Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on consumer debt repayment impossibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final decision regarding the impossibility of repaying consumer debts. The appellant argued that the lower court failed to verify specific financial circumstances, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free from error. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were not allocated to the appellant as the law governing this specific bankruptcy procedure does not permit such costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1(1) and 1(2) of Law 3869/2010; The Supreme Court holds that the First Instance Court's assessment of the impossibility of debt repayment is not subject to appellate review if the reasoning is clear and consistent, and that the specific bankruptcy procedure excludes the allocation of court costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1321/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Κωστοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑE ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας επ' ονόματι και για λογαριασμό της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "SUNRISE I NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ούσας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Βρέττα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 6η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Αζαριάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την 1η εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Ανδρέας Μπαρδάκος και δήλωσε ότι παρίσταται για την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και το δ.τ. "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικό εκκαθαριστή της ως άνω αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", ενώ οι 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και της Ν. Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γαστούνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 1η, 2η και 6η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2.3.2023 και με αρ. κατ. 1/2.3.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 34/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Σ. Π. κατά της υπ' αριθμ. 25/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, ερήμην της τετάρτης και της πέμπτης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" αντίστοιχα, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κατά τα άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023,ΑΠ 250/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 2720Γ, 2721Γ'και 2719Γ'/31.8.2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Χ.
Ν., που προσκομίζει ο αναιρεσείων Σ. Π., ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 2.3.2023 (αριθμ. καταθ. 01/2.3.2023) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν με αριθμό 1149/2023 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3.11.2023) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 769 εδ.
β' και 762 ΚΠολΔ), στην τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εκ των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμίες "Τράπεζα EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (5.6.2018), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων και η Ν. συζ. Σ. Π., το γένος Κ. και Μ. Κ., άσκησαν την από 31.12.2015 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. 39/31.12.2015) αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", και κατά των: 6) Ελληνικού Δημοσίου, 7) Ενιαίου φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως καθολικού διαδόχου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), 8) ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΤΡΟΦΕΣ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΑΤΩΝ - ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", 9) Ν.
Κ. του Ι., 10) Γ. Κ. του Α. και 11) ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΑ ΕΙΤΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους καθών η αίτηση, ζήτησαν την διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη τους, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του πρώτου αιτούντος όλα τα αγροτεμάχια αυτού και το αυτοκίνητό του, καθώς και τα δύο αγροτεμάχια της δεύτερης αιτούσας, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αρ. 25/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, η οποία απέρριψε την αίτηση ως προς αμφοτέρους τους αιτούντες. Μετά από έφεση των αιτούντων κατά τη συζήτηση της οποίας η έκτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" άσκησε με δήλωσή της αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πέμπτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 34/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικειου Αμαλιάδας, η οποία, συνεκδικάζοντας την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης από 31-12-2015 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022).
Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου, ήτοι η μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).
Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ473/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (27-05-2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 473/2023, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο ήδη αναιρεσείων Σ. Π. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.
α'του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 του Α.Κ., παραβιάζοντας δηλαδή ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον, ενώ στην πραγματικότητα είναι απαράδεκτη ως αόριστη η ένσταση που πρότειναν, μεταξύ άλλων, η δεύτερη, τρίτη και έκτη από τις αναιρεσίβλητες, δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 25/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, το οποίο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένσταση του δόλου, απέρριψε την αίτησή του για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες Τράπεζες.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, καθ' ό μέρος αφορά στην εν λόγω ένσταση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη καθ' ης πιστώτρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του πρώτου εκ των αιτούντων ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας ότι ο τελευταίος προέβη σε εξαιρετικά, για τα εισοδήματά του και την οικογενειακή του κατάσταση, υψηλό τραπεζικό δανεισμό, πολλών καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών που υπερβαίνουν το ποσό των 500.000 ευρώ, ενώ το μηνιαίο εισόδημά του ουδαμόθεν προκύπτει, από την ίδια δε την παράθεση οφειλών, που ανέρχονται στο πελώριο χρέος των 600.000 ευρώ αποδεικνύεται ότι προέβαινε σε υπερβολικές δαπάνες και χρεώσεις, αποδεικνυομένου έτσι του δόλου του να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής".
Στην κατ' έφεση δίκη η ίδια καθ' ης, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, επανέφερε με τις προτάσεις της την ένσταση με το ανωτέρω περιεχόμενο. Ομοίως, η τρίτη καθ' ης πιστώτρια "EUROBANK - ERGASIAS" και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη πρότεινε πρωτοδίκως την ένσταση του δόλου, επικαλούμενη ότι "η δολιότητα των αντιδίκων προκύπτει από το γεγονός της εσκεμμένης υπερχρέωσής τους (σύνολο οφειλών άνω των 325.000 € για τον πρώτο και άνω των 368.000 € για την δεύτερη), παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ή σε κάθε περίπτωση πιθανολογούσαν ότι με τα εισοδήματά τους δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις δανειακές και άλλες υποχρεώσεις και παρόλα αυτά το αποδέχθηκαν".
Τέλος, την ίδια ένσταση προέβαλε και η τρίτη καθής "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ήδη πέμπτη αναιρσίβλητη επικαλούμενη ότι οι αιτούντες "ενώ γνώριζαν τις περιορισμένες οικονομικές τους δυνατότητες και συνεπώς την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, δολίως ανέλαβαν υποχρεώσεις απορρέουσες από 17 συνολικά δάνεια συνολικού ύψους άνω των 500.000 Ευρώ....
Ο δόλος συνίσταται στην από μέρους τους ανάληψή της ευθύνης για αποπληρωμή του χρέους που απορρέει από συμβάσεις δανείων, χωρίς να έχει τη σχετική οικονομική δυνατότητα. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν είχε πλήρη γνώση του χρεωστικού καταλοίπου που θα προέκυπτε από κάθε σύμβαση, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι σε όλες τις συμβάσεις προβλεπόταν, ήδη από το χρόνο της κατάρτισής τους, ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο το οποίο αν το αξιοποιούσαν θα καλούντο να το εξοφλήσουν.
Και βέβαια η υπερχρέωση των αιτούντων δεν οφείλεται στην επιβάρυνση της οφειλής τους με τόκους, ή έξοδα..". Την ίδια ένσταση επανέφερε η προσθέτως υπέρ της 5ης καθής παρεμβαίνουσα "ΙNTRUM HELLAS" και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη, ως ειδική διάδοχος της πέμπτης καθ' ης με τις κατ' έφεση προτάσεις της. Η ένσταση αυτή των ως άνω καθ'ών και ήδη δεύτερης, τρίτης και έκτης εκ των αναιρεσιβλήτων είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση δεκαεπτά (17) τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος - οφειλέτη. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, ετου άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες έχουν γεννηθεί ο πρώτος στις ...1953 και η δεύτερη στις ...1959, είναι σύζυγοι και από το μεταξύ τους γάμο έχουν αποκτήσει τρία ενήλικα τέκνα, τον Ε., γεννηθέντα στις ...1978, τον Κ., γεννηθέντα στις ...1981 και το Γ., γεννηθέντα στις ...1985.
Στο παρελθόν διατηρούσαν οργανωμένη κτηνοτροφική μονάδα με περίπου 200 βοοειδή και σύγχρονα μηχανήματα, που τους παρείχε υψηλά εισοδήματα, με αντικείμενο την παραγωγή και πώληση γάλακτος, ενώ απασχολούσαν μόνιμο προσωπικό. Επίσης, οι αιτούντες έχουν στην ιδιοκτησία τους αγροτεμάχια, μισθώνοντας παράλληλα και επιπλέον εκτάσεις, ώστε συνολικά καλλιεργούσαν περί τα 150 - 200 στρέμματα χωράφια, προκειμένου να εξασφαλίσουν μέρος των ζωοτροφών που απαιτούνταν για τη σίτιση των βοοειδών τους, αλλά και επιπλέον εισόδημα, καθόσον ελάμβαναν τίμημα από την περαιτέρω πώληση σε τρίτους καθώς και πρόσθετο εισόδημα από τις επιδοτήσεις.
Πλην όμως, η ως άνω κτηνοτροφική μονάδα έπαυσε τη λειτουργία της από το έτος 2011. Μετά δε την παύση αυτή και δη όπως προκύπτει από την από 12-12-2013 απόδειξη παραλαβής και παράδοσης επιταγών ο πρώτος αιτών ήδη αναιρεσείων εξόφλησε επιταγές συνολικού ποσού 101.284,00 ευρώ και παρέλαβε τα σώματα αυτών. Επίσης, η Τράπεζα Πειραιώς κατήγγειλε σύμβαση πίστωσης με οφειλέτη τον πρώτο αιτούντα μόλις στις 15-05-2018.
Εν συνεχεία, η απασχόληση των αιτούντων με τις γεωργικές εργασίες δεν τους προσδίδει την εμπορική ιδιότητα για το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 και εντεύθεν, όπου έπαυσαν τη λειτουργία της ως άνω κτηνοτροφικής μονάδας, αφενός μεν γιατί τα εμπορικά τους χρέη εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι το έτος 2015, αφετέρου δε συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση, ώστε το κέρδος που αποκόμιζαν από αυτή να αποτελεί αμοιβή για την προσωπική τους εργασία και όχι πηγή αποκόμισης κέρδους.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση εμπορικής ιδιότητας των αιτούντων που προέβαλαν πρωτοδίκως οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των μετεχόντων στη δίκη πιστωτριών και επαναπροβάλουν και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων καθώς και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα.
Περαιτέρω, ο πρώτος αιτών και ήδη πρώτος εκκαλών διαθέτει ακίνητη και κινητή περιουσία και δη: α) την κυριότητα μίας ημιτελούς οικίας, επιφάνειας 182,08 τ.μ., έτους κατασκευής 2004, κείμενης στον ... εντός οικοπέδου επιφάνειας 1.001,29 τ.μ., η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία του, β) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 40.000,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., με το εντός αυτού στάβλο, εμβαδού 400,00 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 58.000,00 ευρώ, γ) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 12.040,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., με την εντός αυτού αποθήκη, εμβαδού 526,95 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 50.000,00 ευρώ, δ) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 2.387,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 4.296,60 ευρώ, ε) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 18.660,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 33.588,00 ευρώ, στ) την κυριότητα ενός αγρού εκτάσεως 18.000,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 30.000,00 ευρώ, ζ) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 3.976,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 5.000,00 ευρώ, η) την κυριότητα ενός αγρού, εκτάσεως 5.580,00 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 6.000,00 ευρώ και θ) την κυριότητα ενός Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, μάρκας MITSUBISHI, μοντέλο PAJERO, 1.600 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1988, εμπορικής αξίας περίπου 500,00 ευρώ....Η δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη εκκαλούσα έχει στην πλήρη κυριότητά της έναν αγρό, εκτάσεως 7.000,00 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." στον ..., αντικειμενικής αξίας 8.500,00 ευρώ. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία με την κοινοποίηση της αίτησης θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου, ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης...
με εξαίρεση των εμπραγμάτως εξασφαλισμένων χρεών, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010) και δη οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος, που δεν αμφισβητούνται με ειδικό λόγο έφεσης, είναι οι κάτωθι: 1) από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.":
α) οφειλή ύψους 6.261,58 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου καταναλωτικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 4.951,96 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 1.309,62 ευρώ, β) οφειλή ύψους 39,36 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου καταναλωτικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται σε 0,00 ευρώ, οι τόκοι σε 0,00 ευρώ και τα έξοδα στο ποσό των 39,36 ευρώ, γ) οφειλή ύψους 7,77 ευρώ δυνάμει σύμβασης πιστωτικής κάρτας, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται σε 0,00 ευρώ οι τόκοι στο ποσό των 7,77 ευρώ και τα έξοδα σε 0,00 ευρώ, δ) οφειλή ύψους 27.053,43 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ...
σύμβασης (αριθμός λογαριασμού ...) επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 20.254.47 ευρώ, οι τόκοι στο ποσό των 6.798,96 ευρώ και τα έξοδα σε 0,00 ευρώ, ε) οφειλή ύψους 57.740,81 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης (αρ. λογαριασμού ...) επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 37.560,00 ευρώ, οι τόκοι στο ποσό των 20.180,81 ευρώ και τα έξοδα σε 0,00 ευρώ και στ) οφειλή ύψους 14.434,88 ευρώ δυνάμει της υπ'αριθ....
σύμβασης (αρ λογαριασμού ...) επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 9.390,00 ευρώ, οι τόκοι στο ποσό των 5.044,88 ευρώ και τα έξοδα σε 0,00 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 21-12-2015 αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών που προσκομίζει ο πρώτος των αιτούντων. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 227.508,17 ευρώ. 2) Επίσης, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.":
α) οφειλή ύψους 20.362,98 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου στεγαστικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 20.151,17 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 211,81 ευρώ, β) οφειλή ύψους 5.802,49 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου στεγαστικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 5.722,82 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 79,67 ευρώ και γ) οφειλή ύψους 5.566,77 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ...
σύμβασης δανείου καταναλωτικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 4.694,93 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 871,84 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 18-12-2015 αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών που προσκομίζει ο πρώτος των αιτούντων. Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτρια ανέρχεται στο ποσό των 31.732,24 ευρώ. 3) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." και ήδη "Τράπεζα Eurobank Α.Ε.":
α) οφειλή ύψους 5.167,02 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου (ενεχόμενος ως εγγυητής), εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 2.880,39 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 2.286,63 ευρώ και β) οφειλή ύψους 57.725,54 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης επαγγελματικού δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 41.667,31 ευρώ, οι τόκοι στο ποσό των 15.067,78 ευρώ και τα έξοδα στο ποσό των 990,45 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 21.12.2015 αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών που προσκομίζει ο πρώτος των αιτούντων.
Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτριά του ανέρχεται στο ποσό των 62.892,56 ευρώ. 4) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία": α) οφειλή ύψους 84.157,36 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... (αριθμός λογαριασμού ...) σύμβασης δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 73.800,72 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 10.356,64 ευρώ και β) οφειλή ύψους 87.360,03 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... (αριθμός λογαριασμού ...) σύμβασης δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 67.779,72 ευρώ, οι τόκοι στο ποσό των 17.105,12 ευρώ και έξοδα στο ποσό των 2.475,19 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 04-01-2016 αναλυτικής βεβαίωσης των οφειλών που προσκομίζει ο πρώτος αιτών.
Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτριά του ανέρχεται στο ποσό των 171.517,39 ευρώ. 5) Από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.": α) οφειλή ύψους 10.780,67 ευρώ δυνάμει σύμβασης καταναλωτικού δανείου, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 9.032,66 ευρώ και τα έξοδα στο ποσό των 1.748,01 ευρώ και β) οφειλή ύψους 77.254,04 ευρώ δυνάμει σύμβασης ανοιχτού δανείου αγροτών, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 67.393,58 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 9.860,46 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 06-03-2017 βεβαίωσης οφειλών του πρώτου αιτούντα.
Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτριά ανέρχεται στο ποσό των 88.034,71 ευρώ. Οι ως άνω δε απαιτήσεις των παραπάνω μετεχουσών στη δίκη πιστωτριών είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια. Έτσι η συνολική οφειλή του πρώτου αιτούντα στις μετέχουσες στις δίκη πιστώτριές του και ήδη εφεσίβλητες ανέρχεται στο ποσό των 581.685,07 ευρώ. (Η δεύτερη αιτούσα δε είχε τις κάτωθι ληξιπρόθεσμες οφειλές από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.":
α) οφειλή ύψους 6.261,58 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου καταναλωτικής πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται στο ποσό των 4.951,96 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 1.309,62 ευρώ, β) οφειλή ύψους 39,36 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου καταναλωτική πίστης, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται σε 0,00 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 39,36 ευρώ και γ) οφειλή ύψους 7,77 ευρώ δυνάμει σύμβασης πιστωτικής κάρτας, εκ της οποίας το κεφάλαιο ανέρχεται σε 0,00 ευρώ και οι τόκοι στο ποσό των 7,77 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της από 22-12-2015 αναλυτικής βεβαίωσης οφειλών που προσκομίζει η δεύτερη αιτούσα.
Επομένως, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την ανωτέρω πιστώτριά της ανέρχεται σε αυτό των 6.308,71 ευρώ.) Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα οικογενειακά εισοδήματα των αιτούντων κατά το χρονικό διάστημα του επίδικου δανεισμού, ο οποίος έλαβε χώρα από το έτος 2005, προερχόμενα από την εργασία τους, ανέρχονταν στο συνολικό μηνιαίο (καθαρό) ποσό των 1.500,00 με 2.000,00 ευρώ περίπου, με αποτέλεσμα να μην επαρκούν για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο των δανειακών τους υποχρεώσεων όσο και των βιοτικών τους αναγκών, οι οποίες εν προκειμένω (δύο ενήλικες) κυμαίνονται, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, στο ποσό των 900,00 ευρώ μηνιαίως.
Ενόψει όλων των ανωτέρω προέκυψε ότι οι αιτούντες δεν επέδειξαν συμπεριφορά συνετών καταναλωτών καθώς ως οφειλέτες δημιούργησαν χρέη ύψους 587.993,78 προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές τους τράπεζες, μη λαμβανομένων υπόψη των οφειλών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο, το ΕΦΚΑ και τους ιδιώτες, λόγω τις ως άνω παραίτησης τους ως προς αυτές, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους, μολονότι προέβλεψαν ως πιθανό ότι θα ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε αδυναμία πληρωμών και παρά ταύτα το αποδέχθηκαν.
Συγκεκριμένα, προέβησαν στην ανάληψη των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων χωρίς η ενέργειά τους αυτή να δικαιολογείται από τα τότε εισοδήματά τους, ο υψηλός δε βαθμός πιθανότητας της επερχόμενης εκ μέρους των αιτούντων αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, λαμβανομένου υπόψη και του μεγάλου ύψους των οφειλών τους, δεν δικαιολογεί την πίστη τους ότι θα μπορούσε να αποφευχθεί ως αποτέλεσμα η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους.
Ακόμα δε και αν ληφθεί υπόψη ως αληθής ο ισχυρισμός του μάρτυρα απόδειξης, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περί ακαθάριστων εσόδων των αιτούντων ύψους 30.000,00 ευρώ μηνιαίως, δεν δικαιολογεί τον δανεισμό τους, λόγω του ότι η συντήρηση και φροντίδα των βοοειδών αλλά και τα έξοδα λειτουργίας της κτηνοτροφικής τους μονάδας ήταν ιδιαίτερα αυξημένα.
Η κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της δόλιας συμπεριφοράς των αιτούντων ενισχύεται από τα κάτωθι: α) το δυσανάλογο του ύψους των οικογενειακών εισοδημάτων τους κατά το χρονικό διάστημα ανάληψης των επίδικων χρεών σε σχέση με το μεγάλο ύψος των μηνιαίων δόσεων που υποχρεούνταν οι αιτούντες να καταβάλουν για τα δάνεια που είχαν αναλάβει από τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές τους, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 4.769,80 ευρώ μηνιαίως τουλάχιστον (το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης των αιτούντων στις προσκομιζόμενες βεβαιώσεις οφειλών), β) το ότι οι αιτούντες έλαβαν συνολικά δέκα οχτώ (18) πιστωτικά προϊόντα, εκ των οποίων μόνο ένα αφορά σε στεγαστικό δάνειο, τα δε υπόλοιπα σε επαγγελματικά, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, καταδεικνύοντας έτσι τη ροπή τους προς τον υπερδανεισμό, γ) το ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε πως οι αιτούντες ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι τα μηνιαία εισοδήματά τους αυξομειώνονταν με την πάροδο του χρόνου, παραμένοντας, όμως, κατά μέσο όρο τα ίδια περίπου και δη: 1) το οικονομικό έτος 2004 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 11.078,54 ευρώ και κατά συνέπεια, το μηνιαίο στο ποσό των 923,21 ευρώ, 2) το οικονομικό έτος 2005 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 23.381,94 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 1.948,50 ευρώ, 3) το οικονομικό έτος 2006 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 16.157,83 ευρώ και κατά συνέπεια, το μηνιαίο στο ποσό των 1.346,49 ευρώ, 4) το οικονομικό έτος 2007 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 20.790,71 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 1.732,56 ευρώ, 5) το οικονομικό έτος 2008 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 20.949,82 ευρώ και συνεπώς, το μηνιαίο στο ποσό των 1.745,82, 6) το οικονομικό έτος 2009 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 16.500,12 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 1.375,01 ευρώ, 7) το οικονομικό έτος 2010 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 18.468,90 ευρώ και συνεπώς, το μηνιαίο στο ποσό των 1.539,08 ευρώ, 8) το οικονομικό έτος 2011 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 9.384,66 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 782,05 ευρώ, 9) το οικονομικό έτος 2013 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 19.090,34 ευρώ και συνεπώς, το μηνιαίο στο ποσό των 1.590,86 ευρώ, 10) το οικονομικό έτος 2014 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 19.858,92 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 1.654,91 ευρώ, 11) το φορολογικό έτος 2014 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 20.289,72 ευρώ και συνεπώς, το μηνιαίο στο ποσό των 1.690,81 ευρώ και 12) το φορολογικό έτος 2017 το ετήσιο οικογενειακό εισόδημά τους ανήλθε στο ποσό των 17.820,45 ευρώ και επομένως, το μηνιαίο στο ποσό των 1.485,04 ευρώ, δ) το ότι δεν αποδείχθηκε πως οι αιτούντες διέθεταν χρήματα ένεκα αποταμίευσης ή οιασδήποτε άλλης οικονομικής βοήθειας και παρά ταύτα προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό προκειμένου να δημιουργήσουν μία κτηνοτροφική μονάδα χωρίς ίδιους πόρους, αλλά βασιζόμενοι αποκλειστικά στη χρηματοδότηση των τραπεζών, ε) το ότι δεν αποδείχθηκε πως, κατά το χρονικό διάστημα του ανωτέρω δανεισμού των αιτούντων, μεσολάβησε κάποιο απρόβλεπτο και έκτακτο γεγονός, το οποίο να δικαιολογεί, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την ανάγκη τους για πίστωση των συγκεκριμένων ποσών, παρά μόνο η επιθυμία τους να δημιουργήσουν και να επεκτείνουν μία οικογενειακή επιχείρηση και στ) το ότι οι αιτούντες δεν αποδεικνύουν πως αξιοποίησαν τα ποσά που έλαβαν από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ούτε τι απέγιναν τα 200 περίπου βοοειδή, που είχαν στην κτηνοτροφική τους μονάδα.
Η κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους αναιρεί την ιδιότητα τους ως καλόπιστων πιστωτών που δικαιούνται να υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου 3869/2010, αφού οδηγήθηκαν με δική τους υπαιτιότητα σε υπέρμετρο δανεισμό, γενομένης δεκτής της ενστάσεως δόλου που προέβαλαν οι ανωτέρω μετέχουσες στη δίκη πιστώτριές τους και συνεπώς, απορριπτομένης της κρινόμενης αίτησης ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Η εκκαλούμενη λοιπόν απόφαση που έκρινε για τα ανωτέρω ζητήματα με τον ίδιο τρόπο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε διαφορετικά υποστηρίζουν οι εκκαλούντες με τους λόγους της έφεσής τους, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 25/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Γαστούνης, που είχε κρίνει ομοίως, αφού δέχθηκε ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του εξαιτίας του υπερδανεισμού του.
Ειδικότερα με πληρότητα αναφέρεται ότι αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, μολονότι είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, έλαβε από το έτος 2005 συνολικά δεκαπέντε πέντε (15) πιστωτικά προϊόντα από τέσσερα (4) πιστωτικά ιδρύματα, εκ των οποίων τα δύο (2) αφορούν σε στεγαστικό δάνειο, τα επτά (7) εξ αυτών σε επαγγελματικά και αγροτικά δάνεια, τα δε λοιπά σε καταναλωτικά και σε πιστωτική κάρτα, δημιουργώντας χρέη συνολικού ύψους άνω των 350.000 ευρώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, (και σε 581.685,07 ευρώ κατά το χρόνο συζήτησης αυτής) τις δόσεις των οποίων δανείων αδυνατούσε να εξοφλήσει ήδη κατά το χρόνο λήψης τους, καθόσον τα ως άνω μηνιαία εισοδήματά του καθ' όλα τα έτη του δανεισμού του, ανέρχονταν στα ποσά που αναλυτικά παρατίθενται στις ανωτέρω παραδοχές και οι μηνιαίες οικογενειακές του ανάγκες σε 900 ευρώ, το δε ποσό για την εξόφληση των μηνιαίων δανειακών υποχρεώσεών του ανερχόταν σε 4.769,80 ευρώ, δεν αποδείχθηκε δε, ότι αυτός διέθετε ήδη χρήματα από αποταμίευση ή άλλη οικονομική βοήθεια, αλλά προέβη σε αλόγιστο δανεισμό προκειμένου να δημιουργήσει κτηνοτροφική μονάδα χωρίς ίδιους πόρους, βασιζόμενος στην αλλεπάλληλη χρηματοδότηση των τραπεζών, ούτε αποδείχθηκε αν, κατά το χρονικό διάστημα του ανωτέρω δανεισμού, μεσολάβησε κάποιο απρόβλεπτο και έκτακτο γεγονός, που να δικαιολογεί την ανάγκη του για πίστωση των συγκεκριμένων ποσών, παρά μόνο η επιθυμία του να δημιουργήσει και να επεκτείνει την ως άνω επιχείρηση.
Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά, με το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, παρά τα όσα αντίθετα αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο αληθώς από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1) λόγο της αναίρεσης.
Τα αναφερόμενα στη συνέχεια του ιδίου λόγου αποτελούν επιχειρήματα και πλήττουν την ενέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (561παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2.3.2023 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1/2.3.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 34/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Και, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ