Legislator Case Law & Legislation
1322/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer terminated fixed-term contract for serious breach of duty.

Case Number 1322/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a labor dispute. The appellant, an employee, challenged the bank's termination of his fixed-term contract, arguing procedural delays and fraud prevented timely legal action. The court ruled that the employer's termination was justified by the employee's serious breach of contractual obligations, rendering the contract voidable under the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 672 Civil Code; Art. 33 Collective Agreement: The employer's right to terminate a fixed-term contract for a serious reason is not affected by the outcome of disciplinary proceedings, and such termination is valid when based on a fundamental breach of duty.

Keywords

AI generated
fixed-term contract termination serious reason for dismissal breach of contractual obligations appellate review dismissal labor law dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 672 Civil Code
Art. 33 of the Collective Agreement of the National Bank of Greece
Art. 281 Civil Code
Art. 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 6(1) of Law 3198/1955

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1322 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1322/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Γοριδάρη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1116/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3474/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Ιουλίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 3 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η κίνηση, η εκκρεμότητα και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει, κατά το άρθρο 672 ΑΚ, για σπουδαίο λόγο, τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση για την οποία προβλέπεται από κανονισμό η αποχώρηση του μισθωτού αυτοδικαίως από την υπηρεσία του λόγω ορίου ηλικίας.

Σπουδαίο δε λόγο δικαιολογούντα την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως, για την εκτίμηση δε της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.ΑΠ 10/1995).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε με την από 9.3.2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 12.3.2001 με αριθμό 5/12.3.2001, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της ΕΤΕ και του προσωπικού της λύεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: 1) Με το θάνατο του υπαλλήλου, 2) με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου η οποία επιφέρει τη λύση της συμβάσεως χωρίς ν' απαιτείται η συγκατάθεση της Τράπεζας, 3) με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, 4) λόγω επιβολής της κατά το άρθρο 29 του ως άνω κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης του, 5) λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός (1) μηνός.

Σε κάθε περίπτωση η ως άνω υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας. Η άσκηση όμως του δικαιώματος καταγγελίας από την τράπεζα υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια, όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, η καταγγελία είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, άκυρη.

Περαιτέρω, με το άρθρο 28 του ίδιου Κανονισμού προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα, με το άρθρο 29 οι πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της οριστικής παύσεως, με το άρθρο 30 η πειθαρχική δικαιοδοσία, η αρμοδιότητα, τα πειθαρχικά συμβούλια και η πειθαρχική διαδικασία. Από τις διατάξεις αυτές του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι δεν αποκλείεται το δικαίωμα της τελευταίας να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από το λόγο λύσεως της συμβάσεως συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: 0 ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη τραπεζική εταιρία την 6-6-1978 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά δοκιμαστικά για μία διετία και στη συνέχεια εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της.

Τοποθετήθηκε αρχικά ως υπάλληλος στο υποκατάστημα της ... μέχρι το Μάρτιο του 1993, στη συνέχεια λόγω ευδόκιμης υπηρεσίας ως διευθυντής στο υποκατάστημα ... μέχρι το Δεκέμβριο του 1999, αφού είχε ήδη προαχθεί από 1-1-1998 σε Τμηματάρχη Α' και κατόπιν, με απόσπαση, στο υποκατάστημα ... μέχρι το Μάιο 2000, οπότε η εναγομένη τον έθεσε σε διαθεσιμότητα.

Στην απόφαση αυτή κατέληξε η εναγομένη, διότι κατά τη διενεργηθείσα κατά το έτος 2000 στο υποκατάστημα της ... έκτακτη επιθεώρηση και την τακτική επιθεώρηση που ακολούθησε, διαπιστώθηκε συστηματική εκ μέρους του ενάγοντος παραβίαση των εγκυκλίων και οδηγιών που εξέδιδε η εναγομένη και η μη συμμόρφωσή του στις εντολές της σχετικά με τους κανόνες της χρηματοδοτικής πολιτικής της κατά τα έτη 1998-99, κατά τα οποία διετέλεσε διευθυντής του ανωτέρω υποκαταστήματος.

Ειδικότερα, με βάση την υπ' αρ. 110/Β/6-8-1996 εγκύκλιο της εναγομένης ορίσθηκε η προδικασία των πάσης φύσεως χρηματοδοτήσεων από τα αρμόδια καταστήματα, με πρώτη ενέργεια τον έλεγχο από το διευθυντή του καταστήματος για την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων (απλήρωτων επιταγών, συναλλαγματικών, διαταγών πληρωμής, κατασχέσεων, εμπραγμάτων βαρών κ.ά.) σε βάρος του πιστούχου και στη συνέχεια με την εκ μέρους του διευθυντή υποβολή αιτήματος για κατάρτιση δελτίου συνεργασίας, συνοδευόμενου με τα στοιχεία που προέκυψαν από τον προηγηθέντα έλεγχο, προς την Υπηρεσία Εμπορικών Πληροφοριών, αρμόδια να εγκρίνει το Ειδικό Δελτίο Συνεργασίας (ΕΔΣ) που έχει προηγουμένως καταρτισθεί από εξειδικευμένο υπάλληλό της - Ερευνητή Επιχειρήσεων-, προκειμένου να ακολουθήσει η εγκριθείσα ως άνω χορήγηση από το κατάστημα, ενώ με βάση την υπ' αρ. 111/Β/6-8-96 υπηρεσιακή εγκύκλιο ορίσθηκε, ότι κατ' εξαίρεση ο διευθυντής του αρμόδιου καταστήματος έχει την ευχέρεια χρηματοδότησης αγροτικών εκμεταλλεύσεων μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμών, για την οποία αφού διενεργήσει τον έλεγχο για την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σε βάρος του πιστούχου θα καταρτίζει ο ίδιος Ειδικό Δελτίο Συνεργασίας (ΕΔΣ), που θα αναγράφει το αποτέλεσμα του ελέγχου και θα το αποστέλλει για θεώρηση στην Υπηρεσία Εμπορικών Πληροφοριών, η δε διαδικασία θα περαιώνεται με την θεώρηση του από τον προϊστάμενο της ως άνω υπηρεσίας. 0 ενάγων, εκμεταλλευόμενος την ως άνω παρασχεθείσα δυνατότητα παράκαμψης του Ερευνητή Επιχειρήσεων, στα ΕΔΣ που συνέτασσε και υπέβαλλε προς θεώρηση στην αρμόδια υπηρεσία εμφάνιζε ως χορήγηση προς τον εκάστοτε πιστούχο αγροτικών εκμεταλλεύσεων ποσό έως 2.000.000 δρχ, ενώ στην πραγματικότητα η χορήγηση που ακολουθούσε αφορούσε μεγαλύτερα ποσά, που υπερέβαιναν το όριο χορήγησης που είχε στη διάθεση του.

Ειδικότερα: 1) την 3-6-98 κατήρτισε το υπ' αρ. 1454329-0 ΕΔΣ με πιστούχο τον ..., με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους 2.000.000 δρχ, ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα την 3-6-98 σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό με εγγυητή τον ..., η χορήγηση αφορούσε ποσό 4.000.000 δρχ., 2) την 29-7-98 κατήρτισε το υπ' αρ. 1456293-6 ΕΔΣ με πιστούχο τον ...

με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους 1.500.000 δρχ, ενώ στην πραγματικότητα στην υπογραφείσα σύμβαση πίστωσης με εγγυητή τον ... η χορήγηση αφορούσε ποσό 5.500.000 δρχ., 3) την 31-12-98 κατήρτισε το υπ' αρ. 1462781-7 ΕΔΣ με πιστούχο τον ... με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους 2.000.000 δραχμών, ενώ στην υπογραφείσα την 19-2-99 σύμβαση πίστωσης με εγγυητή τον ...

η χορήγηση αφορούσε ποσό 7.000.000 δρχ.,4)την 23-3-99 κατήρτισε το υπ' αρ. 1463785-5 ΕΔΣ με πιστούχο τον ..., με φερόμενη χρηματοδότηση ύψους 1.500.000 δραχμών, ενώ στην υπογραφείσα την 24-3-99 σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό με εγγυητή τον ..., η χορήγηση αφορούσε ποσό ύψους 7.000.000 δραχμών. Την ίδια δε τακτική ακολούθησε συνολικά με άλλους 39 πελάτες του υποκαταστήματος, η δε συνολική κατ' αυτόν τον τρόπο χορήγηση κεφαλαίων ανήλθε στο ποσό των 190.000.000 δραχμών περίπου.

Ακολούθως και ενώ υπήρχε η άμεση δυνατότητα πρόσβασης με απλή και μη χρονοβόρα διαδικασία, μέσω του σχετικού διατραπεζικού συστήματος πληροφοριών, στα τυχόν δυσμενή στοιχεία που υπήρχαν σε βάρος των πελατών, ανέγραφε ψευδώς στα ως άνω ΕΔΣ που συνέτασσε, ότι είχε προηγηθεί έλεγχος για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων σε βάρος των πιστούχων και είχε διαπιστωθεί η ανυπαρξία αυτών, μολονότι στην πραγματικότητα οι περισσότεροι πιστούχοι είχαν δυσμενή στοιχεία εις βάρος τους, όπως διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, στις χρηματοδοτήσεις των ...., ..., ..., και ..., εις βάρος των οποίων υπήρχε μεγάλος αριθμός απλήρωτων συναλλαγματικών, διαταγών πληρωμής κλπ.

Επιπλέον την 28-9-99 και την 30-9-99 προέβη σε χρηματοδότηση του ... και της Κοινοπραξίας Ομάδας Παραγωγών ..., αντιστοίχως, αν και γνώριζε ότι προ τριετίας και οι δύο αυτοί πιστούχοι είχαν διακόψει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα και κατά συνέπεια δεν είχαν δικαίωμα πίστωσης κεφαλαίου κίνησης. Την 25-8-99 προέβη στη χρηματοδότηση του ...

παρά την έγγραφη απαγόρευση χρηματοδότησής του, λόγω δυσμενών στοιχείων που υπήρχαν εις βάρος του, από τον προϊστάμενό του Περιφερειακό Διευθυντή, ενώ σε καμία από τις ως άνω χρηματοδοτήσεις δεν συνέτασσε δελτία ανάληψης κινδύνου, όπως είχε υποχρέωση, ώστε να εμφανίζεται κάθε στιγμή η εικόνα των χρηματοδοτήσεων του καταστήματος.

Εξάλλου, ενώ από τον κανονισμό εργασίας, απαγορεύεται στους υπαλλήλους της εναγομένης η με οποιονδήποτε τρόπο ανάμιξη αυτών σε δοσοληψίες με πελάτες της Τράπεζας με σκοπό την οικονομική διευκόλυνση τους και είχαν δοθεί από την τελευταία σαφείς εντολές προς τους αρμόδιους διευθυντές των καταστημάτων περί απαγόρευσης έμμεσων χρηματοδοτήσεων, ο ενάγων από τον Ιούνιο του 1998 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1999 διενήργησε χρηματοδοτήσεις σε 42 πελάτες, χωρίς να τηρήσει την ως άνω διαδικασία και το όριο χρηματοδότησης (2.000.000 δρχ), συνολικού ύψους 190 εκατομμυρίων όπως προαναφέρθηκε, προκειμένου να διευκολύνει οικονομικά την εταιρία με την επωνυμία «...

Ο.Ε.», η οποία είχε ήδη οφειλές ύψους 10.500.000 δραχμών σε οριστική καθυστέρηση και σε βάρος της ίδιας και των μελών της υπήρχε πληθώρα δυσμενών στοιχείων. Συναλλάχθηκε εν γνώσει του με έναν ευρύ κύκλο προσώπων, δυσανάλογο με τις δυνατότητες και το μέγεθος του καταστήματος στο οποίο υπηρετούσε, τα οποία επιπλέον, παρά τις προϋποθέσεις που έθετε η εναγομένη, δεν ήταν φερέγγυα για χρηματοδότηση, με σκοπό να δημιουργήσει μία άνευ χρονικού περιορισμού πίστωση με τη συνεχή ανακύκλωση των χορηγήσεων -νέα χορήγηση για την εξόφληση παλαιότερης κ.ο.κ.-, εν γνώσει του ότι η προς αυτά χρηματοδότηση δεν ήταν εξαρχής ικανή να εξυπηρετήσει το συμφέρον της εναγομένης, ούτε είχε τις προϋποθέσεις ευοίωνης εξέλιξης.

Οι ως άνω αντικανονικές ενέργειες του ενάγοντος αναγράφονται λεπτομερώς στο πόρισμα της Επιθεώρησης, που γνωστοποιήθηκε το Μάρτιο του έτους 2000 στον ενάγοντα, ο οποίος παραδέχθηκε εγγράφως, ότι ενήργησε με τον τρόπο αυτό με σκοπό να χρηματοδοτήσει εμμέσως την επιχείρηση «... Ο.Ε.».Για όλους τους λόγους αυτούς η εναγομένη έθεσε τον ενάγοντα το Μάιο του 2000 στη διάθεση της Διεύθυνσης Προσωπικού, μέχρι την 16-5-2001, οπότε του επέδωσε την από 15-5-2001 έγγραφη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, σύμφωνα με την οποία κατήγγειλε την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην κατ1επανάληψη παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων με ενέργειες ικανές να επιφέρουν σοβαρότατη ζημία εις βάρος της και να επισύρουν την ποινική του δίωξη, ενώ παράλληλα για τις ως άνω ενέργειές του κατέθεσε εναντίον του την από 30-5-2001 μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γιαννιτσών.

Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος τη θέση ευθύνης που του είχε εμπιστευθεί η εναγομένη, παραβίασε κατ' επανάληψη τις οδηγίες και εντολές αυτής, τη συμβατική υποχρέωση πίστης και διαφύλαξης των συμφερόντων και της περιουσίας της, εφαρμόζοντας χωρίς να του έχει παρασχεθεί η σχετική αρμοδιότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα και σε μεγάλο εύρος σε σχέση με τα μεγέθη του καταστήματός του δική του χρηματοδοτική, όχι υγιή, τακτική με συνεχή «άνευ αντικρύσματος» ανακύκλωση των πιστώσεων μεταξύ ομάδας πιστωτών, με την οποία έθεσε σε κίνδυνο τα συμφέροντα της εναγομένης και κατέστησε επισφαλή την είσπραξη των ως άνω χορηγήσεων, κλονίζοντας ισχυρά την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε η εναγομένη, γεγονότα που ο συνδυασμός, η διάρκεια και η επίδρασή τους, συνιστούν σπουδαίο λόγο για την πρόωρη λύση της εργασιακής του σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 33 περ.

γ΄ του ισχύοντος κανονισμού εργασίας και δεν δύναται να αντιμετωπισθούν με την επιβολή ηπιότερων μέτρων, που κρίνονται αναποτελεσματικά και μη ικανά να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα της εναγομένης, ενόψει της φύσεως της παρεχόμενης εργασίας. Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο, ότι η από τον ενάγοντα εκμετάλλευση της θέσης του προϊσταμένου που κατείχε και της απειρίας των υφισταμένων του, που φέρονται ως συμμετέχοντες στις ως άνω ενέργειές του, με σκοπό την εξουδετέρωση των αντιδράσεων τους για τις παρατυπίες που ελάμβαναν χώρα, επηρέασαν αρνητικά τη σχέση συναδελφικότητας και εμπιστοσύνης καθώς και την δυνατότητα ομαλής συνεργασίας μεταξύ αυτού και των λοιπών συναδέλφων του.

Επιπλέον, την 8-5-2001 υποβλήθηκε εναντίον του μήνυση από τους πιστούχους της τράπεζας ..., ..., ..., ..., ... και ..., στο κείμενο της οποίας εξέθεταν οι μηνυτές, ότι ούτε γνώριζαν ούτε έλαβαν το ποσό που φέρεται ως οφειλή τους, ανάλογες δε αγωγές ασκήθηκαν σε βάρος του και για τις αστικές αξιώσεις τους. Ηδη από το Μάρτιο του 2001 πληθώρα δημοσιευμάτων στον ημερήσιο τύπο, παρουσίαζε τον ενάγοντα εμπλεκόμενο σε μεγάλης οικονομικής έκτασης σκάνδαλο συνιστάμενο σε παράνομες χρηματοδοτήσεις εν αγνοία μεγάλου αριθμού πιστωτών, κατά κατάχρηση της διευθυντικής του θέσεως στο εν λόγω υποκατάστημα.

Η εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε τα ως άνω καταγγελλόμενα, ούτε άφησε να διαρρεύσουν στον τύπο σχετικά δυσφημιστικά σχόλια για τον ενάγοντα. Το μόνο που ισχυρίσθηκε είναι ότι ήδη διεξάγεται τακτική επιθεώρηση στο εν λόγω κατάστημα. Δεν είχε εξάλλου κανένα λόγο να υποστηρίξει τα δημοσιεύματα αυτά που την καθιστούσαν συνυπεύθυνη προς αποζημίωση, ως προστήσασα τον ενάγοντα στην υπηρεσία της, και να οδηγηθεί στην απόλυσή του, με μοναδικό σκοπό την εκτόνωση των δημοσιευμάτων του τύπου, αφού η ενέργεια αυτή δεν ήταν πρόσφορη για το σκοπό αυτό.

Κατά συνέπεια, η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος δεν την εξυπηρετούσε, γιατί με αυτό τον τρόπο αποδεχόταν ότι υπήρχαν αντικανονικές ενέργειες στο ανωτέρω κατάστημα, έστω και αν αφορούσαν την εσωτερική τάξη της τράπεζας, οφείλεται δε στην κατά τα άνω συμπεριφορά του ίδιου, που κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης.

Η αυστηρότερη μεταχείριση του ενάγοντος σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος δικαιολογείται πλήρως από τη θέση ευθύνης που κατείχε αυτός και από το γεγονός ότι με δική του πρωτοβουλία έγιναν όλες οι παραπάνω ενέργειες. Άλλωστε την πρακτική αυτή, για παρόμοια αντισυμβατική συμπεριφορά, ακολούθησε η εναγόμενη και σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του ..., επίσης Τμηματάρχη Α΄ και ...

Υπολογιστή Α΄, που ενισχύουν την κρίση ότι δεν πρόκειται για κατ' εξαίρεση προσχηματική απόλυση. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί καταχρηστικής καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, ως προσχηματικής, ενώ δεν προέκυψε ότι η εναγομένη διέδιδε σε τρίτους δυσφημιστικά σε βάρος του γεγονότα, που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, ούτε ότι η αυτή φέρει ευθύνη για τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα του τύπου.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε το Εφετείο ότι η καταγελία της συμβάσεως του αναιρεσείοντος δεν είναι άκυρη και δεν υποχρεούται η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας ούτε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 672, 281 και 932 του ΑΚ, διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, που εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, έγινε για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην υπαίτια παράβαση των εργασιακών υποχρεώσεών του και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 του ΑΚ, ενώ η μετέπειτα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος.

Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 11 του ΚΠολΔ προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 με το να δεχτεί ότι από την επίδοση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα την 16-5-2001,έως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (20-2-2002), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, β)δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η καθυστέρηση ασκήσεως της αγωγής του οφείλεται σε δόλιες ενέργειες της αναιρεσίβλητης, η οποία τον παραπλάνησε με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί επικείμενης ανακλήσεως της καταγγελίας της συμβάσεώς του, καθώς και τον ισχυρισμό του περί διακοπής της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955, και γ) δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την υπ' αριθ.

ΑΒΜ 401/2370/2001 μήνυση των ..., ..., ... και ..., που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως ο αναιρεσείων, από την οποία προέκυπτε η βασιμότητα του πρώτου από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, Από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατά τα ανωτέρω κρίθηκε απορριπτέα η αγωγή για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως και καταβολή αποδοχών υπερημερίας, προκύπτει ότι το διατακτικό αυτής στηρίζεται κυρίως στην αιτιολογία ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά σπουδαίο λόγο για τη λύση της εργασιακής του σύμβασης και ότι η καταγγελία της συμβάσεως από την αναιρεσίβλητη δεν ήταν παράνομη ή καταχρηστική, ενώ το Εφετείο δέχτηκε περαιτέρω, με επάλληλη αιτιολογία, ότι από την επίδοση της καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσείοντος, που έλαβε χώρα την 16-5-2001, μέχρι την άσκηση της, κρινόμενης αγωγής (20-2-2002) παρήλθε η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/55.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή της κυρίας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2004 αίτηση περί αναιρέσεως της 3474/2003 αποφάσεως του Eφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ