1322/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1322/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Υπουργικών αποφάσεων, δια των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νομίμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1322 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1322/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Δανιήλ - Καρπαθάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτούλα Κεχρολόγου - Κοροπούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8753/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-2-2007 αίτησή του και τους από 27-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 28-12-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του τον συμφωνημένο ή νόμιμο ή ειθισμένο μισθό, δεδομένου ότι κατά την δεύτερη των εν λόγω διατάξεων η συμφωνία για μισθό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία για παροχή εργασίας, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό.
Συμφωνημένος ή συμβατικός είναι ο μισθός που ως προς το ποσό και τη μορφή του καθορίζεται με συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού ρητή ή σιωπηρή. Αντίθετα, νόμιμος μισθός είναι ο μισθός, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καθορίζονται άμεσα με κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κανονιστικές διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α.
και Υπουργικών αποφάσεων, δια των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νομίμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.
Παρέπεται εξ αυτών ότι ο συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου νομίμου μισθού που καθορίζεται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εκτός αν συνδυάζεται με υποχρέωση παροχής από τον εργαζόμενο χρονικώς μειωμένης εργασίας, κάθε δε αντίθετη ατομική συμφωνία για καταβολή μικρότερου μισθού, είναι άκυρη και δεν ισχύει (αρθρ. 174, 180 ΑΚ).
Εξάλλου, με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κλπ." όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κλπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για τη ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις ή από το Δημόσιο ή από Ν.Π.Δ.Δ.
ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., διαιτητικές αποφάσεις, υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση. Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β` 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975 ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως ορίσθηκε κατ` επανάληψη της άνω διάταξης (αρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955) ότι στις διατάξεις αυτής (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ασκούμενες από εμπορικές εταιρίες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Υπουργικές αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.
Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 ΔΑ και ΕΓΣΣΕ περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ` εξουσιοδότηση της ίδιας διάταξης εκδοθείσα 12386/1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8.5.1990.
Ειδικότερα ο εν λόγω νόμος στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α` και 8 παρ. 1 εδ. α` αυτού ορίζει ότι "ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ` οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας ..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας....".
Εξάλλου, με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β` αυτού, καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957. Επομένως οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους επεξέτειναν από τις 8.5.1990 το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στη γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του ΙΚΑ και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με τον Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
ούτε οι όμοιες διατάξεις των ΔΑ και ΕΓΣΣΕ που επακολούθησαν. Κατ` ακολουθίαν, τα χρονικά όρια εργασίας των άνω εργαζομένων, έως ότου συναφθούν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διέπονται από το άρθρο 6 εδ. α' της από 14.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`, 81), κατά το οποίο "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της Χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες".
Περαιτέρω, κατά την ίδια Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της 1/1982 Απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με τον Ν. 1346/1983 από 1.1.1984, η εργασία που προσφέρουν οι άνω εργαζόμενοι μετά την 40η ώρα του εβδομαδιαίου ωραρίου και μέχρι την 48η ώρα χαρακτηρίζεται ως υπερεργασία και αμείβεται με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, όπως ίσχυσε μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 από 1.4.2001 οι πέραν του 40ώρου εβδομαδιαίως, τρεις ώρες εργασίας χαρακτηρίζονται ως ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, για την οποία οφείλεται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, η δε απασχόληση πέραν των 43 ωρών ανά εβδομάδα θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης και αμείβεται μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.
Προκειμένου για υπερωριακή απασχόληση πέραν των 120 ωρών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976 σε κάθε δε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, οφείλεται αποζημίωση για κάθε ώρα ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%. Εξάλλου, οι αυτοί ως άνω εργαζόμενοι, εφόσον προσφέρουν εργασία κατά τις Κυριακές και άλλες μη εργάσιμες εορτές, δικαιούνται να λάβουν την προσαύξηση εξ 75%, την οποία καθορίζουν η 8900/1946 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύθηκε με το άρθρο 1 της 25825/1951 απόφασης των ίδιων υπουργών, καθώς και το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 3755/1957, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 435/1976 (Ολ.
ΑΠ 36/2007). Τέλος, οι ίδιοι πιο πάνω εργαζόμενοι δικαιούνται να λάβουν αποδοχές αδείας και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, με την παρ. 1 του άρθρου 4 του οποίου, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 15 του ν. 4504/1966, ορίζονται τα εξής: "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.
Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως προ της λήξεως του έτους παράσχη την άδεια έστω και αν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού".
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αλλοδαπός (Αλβανός) υπήκοος, στις 6-1-2000 χωρίς να έχει εφοδιαστεί με νόμιμη άδεια εργασίας, την οποία απέκτησε μεταγενέστερα, συνήψε με αμφοτέρους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργαστεί σε αγροτικές εργασίες στα κτήματα που εκμεταλλεύονταν εξ ημισείας οι τελευταίοι (αγρότες), που βρίσκονται στο ...
και στο .... Μαραθώνα, συνολικής εκτάσεως 80 στρεμμάτων, εντός των οποίων λειτουργούσαν θερμοκήπια. Ο ενάγων εργάστηκε εκεί ως εργάτης απασχολούμενος με το φύτεμα, την περιποίηση και τη συγκομιδή των καλλιεργούμενων από τους εναγομένους λαχανικών μέχρι 6-5-2003, πλην των αναφερομένων χρονικών διαστημάτων, όλες τις ημέρες της εβδομάδας συμπεριλαμβανομένων των Κυριακών και αργιών, χωρίς όμως να υπερβαίνει την οκτάωρη εργασία.....Ότι, η γεωργική δραστηριότητα των εναγομένων δεν είχε το χαρακτήρα οργανωμένης επιχείρησης ασκούμενης από εμπορική δραστηριότητα, ούτε είχε την τυπική μορφή οποιουδήποτε είδους εμπορικής εταιρίας, ούτε ενεργούσε ως πλήρως οργανωμένη επιχείρηση ασκούσα εμπορία.
Καλλιεργούσαν τα κτήματα τους φυτεύοντας σ' αυτά διάφορα είδη λαχανικών, λόγω αδυναμίας τους όμως να περαιώσουν αποκλειστικά με αυτοπρόσωπη εργασία την όλη γεωργική δραστηριότητα τους αναγκάστηκαν και προσέλαβαν την ενάγουσα μετά του συζύγου της, οι οποίοι διέμεναν σε πλησίον των κτημάτων κατοικία......
Η επιχείρηση αυτή των αναιρεσιβλήτων δεν αποδείχτηκε ότι υπάγεται στο ασφαλιστικό καθεστώς του ΙΚΑ, ενώ ο αναιρεσείων και η σύζυγος του προσέφεραν μόνο άμεσες γεωργικές εργασίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν δικαιούται αμοιβής για την επικαλούμενη με την αγωγή εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και για την υπερωριακή της απασχόληση και τα δώρα εορτών, δεδομένου ότι οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και οι ΣΣΕ δεν ισχύουν για τους μισθωτούς γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1786/1990, εφόσον δεν έχει υπογραφεί κλαδική ή συλλογική σύμβαση εργασίας τους, ενώ το κονδύλια της αγωγής για την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της ετήσιας άδειας και το επίδομα αδείας έκρινε ότι στηρίζονται αποκλειστικά στις διατάξεις των άρθρων 666 και 667 και είναι απορριπτέα ως αόριστα, γιατί ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή ότι ζήτησε την άδεια.
Ακολούθως, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως που είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως επικυρώνοντας την εν λόγω απόφαση ως προς την απορριπτική της διάταξη που αφορούσε τα παραπάνω κονδύλια της αγωγής, η οποία καθ' όμοιο τρόπο είχε ερμηνεύσει τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχετικά με το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος δέχτηκε τα εξής: ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα που προσέφερε τις υπηρεσίες της στους εναγομένους, αμείφθηκε με το ημερομίσθιο 5000 δρχ. μέχρι 31-12-2000, 5500 δρχ. μέχρι 31-12-2002 και 18 ευρώ έκτοτε μέχρι και την 6-5-2003.
Η καταβολή σ' αυτήν του πιο πάνω ημερομισθίου έλαβε χώρα, αφού κατά την κατάρτιση της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι αυτό θα ήταν το νόμιμο. Μετά από αυτά, κατέληξε ότι ο ενάγων δικαιούται τον ειθισμένο μισθό, το ύψος του οποίου δεν αναφέρεται στην αγωγή και ως εκ τούτου πρέπει να προσδιοριστεί κατά δικαία κρίση του Δικαστηρίου και όχι κατά τον εκάστοτε από τις ισχύουσες ΕΓΣΣΕ με βάση τις οποίες, καθώς και αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει στον ενάγοντα για διαφορές αποδοχών το ποσό των 8.718,78 ευρώ και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (κατά παραδοχή της εφέσεως που είχαν ασκήσει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι κατ' αυτής), επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 4.855,04 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 8753/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή.Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα Χ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ