Appeal dismissed because procedural defect arguments were inadmissible and did not violate substantive law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the plaintiff's claim as time-barred. The appellant argued that the lower court erred in applying procedural time limits, but the court found these arguments inadmissible as they did not constitute a violation of substantive law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on the violation of procedural time limits is inadmissible if it does not constitute a violation of substantive law governing rights and obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1321/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου -Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανιάτη, ο οποίος δεν.κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "Δήμος ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λαζούρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου.
Εκδόθηκαν η 188/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8006/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2.10.2019 και αριθ. κατάθ. 85976/122/8.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 8006/2018 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 2.6.2015 και με αριθ.
κατάθ. 30/3.6.2015 έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ..." και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ` αριθ. 188/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (Ειδική Διαδικασία εργατικών διαφορών και ήδη περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ), με την οποία, ερήμην του εναγομένου, είχε γίνει δεκτή από ουσιαστική πλευρά η από 23.9.2013 και με αριθ.
κατάθ. ....9.2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Ν. Σ. του Χ. περί επιδικάσεως, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, του ποσού των 15.639,80 ευρώ στον πρώτο και του ποσού των 19.615,27 ευρώ στον δεύτερο, με το νόμιμο τόκο από 1.6.2010, εξαφάνισε την ως άνω υπ' αριθ. 188/2015 οριστική απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας αυτή και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η υπό κρίση αίτηση, ως ασκηθείσα υπό μόνο του ως άνω ενάγοντος, απλού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ομοδίκου του ως άνω Ν. Σ. του Χ., και απευθυνόμενη κατά του πρωτοδίκως και κατ' έφεση αντιδίκου του εναγομένου ΝΠΔΔ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 (άρθρο 113 αυτού) και η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ισχύει από 1.1.2016 και αντικαταστάθηκε από 23.1.2017 με τα άρθρα 35 παρ. 2 και 45 του Ν. 4446/2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 και 592 αριθ. 1 και 3. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 2.10.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της 8006/2018 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφορά διαφορά από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου Δήμου ..., ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη παραβόλου τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής από τον αναιρεσείοντα παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το παράβολο, που καταβλήθηκε με το αριθ. παραβόλου 30003992495912020015- είδος παραβόλου : e- παράβολο, σύμφωνα με την από 8.10.2019 βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 791/2017).
Ο Ν. 2362/1995 (Δημόσιο Λογιστικό), ο οποίος καταργήθηκε από τον ισχύοντα από 1.1.2015 Ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' : α) 90 παρ. 3 : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεση της" και 91 εδ.
α` : "Με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου κατ` αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης αυτής η γένεση μιας εκάστης.
Η διάταξη του άρθρου 90 παρ . 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α` του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά η έναρξη του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου, τοποθετούμενη στο τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Αυτό συνάγεται σαφώς από τη ρητή επιφύλαξη, που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ. α`, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως αυτή του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, κατά συνέπεια, κατισχύει της γενικής διάταξης (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 372/2010). Όσον αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, τόσον το προϊσχύσαν ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όσον και ο ισχύων Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), αντιστοίχως, στα άρθρα 304 εδ.
α`, β` και 276 § 2 ορίζουν με ίδιες διατάξεις, ότι "Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω Ν. 2362/1995, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με έναν από τους αναφερόμενους σε αυτό τρόπους, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ.
δ` (τελευταίο) αυτού "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ως άνω ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 570/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 672/2018, ΑΠ 430/2014).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 261 § 1 εδ. α` ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής, ήτοι με την επίδοση αυτής κατά τα άρθρα 215 § 1 και 221 § 1 ΚΠολΔ, ενώ κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (ΑΠ 72/2016).
Κατά δε το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή :
α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο δε της προβολής αυτής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι :
α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 1351/2019, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 9/2014).
Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενεστέρου χρόνου, στην περίπτωση όμως αυτή παρέχεται στον αντενιστάμενο το δικαίωμα, στην τριήμερη προθεσμία αντικρούσεως του εδ.
δ' της παρ. 1 του άρθρου 591 ΚΠολΔ να αναπτύξει λεπτομερώς την αντένστασή του με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του, που κατατίθενται έως την 12η ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ( ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1166/2014, ΑΠ 543/2014). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο : 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 14, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό του (αντέσταση) περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών του, ως απαράδεκτο, εφαρμόζοντας το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 677, 666, 670 έως 676, 115 παρ. 3, 591 παρ. 1 εδ.
γ' και δ', 256 παρ. 1 στοιχ. δ', 237 παρ. 1, 3, 269 παρ. 1 και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 591 1δ ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι δεν είχε προβληθεί παραδεκτά πρωτόδικα, προσβλήθηκε τόσο το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, όσο και η αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και το δικαίωμα της ασφαλείας του δικαίου ως δικαίωμα απορρέον άμεσα από την αρχή του Κράτους Δικαίου.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έκρινε την προαναφερθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος και του απλού ομοδίκου του Ν. Σ. του Χ., κατόπιν ασκήσεως της από 2.6.2015 και με αριθ. κατάθ. 30/2015 έφεσης του ερήμην δικασθέντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου εναγομένου ΝΠΔΔ- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως προς μεν το θέμα της παραγραφής, δέχθηκε ότι "......η πιο πρόσφατη από τις επιμέρους επίδικες απαιτήσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου- ΝΠΔΔ είναι του επιδόματος άδειας του έτους 2008, ποσού 642,33 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και.......
το οποίο ήταν καταβλητέο μέχρι το τέλος του οικείου ημερολογιακού έτους, ήτοι έως τις 31.12.2008 (ΑΠ 1682/2000 ΔΕΝ 57, 892), γεννήθηκε δε σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία ως ειδική κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α του ίδιου νόμου, την 1.1.2009.
Περαιτέρω η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 23.9.2013 και επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 30.9.2013 (βλ. την υπ' αριθ. .../30.9.2013 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.), οπότε και επήλθε διακοπή του χρόνου παραγραφής. Επομένως, εφόσον από την 1.1.2009 έως τις 30.9.2013 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας όλες οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, ανεξάρτητα της νομικής βάσης, στην οποίαν στηρίζονται (διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού) έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, της σχετικής ένστασης λαμβανόμενης υπόψη αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 94 του ν. 2362/1995 (ΑΠ 992/2017- ΝΟΜΟΣ)....", ως προς δε το θέμα της διακοπής της παραγραφής (αντέσταση) ότι ".......Οι εναγόμενοι", (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "οι εναγόμενοι" αντί "Οι ενάγοντες") καθ' υποφορά αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο ότι έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής κατά τα άρθρα 261 εδ.
α και 263 ΑΚ, με την άσκηση εκ μέρους τους της από 17.5.2010 και με αριθμό κατάθεσης .../2010 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής τους με όμοιο περιεχόμενο, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 1.6.2010 (βλ. την υπ' αριθ. ... Δ'/1.6.2010 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Κ.) και επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 732/2013 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εντός δε προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή της άσκησαν την κρινόμενη αγωγή.
Ωστόσο, ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, που συνιστά αντένσταση κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν τον πρότειναν με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του δικαστηρίου και καταχώρηση της δήλωσης στα πρακτικά με συνοπτική μνεία των περιστατικών που τον θεμελιώνουν, όπως είχαν υποχρέωση από την ειδική διαδικασία που εφαρμόζεται για την εκδίκαση της διαφοράς, ούτε τον επικαλούνται κατ' άρθρ. 527 και 269 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις τους έστω καθ' υποφορά και με αναφορά των θεμελιωτικών αυτού πραγματικών περιστατικών.
Επομένως, εφόσον οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Σύμφωνα, με όσα προεκτέθηκαν, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι προαναφερόμενοι (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 579/2005, ΑΠ 168/2001), που φέρονται ότι παραβιάστηκαν.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, πρόκειται στην πραγματικότητα για λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, το οποίο εκπροσωπήθηκε και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του ν.3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν.3852/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.10.2019 και αριθ. κατάθ. 85976/8.10.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 8006/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου τριακοσίων ευρώ (300), που καταβλήθηκε με το αριθ. παραβόλου 30003992495912020015- είδος παραβόλου : e- παράβολο, όπως αυτό αναφέρεται στην από 8.10.2019 βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ