηθεί η δικαιούμενη άδεια στον μισθωτό, από υπαιτιότητα του εργοδότη, οφειλόμενη έστω και σε ελαφρά αμέλειά του, ο μισθωτός έχει τις ακόλουθες χρηματικές αξιώσεις κατά του εργοδότη:
Να λάβει: α) το μισθό του ή τα ημερομίσθια για τις ημέρες που εργάσθηκε, β) τις αποδοχές αδείας, τις οποίες θα ελάμβανε, εάν είχε χορηγηθεί η άδειά του, γ) το επίδομα αδείας και δ) αποζημίωση, ίση με τις αποδοχές αδείας. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι δεν του χορηγήθηκε η προβλεπόμενη ετήσια άδεια τόσο κατά το έτος 2000 όσο και κατά το έτος 2001, ζήτησε δε, εκ του λόγου αυτού τα κατά νόμο οφειλόμενα (μισθό άδειας, προσαυξημένο καθώς και διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος άδειας).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε αυτούσια την άδειά του, για τα δύο αυτά έτη και απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωσή του, χωρίς, όμως και να διαλάβει αιτιολογίες, αν έλαβε και τις αποδοχές άδειας, το αίτημα για επιδίκαση των οποίων επίσης απορρίφθηκε σιωπηρώς.
Επίσης, δεν διέλαβε παραδοχές,, πότε έλαβε τις άδειές του ο αναιρεσείων ούτως ώστε, σε συνδυασμό με τις άλλες παραδοχές, περί εργασίας του κατά τα Σαββατοκύριακα (2-3 κάθε μήνα), να ελεγχθεί η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο οδηγήθηκε το Δικαστήριο, σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του ενάγοντος (για μη χορήγηση της ετήσιας αδείας του, των αποδοχών και αποζημίωσης αδείας), τους οποίους απέρριψε.
Επομένως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 3 Α.Ν. 539|1945 και άρθρου 1 παρ.2 Ν.Δ. 454|1966, που εφήρμοσε, τις οποίες έτσι παρεβίασε εκ πλαγίου και πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις εν λόγω πλημμέλειες, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2008 (αριθ. καταθ. 1509(2008) αίτηση του Χ, για αναίρεση της 4350|2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εταιρείας "ΕΛΛΑΚΤΩΡ ΑΕ".
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πιο πάνω αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Δέχεται την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των εταιρειών "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" κα "ΑΛΤΕ ΑΤΕ",
Αναιρεί την 4.350/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα κεφάλαια της, που ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες εταιρείες "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και "ΑΛΤΕ ΑΕ" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ