Supreme Court dismisses appeal against First Instance judgment on public debt statute of limitations and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that specific provisions of the Public Accounting Code should have been applied regarding the statute of limitations for public claims. The court ruled that the general civil code provisions on limitation periods were correctly applied because the specific public accounting statutes did not extend the limitation period for the disputed periodic loan installments. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1B and 86 of Law 2362/1995; The general provisions of the Civil Code on limitation periods apply to public legal persons unless specific statutes extend the limitation period for public claims, and in the absence of such extension, the standard five-year period governs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1321/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το αρχικά αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..., που τυγχάνει οιονεί καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..., καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Β., δικηγόρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5447/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16393/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 16393/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε εν μέρει τις ανακοπτόμενες ταμειακή βεβαίωση, ατομική ειδοποίηση και απόφαση καταλογισμού της Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 17 του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες, με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή τους για την παραγραφή διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά το ΝΠΔΔ, εφηρμόζοντο για την παραγραφή, κατά κανόνα μεν, οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε, οι διατάξεις, που αφορούσαν το Δημόσιο, εφόσον επρόκειτο για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, που αφορούσαν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΟλΑΠ 132/62, ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το ΝΔ 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101, του οποίου οριζόταν ότι "Δια Β.Δ/των πρ...λουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του ως άνω ΝΔ, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν, ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον ότι και, κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς, χωρίς τούτο να μεταβληθεί, με τις διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" και δη με το άρθρο 86 αυτού.
Εκδόθηκε, όμως, το ΝΔ 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ. αυτού, ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ΝΔ 496/1974, περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ, ορίζει ότι: "παν χρέος προς το ν.π.
παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" ( παρ. 1 εδ. α'). "Χρέη προς το ν.π. α )... β )... γ ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2 ).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ΝΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 578/1977, ορίζει ότι "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977 δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα (πλην των αναφερομένων στην παρ. 1) ν.π.δ.δ...Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεγεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Από τις άνω, διαχρονικού δικαίου, διατάξεις, συνάγεται ότι για τις αξιώσεις, που γεννήθηκαν μετά την 1.1.1977, ως προς το χρόνο της παραγραφής, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή είτε οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είτε τυχόν ειδικές διατάξεις. Κατ' εφαρμογή της, παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ΝΔ 496/1974, εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το ΠΔ 437/1977, το άρθρο μόνο, του οποίου ορίζει ότι: "εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η εξαίρεση είναι καθολική και, επομένως, καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής, ως άνω, διατάξεις του ΝΔ 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του ΠΔ 305/1985 (ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983). Τέλος, με το Ν. 4114/1960 κυρώθηκε ο κώδικας του Ταμείου Νομικών, το οποίο εποπτευόταν, αρχικώς, από τον υπουργό δικαιοσύνης (άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 4114/1960) και, ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 7 του ΝΔ 1/1968, υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του ΠΔ 437/1977, εξαιρέθηκε τούτο, ολοσχερώς, της εφαρμογής των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 και, επομένως και, εκείνης του άρθρου, 44 που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ΝΠΔΔ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις, για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές, περί παραγραφής, διατάξεις του ΑΚ (ΑΠ 663/2011).
Περαιτέρω, οι αξιώσεις εκ δανείου υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει με τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο κατά την έννοια του δευτέρου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλομένου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως, αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες, περιοδικές, εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία, η σύμβαση του δανείου λύεται και, επομένως, ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή, από τον οφειλέτη, ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας, από την καταγγελία. Το δάνειο, συνεπώς, είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων, κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε, ανεξόφλητο, κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή, προς απόδοση του δανείου, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997 Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν.2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που :
α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους ... (...) σύμφωνα με τα κριτήρια του ... (...), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος :
περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν.2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν.3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/ 3-4-2008), ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.
Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α)... .β)... .γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης .....".
Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν.3655/2008 η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).
Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ( ΑΠ 84/2016 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται κατά των παραπάνω αποφάσεων και "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Σημειώνεται ότι ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 608/2017, ΑΠ 1971/2013).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ανακόπτουσα συνήψε με το Ταμείο Νομικών σύμβαση δανείου, δρχ. 1.500.000 ή 4.402 ευρώ, του οποίου η αποπληρωμή ορίστηκε σε 10 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας στις 6-1-2002 και της τελευταίας στις 6-7-2006...
Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά από την ημέρα καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ....Η ανακόπτουσα, ωστόσο δεν κατέβαλε καμμία από τις δόσεις του δανείου στο Ταμείο Νομικών, το οποίο συγχωνεύθηκε με το άρθρο 25 Ν 3655/2008 στον εφεσίβλητο ΕΦΚΑ, ο οποίος τυγχάνει καθολικός διάδοχός του.
Ο εφεσίβλητος δεν προέβη σε καμμία ενέργεια για την είσπραξη των ως άνω δόσεων ούτε όχλησε την ανακόπτουσα... Με το 10719/21-3-2012 έγγραφό του που απέστειλε στην ανακόπτουσα, την ενημέρωσε για την οφειλή της, ότι κατέστη στο σύνολό της ληξιπρόθεσμη και την καλούσε να καταβάλει το ποσό των 4.900,70 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας.
Λόγω άρνησης της ανακόπτουσας να καταβάλει το ως άνω ποσό εκδόθηκε η 3803/17-6-2013 ταμειακή βεβαίωση χρεών της Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης και η 3982/19-6-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών ποσού 9.085,34 ευρώ... Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης, με αποτέλεσμα η αξίωση του εφεσιβλήτου για καταβολή τοκοχρεολυτικών δόσεων που διατηρούν την αυθυπαρξία τους να έχει υποπέσει σε παραγραφή λόγω παρέλευσης πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου ήταν απαιτητή κάθε επιμέρους δόση....Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα εξής :
Με την ισχύ του Ν 3655/2008 οι αξιώσεις του Ταμείου Νομικών για καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων από την επίδικη σύμβαση δανείου, ενόψει του ότι η εν λόγω σύμβαση ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 250 περ.15 ΑΚ. Τούτο διότι με το ΠΔ 437/1977 εξαιρέθηκαν όλων των διατάξεων του ΝΔ 496/1974 οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που υπάγονταν στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ δε αυτών και το Ταμείο Νομικών.
Επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 44 ΝΔ 496/1974 που ρυθμίζει την παραγραφή των αξιώσεων κατά και υπέρ των ΝΠΔΔ ούτε το ΝΔ 4114/1960 " περί κώδικα Ταμείου Νομικών" περιείχε διάταξη που να ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα της παραγραφής των απαιτήσεων του Ταμείου, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του ΑΚ.
Ωστόσο μετά την ισχύ του Ν 3655/2008 οι σχετικές αξιώσεις του εφεσιβλήτου για την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων που δεν είχαν παραγραφεί, ενόψει του ότι εκάστη αξίωση είναι αυτοτελής, παραγράφονται πλέον μετά την εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτών.
Επομένως, μόνο οι τρεις πρώτες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού 490,07 ευρώ εκάστη, που έπρεπε να καταβληθούν στις 6-1-2002, 6-7-2002 και 6-1-2003 αντίστοιχα έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.15 ΑΚ που συμπληρώθηκε την 1-1-2008. Οι λοιπές όμως δόσεις ενόψει του ότι έως την ισχύ του Ν 3655/2008 δεν είχαν παραγραφεί, καταλαμβάνονται πλέον από την εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 137 παρ.1 αυτού του νόμου που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η βεβαίωση αυτών.
Επομένως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος και να ακυρωθούν εν μέρει οι ανακοπτόμενες πράξεις για το ποσό των τριών πρώτων δόσεων μετά των αναλογούντων τόκων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον άνω λόγο της ανακοπής ως ουσία αβάσιμο έσφαλε και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός>.
Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αφού, κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος, για τις αναφερόμενες σ' αυτήν, τρεις πρώτες περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείου της ήδη αναιρεσίβλητης - ανακόπτουσας, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ και, συνακόλουθα, ακύρωσε εν μέρει την 1206/2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικού του ΕΤΑΑ ΤΑΝ, καθώς και την 3803/17-06-2013 ταμειακή βεβαίωση της Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες σ' αυτήν, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη αυτή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που έπρεπε να εφαρμοσθεί, στην προκείμενη υπόθεση και, την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες, από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 1Β και 86 του Ν 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και, ορθώς δεν τις εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω Ν 2362/1995 ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 1Β του ιδίου νόμου έννοια.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν 3655/2008, στις 3-4-2008, το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, τον σχετικό όρο της από 6-7-2000 συμβάσεως του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξή του, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008), για τις τρεις πρώτες τούτων, χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής συμβάσεως στοιχεία, δεδομένου ότι σε αυτή δεν περιέχεται όρος αυτοδίκαιης λύσεώς της για την ως άνω περίπτωση καθυστερήσεως των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Σημειώνεται ότι για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων δεν τυγχάνει εφαρμογής, στην προκειμένη δίκη, το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1362/2013). Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι ο αναιρεσείων, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 16393/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ