Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting new arguments not raised at first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant attempted to introduce a new argument regarding the validity of a settlement contract based on limited authorization, which had not been raised during the initial proceedings. The court rejected this argument as inadmissible because it was not proposed by the appellees as a defense, did not arise after the first instance hearing, and failed to meet the strict procedural requirements for raising new issues at the appellate stage.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559, 576 of the Code of Civil Procedure; New arguments not raised at first instance or by the appellees are inadmissible as they violate the principle of procedural economy and the right to defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1321/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δημόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ν. του Μ. -Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Β. - Μ. ΑΕ", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί" (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. …Β'/10-12-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Ό. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον Θεόδωρο Κανέλλη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρον 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η κρινομένη, από 14-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 44/14-6-2021), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 33/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 7-11-2017 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου και εις βάρος των τελευταίων άσκησε, νομίμως εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της Μ.
Γ., λόγω της ανηλικότητάς της, τη με αριθμό καταθέσεως 98/2013 αγωγή της, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη από το θάνατο του πατέρα της Π. Μ., που επήλθε κατά το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα στον Βόλο την 6-4-2012, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού και κατόχου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, όπως κρίθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 170/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι με την τελευταία αυτή τελεσίδικη απόφαση εξαφανίστηκε η πρωτοδίκως εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 316/2013, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και, ακολούθως, αφού κρίθηκε ότι ο πατέρας της, εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του, θα συνέχιζε να ζει τουλάχιστον επί δέκα έτη ακόμη, δηλαδή μέχρι την ηλικία των 65 ετών, οπότε και θα συνταξιοδοτούταν και θα εξακολουθούσε να αποκομίζει εισόδημα από την εργασία του μηνιαίο ποσό 2.500 ευρώ, συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους δαπανών σε ποσοστό 60%, έγινε μερικώς δεκτό το σχετικό κονδύλιο αποζημιώσεώς της, λόγω στερήσεως της διατροφής της συνεπεία του θανάτου του πατέρα της, όσον αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι την ενηλικίωσή της (5-12-2013), ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 6-12-2023 έως 31-10-2019, το αιτούμενο κονδύλιο απορρίφθηκε, ως προώρως ασκηθέν.
Με την προαναφερθείσα αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η αναιρεσείουσα επανέφερε την ως άνω αξίωσή της, καθό μέρος αυτή απορρίφθηκε, ως προώρως ασκηθείσα και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωσή της, λόγω στερήσεως της διατροφής της, ποσό 102.475 ευρώ.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμη της προβληθείσης από τους εναγομένους ένστασης, περί συναφθέντος, μεταξύ των διαδίκων, εξώδικου συμβιβασμού και εξοφλήσεως της ενδίκου απαιτήσεως της αναιρεσείουσας.
Εναντίον της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, την από 24-9-2021 έφεσή της, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Ο συμβιβασμός που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δ., φέρει τον χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, κρινόμενος, εφόσον συντρέχουν οι, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις, δεν καταργεί τη δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και να αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης.
Εξάλλου, από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά ή για δωρεά, εάν υφίστανται οι γι' αυτήν απαιτούμενοι όροι (άρθρα 496, 498 του Α.Κ.) ή για άφεση χρέους (άρθρο του 454 του Α.Κ.).
Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών δεν λαμβάνονται με την στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος, δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει, όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή την πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, ασχέτως αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση (Ολ.
Α.Π. 578/1980, Α.Π. 1483/2018, Α.Π. 1017/2020, Α.Π. 1456/2018). Περαιτέρω, αν για την έννομη σχέση έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, δεν χωρεί συμβιβασμός, διότι ελλείπει ουσιώδες στοιχείο αυτού. Είναι δε το στοιχείο αυτό η φιλονικία ή η αβεβαιότητα για την ύπαρξη της έννομης σχέσεως που κρίθηκε. Εν τούτοις, είναι δυνατή η σύναψη συμβιβασμού και μετά την έκδοση της τελεσιδίκου αποφάσεως, όταν αμφισβητείται είτε η ύπαρξη είτε η ισχύς του δεδικασμένου και η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αναψηλάφηση, οπότε η υποχώρηση για αμφότερα τα διάδικα μέρη συνίσταται στην παραίτησή τους από τα ένδικα μέσα της αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως κατά της τελεσιδίκου αποφάσεως, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απώλεια της δυνατότητας ως προς μεν τον ενάγοντα να αιτηθεί μεγαλύτερο του ήδη επιδικασθέντος με την τελεσίδικη απόφαση ποσού, όσο και από μελλοντικές αξιώσεις του, του δε εναγομένου την επιδίκαση μικροτέρων των ήδη επιδικασθέντων ποσών (Α.Π. 1257/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." και κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "Η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται, αφενός μεν, ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αφετέρου δε, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και εμμέσως, οπότε, σε περίπτωση μη αναζητήσεως του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Α.Π. 1757/2017, Α.Π. 355/2011, Α.Π. 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 495/2013).
Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν και σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και, ιδίως, εκείνου, στην προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος και λαμβάνει, επίσης, υπ' όψιν τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις τοπικές συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθούν από το άλλο (Α.Π. 1134/2019 ΝοΒ 2020.795, Α.Π. 1757/2017, Α.Π. 374/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η μητέρα της ήδη αναιρεσείουσας, Μ. Γ., ενεργούσα υπό την ιδιότητά της, ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα επί της τότε ανήλικης και ήδη αναιρεσείουσας θυγατέρας της, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 98/1-3-2013 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι ο τότε πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ….
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θάνατο του Π. Μ., συζύγου της και πατέρα της εκπροσωπούμενης από την ίδια ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά το τροχαίο ατύχημα που έγινε κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή αυτή συνθήκες, ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, ως αποζημίωση, λόγω στερήσεως διατροφής και, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης της ανήλικης αναιρεσείουσας, ποσό 66.000 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 6-4-2012 έως και 31-10-2019.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 316/2013 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, για το ποσό των 36.340 ευρώ. Στη συνέχεια, ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων από τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 170/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η έφεση των τότε εναγουσών, μεταξύ των οποίων ήταν και η αναιρεσείουσα, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να καταβάλλουν, στην ήδη ενήλικη αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και λόγω στερήσεως διατροφής, το συνολικό ποσό των 53.240 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το θάνατο του πατέρα της (6-4-2012) μέχρι την ενηλικίωσή της (5-12-2013), ενώ απέρριψε ως προώρως ασκηθείσα την ίδια αξίωση, όσον αφορά το μεταγενέστερο αιτούμενο χρονικό διάστημα, από 6-12-2013 έως και 31-10-2019.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου, η τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ενεργώντας προς το συμφέρον και για λογαριασμό της ασφαλισμένης σε αυτήν ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Κ. Β. - Μ.
Α.Ε." και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του άνω αυτοκινήτου, Ν. Ν., κατάρτισε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των ανωτέρω εναγουσών Κωνσταντίνο Δημόπουλο την από 3-10-2016 "εξοφλητική απόδειξη δικαστικής απόφασης - ευρώ 157.350,93", δυνάμει της οποίας ο ως άνω δικηγόρος έλαβε από την ασφαλιστική εταιρεία, πέραν του ποσού που προφανώς είχε ήδη λάβει σε εκτέλεση της πρωτοδίκου αποφάσεως και το ποσό των 157.350,93 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 170/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Στην απόδειξη αυτή αναφέρει ο άνω δηλών και λαβών ότι: "Ο υπογράφων, Δημόπουλος Κωνσταντίνος, κάτοικος ..., δικηγόρος, ενεργώντας για λογαριασμό και με εντολή των: 1) Μ. Γ., χήρας Π. Μ., κατοίκου ... (οδός....), 2) Α. Γ. του Π., διαμένουσας εις ..., κατοίκου ... ομοίως (οδός....) και 3) Α. Μ. του Π., κατοίκου ... (οδός....), έλαβα σήμερα από την Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων "Ε.
Π. ΑΕΓΑ", που ενεργεί για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ως άνω ασφαλισμένου σ' αυτήν (κατοίκου…, ) ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το ποσόν των 157.350,93 ευρώ (και ολογράφως), σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της με αριθμό 170/2016 αποφάσεως του Μ. Εφ. Λάρισας, αναλυόμενο ως εξής: Υπόλοιπο κεφαλαίου ευρώ 116.898,00, νόμιμοι τόκοι από 06/03/2013 έως σήμερα 31.452,93, επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ευρώ 9.000,00.
Δηλώνω δε, κατ' εντολή των εντολέων μου, ότι με την καταβολή του παραπάνω ποσού αποζημιώνεται και εξοφλείται πλήρως κάθε απαίτησή τους που προέρχεται ή μπορεί να προκύψει από την περιγραφόμενη απόφαση αιτία, υλική ζημία ή σωματική βλάβη, παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, θετική ή αποθετική, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και λοιπά εν μέρει έξοδα.
Θεωρούν τον εαυτό τους απόλυτα ικανοποιημένο και δεν έχουν άλλη αξίωση ή απαίτηση από την παραπάνω αιτία κατά της ΑΕΓΑ Ε. Π., του ασφαλισμένου σε αυτήν και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παραιτούμενοι ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά τους κατ' αυτών ως και του δικαιώματος προσβολής της πιο πάνω αποφάσεως με οποιοδήποτε ένδικο μέσο, αποδεχόμενη αυτήν σαν τελεσίδικη και αμετάκλητη".
Η εξοφλητική απόδειξη αυτή φέρει την έγκριση του περιεχομένου της από τον Δ.. Π. ως εκπρόσωπο της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, ο οποίος έθεσε επ' αυτής την υπογραφή του, καθώς επίσης φέρει ολογράφως το όνομα και την υπογραφή της μητέρας της αναιρεσείουσας, Μ. Γ., προς την οποία η αναιρεσείουσα, με την από 20-9-2016 υπεύθυνη δήλωσή της εκ του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 1599/1985, με βεβαίωση επ' αυτής του γνησίου της υπογραφής της από το Δήμο Δίου - Ολύμπου, παρείχε πληρεξουσιότητα με το εξής περιεχόμενο: "Εξουσιοδοτώ τη μητέρα μου Μ.
Γ. του Ζ να λάβει για λογαριασμό μου την αποζημίωση που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 170/2016 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ποσού 53.240,00 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη και να παραιτηθεί από τα ένδικα μέσα". Περαιτέρω, η ήδη αναιρεσείουσα, ενηλικιωθείσα πλέον, ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την κρινόμενη από 7-11-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 96/7-11-2017) αγωγή της, με την οποία επανάσκησε την αξίωση αποζημιώσεώς της λόγω στερήσεως της διατροφής της, συνεπεία του θανάτου του πατέρα της, κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα με την ως άνω τελεσίδικη, υπ' αριθμ. 170/2016, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ήτοι όσον αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την ενηλικίωσή της, επικαλούμενη ότι η άνω απαίτησή της κατέστη πλέον ώριμη προς εκδίκαση, καθώς αυτή φοιτά στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μπρατισλάβα και ότι, για λόγους επιτυχούς αντιμετωπίσεως των σπουδών της, δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό της από την περιουσία της ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία της.
Επί της τελευταίας αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2019 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, γενομένης δεκτής της προταθείσας από τους εναγομένους ενστάσεως περί πλήρους εξοφλήσεως της αξιώσεως της αναιρεσείουσας δυνάμει του καταρτισθέντος, από 5-9-2016, εξωδίκου συμβιβασμού.
Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 24-9-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 867/8-10-2019) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία η έφεσή της απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το αποδεικτικό του δε πόρισμα περί της καταρτίσεως εξωδίκου συμβιβασμού και εντεύθεν απορρίψεως της αγωγής στήριξε το Εφετείο στην προαναφερόμενη εξοφλητική απόδειξη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικώς με το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, θέμα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ωστόσο, η άνω "εξοφλητική απόδειξη" συνιστά σύμβαση, αφού, εξάλλου, φέρει όχι μόνο τη δήλωση και την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, αλλά και την έγκριση του περιεχομένου της από τον εκπρόσωπο της άνω ασφαλιστικής εταιρίας Δ..
Π., που έθεσε επ' αυτής την υπογραφή του. Από δε το περιεχόμενο της άνω σύμβασης γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων σχετικά με το αν συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός των διάδικων πλευρών και ως προς την ένδικη αξίωση της ενάγουσας. Ερμηνευόμενη δε η σύμβαση υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβανομένων υπόψη και των συμφερόντων των μερών, προκειμένου να ανευρεθεί και να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο της, ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων..., προκύπτει ότι πράγματι αυτός συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, παρά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, που είχε ως αποτέλεσμα να παύσει να υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα για την ύπαρξη της μεταξύ τους έννομης σχέσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ ...
Τούτο, διότι περιελάμβανε αμοιβαίες υποχωρήσεις των διαδίκων και συγκεκριμένα τόσο της ενάγουσας, η οποία παραιτήθηκε από αξιώσεις της για παρούσες (ήδη υφιστάμενες) και μελλοντικές ζημίες, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη για την ένδικη αξίωσή της, που απορρίφθηκε ως πρόωρα ασκηθείσα με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση, καθώς και από το δικαίωμα άσκησης αναίρεσης ή αναψηλάφησης κατά της απόφασης αυτής, όσο και της τρίτης εναγομένης, καταβαλούσας το ανωτέρω τελεσίδικα επιδικασθέν ποσό, ασφαλιστικής εταιρίας - η οποία ενεργούσε και προς το συμφέρον και για λογαριασμό των λοιπών συνεναγομένων, ήτοι της ασφαλισμένης σ' αυτήν ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος και του υπαίτιου οδηγού του άνω αυτοκινήτου - της οποίας η υποχώρηση έγκειτο στο ότι με την άνω σύμβαση διασφαλιζόταν το συμφέρον της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι δεν επρόκειτο να προσβάλλουν την τελεσίδικη αυτή απόφαση με αναίρεση ή αναψηλάφηση, χάνοντας έτσι τη δυνατότητα να αιτηθούν την επιδίκαση μικροτέρων των τελεσιδίκως επιδικασθέντων ποσών.
Και ναι μεν δεν διαλαμβάνεται ρητή εκ μέρους της τρίτης εναγομένης δήλωση περί παραίτησης από το δικαίωμα άσκησης των άνω ενδίκων μέσων, πλην όμως, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του σκοπού της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ως άνω συμφωνίας, τέτοια παραίτηση κρίνεται ότι πράγματι έλαβε χώρα εν προκειμένω κατά λογική αναγκαιότητα, εφόσον, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία δεν είχε παραιτηθεί, εν τοις πράγμασι, από τα ένδικα μέσα της αναίρεσης και αναψηλάφησης κατά της τελεσίδικης απόφασης και διατηρούσε, συνακόλουθα, το δικαίωμα να αιτηθεί την επιδίκαση μικροτέρων ποσών, δεν θα ελάμβαναν χώρα οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, όπως αποτυπώθηκαν στη συνταγείσα σχετικώς ως άνω εξοφλητική απόδειξη".
Και με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους σχετική ανατρεπτική ένσταση περί καταρτίσεως εξωδίκου συμβιβασμού και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο τι συνιστά υποχώρηση για καθένα μέρος από τα συμμετέχοντα στον προαναφερθέντα εξώδικο συμβιβασμό, ορθώς ερμήνευσε την έννοια "υποχώρηση" και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, στην έννοια της υποχωρήσεως.
Περαιτέρω, από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτό διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβαση και ως προς το εάν αυτή καταλαμβάνει και την επίδικη αξίωση της αναιρεσείουσας και αφού προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., έκρινε ότι η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους.
Καταλήγοντας, επομένως, το Εφετείο στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο, εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λαμβανομένων υπ' όψιν και των συμφερόντων των μερών, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνον η αναιρεσείουσα, αλλά και οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε υποχωρήσεις, έχοντες προηγουμένως παραιτηθεί, εν τοις πράγμασιν, από το δικαίωμά τους να ασκήσουν αναίρεση ή αναψηλάφηση κατά της ως άνω τελεσιδίκου αποφάσεως.
Με το να δεχθεί τα ως άνω το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και υπό τα δύο σκέλη του, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σε αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και, ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικώς. Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1/2019).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται ότι ο παρασταθείς στην κατάρτιση της από 3-10-2016 συμφωνίας για λογαριασμό της, δικηγόρος Κωνσταντίνος Δημόπουλος, ήταν αυτός που εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα και τη μητέρα της στις προηγούμενες δίκες, πράγμα το οποίο δεν ισχύει, επειδή σε αυτές οι δύο τελευταίες εκπροσωπήθηκαν από άλλους πληρεξουσίους δικηγόρους, με αποτέλεσμα να παραμορφώνονται οι εκδοθείσες σχετικές δικαστικές αποφάσεις, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατική αιτιολόγηση σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την εκπροσώπησή της κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού.
Ως προς το λόγο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση εκθέτει τα ακόλουθα: "Μετά την έκδοση της ανωτέρω εφετειακής απόφασης, η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, ενεργώντας προς το συμφέρον και για λογαριασμό της ασφαλισμένης σ' αυτήν ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ.
Β. - Μ. Α.Ε.", αλλά και του οδηγού του άνω αυτοκινήτου, Ν. Ν., προέβη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο των άνω εναγουσών Κωνσταντίνο Δημόπουλο, που τις εκπροσωπούσε σε αμφότερες τις δίκες, στην κατάρτιση της από 3-10-2016 "εξοφλητικής απόδειξης δικαστικής απόφασης - ευρώ 157.350,93"...". Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι το Εφετείο διηγηματικώς αναφέρει το όνομα του δικηγόρου Κωνσταντίνου Δημόπουλου, ο οποίος πράγματι εκπροσώπησε τις ενάγουσες στη δίκη επί της από 7-11-2017 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, καθώς και στη δίκη επί της από 24-9-2019 εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς από τα έγγραφα της δικογραφίας να προκύπτουν τα ονόματα των πληρεξουσίων δικηγόρων της αναιρεσείουσας σε προηγούμενες δίκες.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αντικείμενο της παραμορφώσεως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., είναι μόνον αποδεικτικά, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα και όχι διαδικαστικά έγγραφα της αυτής δίκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση δικαστικές αποφάσεις επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας (Α.Π. 204/2016).
Ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Έτι περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος αυτός από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, επί του θέματος αυτού, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψιν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 403/2017, Α.Π. 677/2015).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψιν το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 677/2015).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η αιτίαση από τους αριθμούς 1, 10 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και δη, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά την έκδοση της από 3-10-2016 εξοφλητικής αποδείξεως συμμετείχε το σύνολο των διαδίκων μερών, αν και δεν συμμετείχαν οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν προκύπτει αντιπροσώπευσή τους από την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, γεγονός το οποίο το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προαναφερθείσας εξοφλητικής αποδείξεως, η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον οφειλέτρια της αναιρεσείουσας, κατέβαλε το ποσό των 152.632,99 ευρώ και στην αναιρεσείουσα, στην εκπροσωπούσα αυτήν μητέρα της, η οποία και συνυπέγραψε την εξοφλητική απόδειξη αυτήν, καταβολή η οποία έγινε εγκύρως και για λογαριασμό και των λοιπών αναιρεσιβλήτων, καταρτισθείσας, όπως προαναφέρθηκε, εγκύρου συμβάσεως εξωδίκου συμβιβασμού, η οποία αποτυπώθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τρίτος αναιρετικός λόγος και υπό τα τρία σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 10, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αληθώς τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη θεώρησε την εξοφλητική απόδειξη ως σύμβαση συμβιβασμού, ενώ η κρίση της περί εκπροσωπήσεως της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας από τον Α.
Π… είναι αυθαίρετη, επειδή δεν προκύπτει έγκυρη σχέση αντιπροσωπεύσεως αυτής. Ο αναιρετικός λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως προς όλα τα σκέλη του, δεδομένου ότι, από το περιεχόμενο της από 3-10-2016 εξοφλητικής αποδείξεως, δυνάμει της οποίας, άλλωστε, η αναιρεσείουσα εισέπραξε το συμφωνηθέν για λογαριασμό της χρηματικό ποσό, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος σε αυτήν Δ..
Π., υπογράφοντας την σχετική απόδειξη, νομίμως συνέπραξε στην κατάρτιση της συμφωνίας για λογαριασμό της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ενεργούσε και για τους λοιπούς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενους, αναιρεσίβλητους, χωρίς από την κρίση της αυτή να συνάγονται ελλιπείς αιτιολογίες αναφορικώς με την νόμιμη συμμετοχή του Δ..
Π. στην κατάρτιση της συμφωνίας και τις έννομες συνέπειες από αυτήν. Πλέον αυτών, η αναιρεσείουσα εισέπραξε την συμφωνηθείσα αποζημίωση, χωρίς να αφορά αυτήν ο τρόπος εκπροσωπήσεως της καταβάλλουσας την αποζημίωση αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 1, 98 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., 229, 236 και 238 του Α.Κ., συνάγεται με σαφήνεια ότι σύμβαση συμβιβασμού καταρτισθείσα με αντιπρόσωπο μη έχοντα ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, στερείται κύρους και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο, εκτός εάν αυτός ενέκρινε τη σύμβαση.
Η έγκριση, αναγόμενη στον χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο, υποβαλλόμενη στον τύπο που προβλέπεται για τη σύμβαση, που αφορά αυτή και δυνάμενη, εφόσον για τη σύμβαση αυτή δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, να παρασχεθεί και με σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, συναγόμενη από πράξεις του εγκρίνοντος ή περιστάσεις που καθιστούν αναντίρρητη την βούληση της εγκρίσεως (Α.Π. 1456/2018, Α.Π. 313/2013).
Ο συμβιβαζόμενος, αν έχει πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία, μπορεί να συμβιβάζεται είτε ο ίδιος προσωπικώς, είτε με πληρεξούσιο. Στη δεύτερη περίπτωση ο πληρεξούσιος πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα για συμβιβασμό. Αυτό επιβάλλει ο εντελώς εξαιρετικός χαρακτήρας του συμβιβασμού, γιατί περιέχει διάθεση ή απαλλοτρίωση περιουσίας, η οποία μπορεί να γίνει από άλλο πρόσωπο, που δεν είναι υποκείμενο της εννόμου σχέσεως, μόνο αν τούτο έχει ειδική εξουσιοδότηση (άρθρα 65 παρ. 2 και 98 του Κ.Πολ.Δ.).
Αν και οι τελευταίες διατάξεις έχουν υπ' όψιν δικαστικό συμβιβασμό, που καταρτίζεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, λόγω της ανωτέρω φύσεως του συμβιβασμού και των σοβαρών εννόμων συνεπειών που έχει, εφαρμόζονται και επί εξωδίκου συμβιβασμού, με συνέπεια ο επιχειρούμενος, χωρίς εξουσιοδότηση για την κατάρτιση του συμβιβασμού (και στα πλαίσια αυτού δήλωση αφέσεως χρέους), να είναι ανίσχυρος και να μην παράγει αποτελέσματα έναντι του αντιπροσωπευθέντος, ο οποίος αποκρούει και δεν εγκρίνει αυτόν, με την έννοια ότι ο συμβιβασμός δεν έχει κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 229 του Α.Κ., υποχρεωτική ισχύ για τον αντιπροσωπευόμενο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει και ότι είναι άκυρο απλώς το κύρος και η δεσμευτικότητά του έναντι του αντιπροσωπευομένου εξαρτώνται από την έγκρισή του και, συνεπώς, είναι ατελής και μετέωρος, με την έννοια ότι προσωρινώς δεν παράγει αποτελέσματα (Α.Π. 96/2007, Α.Π. 12/2000). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015 (ο οποίος κατήργησε και το άρθρο 269 του Κ.Πολ.Δ.), είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεσιν δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, αναφορικώς με την υπ' αριθμ. 6 εξαίρεση από τον κανόνα της απαγορεύσεως προβολής νέων ισχυρισμών στο δεύτερο βαθμό, οι ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύονται ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, κατά τους όρους του άρθρου 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 53/2009) ή να αποδεικνύονται εγγράφως, ήτοι με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο πλήρους αποδείξεως, η απόδειξη δε πρέπει να είναι άμεση και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια (Α.Π. 536/2017, Α.Π. 514/2016, Α.Π. 243/2015, Α.Π. 523/2015, Α.Π. 1337/2014, Α.Π. 1146/2011).
Με τον πέμπτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των αιτιάσεων των αριθμών 1, 13 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα του υποχρεωτικού αυτεπάγγελτου ελέγχου της υπάρξεως εγγράφου ειδικής πληρεξουσιότητας από αυτήν προς τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Δημόπουλο για την έγκυρη κατάρτιση συμβάσεως συμβιβασμού, ενώ παραβίασε τον κανόνα κατανομής του βάρους αποδείξεως, αφού την κατάρτιση της συμβάσεως συμβιβασμού επικαλούνται οι εναγόμενοι, ισχυρισμό για τον οποίο έχουν το βάρος να αποδείξουν, πλην, όμως, το Εφετείο δεν εκτίμησε το γεγονός ότι η ίδια δεν είχε χορηγήσει προς τον προαναφερθέντα δικηγόρο ειδική εντολή για την σύναψη συμβάσεως συμβιβασμού.
Το Εφετείο ως προς τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας έκρινε ως εξής: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο υπογράφων την άνω εξοφλητική απόδειξη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, Κωνσταντίνος Δημόπουλος, δεν είχε τη σχετική ειδική εντολή και εξουσία αντιπροσώπευσής της προκειμένου να συμβιβαστεί εξωδίκως με την εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία για όλες τις αξιώσεις της και να παραιτηθεί ρητά και ανεπιφύλακτα από κάθε δικαίωμά της από το ένδικο ατύχημα, αφού η ίδια (εκκαλούσα) μόνο προς τη μητέρα της είχε παράσχει ειδική εντολή με την από 20-9-2017 έγγραφη εξουσιοδότησή της, προκειμένου όμως να λάβει για λογαριασμό της την αποζημίωση που καθορίστηκε με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, να υπογράψει την εξοφλητική απόδειξη και να παραιτηθεί από τα ένδικα μέσα και, ως εκ τούτου, η καταρτισθείσα σύμβαση τυγχάνει άκυρη, μη δυνάμενη κατά νόμο να επιφέρει έννομα ως προς την ίδια αποτελέσματα.
Όπως όμως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας - ενάγουσας, η τελευταία προς αντίκρουση της ένστασης των εναγομένων περί σύναψης εξώδικου συμβιβασμού, δεν προέβαλε τον άνω ισχυρισμό περί έλλειψης πληρεξουσιότητας (229 ΑΚ) κατ' αντένσταση ..., αν και είχε το σχετικό δικονομικό βάρος (άρθρο 261 εδάφ.
α' ΚΠολΔ), πλην της γενικής άρνησης του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας κατά την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη των προβληθέντων ενστάσεων των εναγομένων. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος έφεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι 1) δεν προτείνεται από τους εφεσιβλήτους ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) δεν γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως ούτε μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης, καθώς δεν πρόκειται περί δικαστικής πληρεξουσιότητας (άρθ. 104, 105 ΚΠολΔ), ήτοι περί διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης, 4) δεν συντρέχει περίπτωση μη έγκαιρης προβολής του από δικαιολογημένη αιτία, 5) δεν προέκυψε για πρώτη φορά μεταγενέστερα και τέλος, 6) δεν αποδεικνύεται εγγράφως, ήτοι με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο πλήρους απόδειξης, δοθέντος ότι η επικαλούμενη από την εκκαλούσα από 20-9-2017 έγγραφη εξουσιοδότηση αναφέρεται στην (περιορισμένη, όπως ισχυρίζεται) πληρεξουσιότητα που παρείχε στη μητέρα της, και όχι στον υπογράφοντα για λογαριασμό της τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού ως άνω δικηγόρο, ούτε (αποδεικνύεται) με δικαστική ομολογία των αντιδίκων της, όπως προκύπτει από τις νομότυπα κατατεθείσες στην παρούσα δίκη προτάσεις τους".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. και γι' αυτό ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας δεν θα επιβληθούν, δεδομένου ότι λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων αυτοί δεν υποβλήθηκαν σε αυτά (Α.Π. 227/2020), ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 33/2021 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο τού, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ