Supreme Court dismisses appeal on lawyer's fee contract mischaracterization, upholding lower court's finding of independent services.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding a legal services contract dispute. The appellant argued that a clause in a 2009 agreement mischaracterized her as an independent contractor rather than a salaried lawyer, citing a specific omission in the contract text. The court rejected this claim, ruling that the contract's terms for 'support services' did not automatically define the relationship as salaried employment under the Code of Lawyers, and the lower court correctly evaluated the evidence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63 and 1 of the Code of Lawyers; The characterization of a legal services contract as salaried employment depends on the specific nature of services rendered and statutory duties, not merely the label of 'independent services' or the absence of the word 'exclusively' in the agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1321/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βελώνια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6868/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/11/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 εδ.α του κατά το κρίσιμο χρόνο (2005 - 2010) ισχύσαντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστος προς το Δικηγορικόν λειτούργημα πάσα έμμισθος υπηρεσία παρά φυσικώ ή νομικώ προσώπω", με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον δικηγόρον α) η επί παγία ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικής ή πολιτικών επιστημών" και με την παρ.5 εδ.α και β του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν.
Τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντα του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, ορίζεται ότι έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, ότι η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο και ότι επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.
Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στο δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω κώδικα ορίζεται ότι "πάσα άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικος, μη απαγορευμένη υπό του νόμου και δυναμένη να εκτελεσθή και παρ' οιουδήποτε άλλου εντολοδόχου, αμείβεται κατά τας διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.
Δια την πληρωμήν των τοιούτων αμοιβών δι` εξωδίκους ενεργείας, εφ' όσον δεν είναι συναφείς προς την άσκησιν του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η δια πίνακος εκκαθάρισις κλπ". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ.
α του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με την υποπαράγραφο ΙΓ παρ.1 στοιχ. 8β του Ν 4093/2012), οφείλεται στο δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 79/2016, ΑΠ 956/2003).
Περαιτέρω ναι μεν από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ.
ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 227/2011, ΑΠ 229/2004), πλην όμως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερθέντων είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την προαναφερθείσα έννοια. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου άλλωστε δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση, ούτε μετατρέπει αυτήν σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 63 του Κώδικα μόνο πειθαρχική ευθύνη του καταρτίσαντος αυτήν δικηγόρου (σχετ.
ΑΠ 41/1988, ΑΠ 548/1976). Επομένως στις περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς προς την κατά τα ανωτέρω άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, αλλά μπορούν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό, που δεν είναι απαραίτητο να έχει και την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και εάν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση που καταρτίζει ο δικηγόρος με τον αντισυμβαλλόμενο του δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 79/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).
Αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στη κανονιστική μόνο διάστασή της, ως φορέως ενός νομικά κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων περιστατικών, αποτελεί μόνο αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 2219/2014, 1215/2010).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη προσβαλλόμενη απόφαση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία συνεστήθη με Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 του Ν. 2860/2000, ως δημόσια επιχείρηση με μορφή ανώνυμης εταιρείας και σκοπό κυρίως την εκτέλεση έργων χρηματοδοτουμένων από πόρους του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα από 4.5.2005 μέχρι και 12.5.2009 έξι (6) διαδοχικές συμβάσεις, εκ των οποίων οι πέντε χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, διεπόμενες από το Κανονισμό Προμηθειών της εναγομένης εταιρείας ως προς τα θέματα του χαρακτηριζομένου ως παρεχομένου έργου εκ μέρους της αναδόχου ενάγουσας, της εκτέλεσης και της λύσης αυτών, η δε έκτη σύμβαση ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών από την ενάγουσα προς την εναγομένη εταιρεία.
Ότι οι συμβάσεις που η ενάγουσα συνήψε με την εναγομένη δεν στηρίζονταν στον Υπηρεσιακό Οργανισμό της τελευταίας, αλλά αποτελούσαν "απευθείας αναθέσεις" που έγιναν με απόφαση του τότε Διευθύνοντος Συμβούλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5Β του Κανονισμού Προμηθειών της εναγομένης που είχε εγκριθεί με την με αριθ. 263/24.4.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β 528), το οποίο επιτρέπει στο Διευθύνοντα Σύμβουλο (μεταξύ άλλων) την (απευθείας) ανάθεση παροχής υπηρεσιών στην Εταιρεία, την ανάθεση κάθε είδους μελέτης, την ανάθεση εκτέλεσης έργων κλπ σε τρίτους, μέχρι ποσού αξίας 40.000.000 δραχμών.
Ότι επειδή οι ως άνω συμβάσεις δεν αποτελούσαν συμβάσεις πρόσληψης αυτής με την ιδιότητα της νομικής συμβούλου - δικηγόρου, αλλά συμβάσεις ανάθεσης παροχής υπηρεσιών αυτής ως αναδόχου, είχε συγκροτηθεί "Επιτροπή Παρακολούθησης και Παραλαβής" για την πιστοποίηση της εκτέλεσης των υπηρεσιών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 27 παρ.2 του προαναφερθέντος Κανονισμού Προμηθειών.
Ότι αντικείμενο των συμβάσεων της ενάγουσας ήταν η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης του τμήματος Συμβάσεων ή/και του Νομικού Τμήματος την εναγομένης και ειδικότερα η παροχή υπηρεσιών συνισταμένων ενδεικτικά, κατά την έγγραφη σύμβαση, στην α) κατάρτιση, συμμετοχή και έλεγχο στη διαμόρφωση των σχεδίων συμβάσεων και συμβατικών τευχών για την ανάθεση από την εντολέα εναγομένη εταιρεία σε τρίτους της κατασκευής έργων, εκτέλεσης προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, β) υποστήριξη της επιτροπής προσφυγών (η οποία εξετάζει προσφυγές τρίτων προσώπων - αναδόχων που υποβάλλονται στα πλαίσια της διαδικασίας ανάθεσης κατά τον Κανονισμό Προμηθειών της εναγομένης) καθώς και τη διαμόρφωση κειμένου απάντησης σε συνεργασία με τα αρμόδια στελέχη της εναγομένης και γ) η υποστήριξη του νομικού τμήματος της εναγομένης σε οποιαδήποτε νομική εργασία της ανατεθεί στα πλαίσια των εργασιών της εναγομένης εργασίας.
Ότι η διάρκεια της κάθε σύμβασης συμφωνήθηκε για έξι (6) μήνες από την ημερομηνία υπογραφής της από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και σε κάθε σύμβαση προβλέφθηκε και η αμοιβή της. Ότι κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών της, η ενάγουσα ήταν ενταγμένη στον Τομέα Υποστήριξης Έργων και αντικείμενο απασχόλησης της ήταν η παροχή διοικητικής υποστήριξης.
Ότι από τους συνεργάτες και τους προϊσταμένους της κανένας δεν ήταν δικηγόρος. Ότι συγκεκριμένα, προϊσταμένη στο τμήμα της ενάγουσας ήταν η Ε. Σ., αποσπασμένη υπάλληλος από το Ελληνικό Δημόσιο και προϊστάμενος του τομέα της ενάγουσας ήταν ο Σ. Π., χημικός. Ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέποτε προσλήφθηκε και δη ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος της εναγομένης, αλλά παρείχε υπηρεσίες ως ανάδοχος συμβάσεως υπηρεσιών, κατά τους όρους του Κανονισμού Προμηθειών της εναγομένης.
Ότι το έργο της ήταν καθαρά διοικητικής φύσεως και ουδέποτε εκπροσώπησε την εναγομένη δικαστικά, ούτε εκτελούσε έργο νομικού συμβούλου. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών της δεν παρείχε νομικές συμβουλές, ούτε γνωμοδοτήσεις, ούτε παρείχε κατευθύνσεις στον χειρισμό υποθέσεων από άλλους δικηγόρους.
Ότι χαρακτηριστικό είναι ότι σε ουδεμία από τις ανωτέρω συμβάσεις δεν προβλέπεται η εκτέλεση τέτοιων (νομικών) έργων από την ενάγουσα, αλλά γίνεται ρητή αναφορά σε "υπηρεσίες υποστήριξης του Τμήματος Προμηθειών και Συμβάσεων ή / και του Νομικού Τμήματος της ... ΑΕ". Ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και το είδος των συμβάσεων της ενάγουσας αποδεικνύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με αναφορά σε καταθέσεις μαρτύρων επίσης δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ενάγουσα δεν είχε προβεί σε σύνταξη γνωμοδοτήσεων με αμιγές νομικό περιεχόμενο, αφού σε διαφορετική περίπτωση αυτές θα προσκομίζονταν στο δικαστήριο. Ότι ειδικότερα με βάση την κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης Ν.
Τ., που είχε προσωπική γνώση των όσων ανέφερε, αφού κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν στο τμήμα με αντικείμενο τον προγραμματισμό των διαγωνισμών και τον σχεδιασμό του τρόπου δράσης της εταιρείας και δεν προσδοκούσε οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, αλλά και την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της εναγομένης Ε.
Σ., ουδείς θεωρούσε την ενάγουσα δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο της εναγομένης, ότι είχε δοθεί από τη Διοίκηση της εναγομένης εντολή, όποιος είχε οιοδήποτε νομικό θέμα στην εταιρεία να το μεταφέρει στους νομικούς συμβούλους Κ. και Α., τους μόνους που διέθετε και διαθέτει ακόμη η εναγομένη, ότι το γραφείο της ενάγουσας δεν ήταν μαζί με το γραφείο των νομικών συμβούλων στο Νομικό Τμήμα, ότι η ενάγουσα παρείχε διοικητικής φύσεως υποστήριξη στο Τμήμα Συμβάσεων και στο Νομικό Τμήμα, ότι ειδικότερα αυτή ήταν μέλος μιας μεγαλύτερης ομάδας, η οποία ναι μεν διέθετε νομικές γνώσεις, όμως δεν παρείχε εργασία νομικού συμβούλου, αλλά αμιγώς διοικητικές υπηρεσίες, με επικεφαλής αυτών την Ε.
Σ., αποσπασμένη δημόσια υπάλληλο, ότι η ομάδα αυτή, μετά τη λήξη κάποιου διαγωνισμού, συμπλήρωνε απλά το υπόδειγμα της σύμβασης που έπρεπε να συναφθεί με τον ανάδοχο και το οποίο (υπόδειγμα) ήταν ήδη προδιατυπωμένο και συντεταγμένο από τη νομική υπηρεσία, ότι αν κατά τη συμπλήρωση των συμβάσεων αυτών παρουσιαζόταν οιοδήποτε νομικό θέμα, τότε γινόταν σχετική ενημέρωση προς το νομικό τμήμα, που απαρτιζόταν από τους προαναφερθέντες νομικούς συμβούλους Κ.
και Α. και από εξωτερικούς συνεργάτες - δικηγόρους, το οποίο και έδινε τη λύση και τις απαιτούμενες κατευθύνσεις, ότι ο λόγος που δεν ανανεώθηκε η σύμβαση της ενάγουσας με την εναγομένη εταιρεία ήταν γιατί έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της πρόσληψης μέσω ΑΣΕΠ και ότι ουδεμία γνωμοδότηση της ενάγουσας περιήλθε στο ΔΣ της εναγομένης.
Ότι άλλωστε στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο υπάγεται η εναγομένη είναι σύνηθες να απασχολούνται πτυχιούχοι διαφόρων πανεπιστημίων, ανεξάρτητα και χωρίς χρήση της επαγγελματικής ιδιότητας. Ότι επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εργαζόταν ως νομική σύμβουλος, αφού δεν είναι δυνατόν ο νομικός σύμβουλος να υπηρετεί στο ίδιο τμήμα με προϊστάμενο αποσπασμένο διοικητικό υπάλληλο.
Ότι και από τους μάρτυρες απόδειξης δεν γίνεται στις καταθέσεις των αναφορά, έστω και ενδεικτικά, σε νομικές (δικαστικές και εξώδικες) υποθέσεις, με τις οποίες η ενάγουσα φέρεται ότι ασχολήθηκε. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε με την επεξεργασία αρχείου νομολογίας, αφού τέτοιο αρχείο ουδέποτε υπήρξε στην εναγομένη, ούτε παραδόθηκε ποτέ σε αυτήν από την ενάγουσα τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και κατά τη λήξη της σύμβασης της.
Ότι αυτή δεν συνέταξε καμία γνωμοδότηση, ούτε είχε τέτοια αρμοδιότητα, ούτε ποτέ έδωσε κατευθύνσεις σε δικηγόρους. Ότι επομένως στην ενάγουσα δεν οφείλεται κανένα ποσό, αφού της έχουν καταβληθεί τα συμφωνηθέντα με τις συμβάσεις ποσά. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της έφεσης της εναγομένης και τότε εκκαλούσας εταιρείας, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι η ενάγουσα παρείχε νομικές υπηρεσίες υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου και ότι οι συναφθείσες από 4.5.2005 διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου αυτής με την εναγομένη έφεραν τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και συνακόλουθα είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση ως βάσιμη κατ' ουσία, αφενός μεν αναγνωρίζοντας ως άκυρη την γενομένη στις 11.5.2010 καταγγελία της πιο πάνω σύμβασης έμμισθης εντολής, αφετέρου δε επιδικάζοντας στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 80.650 ευρώ [54.000 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας της περιόδου από 12.5.2010 έως 12.11.2011 + 6.475 ευρώ για επιδόματα αδείας των ετών 2006 έως και 2010 + 3.000 ευρώ για αποδοχές αδείας έτους 2010 + 11.450 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2005 έως και 2009 + 5.725 ευρώ για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2006 έως και 2010, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή], δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσία αβάσιμη τόσο κατά τη κυρία αυτής βάση, όσο και κατά την εξετασθείσα από το δευτεροβάθμιο επικουρική από αδικοπραξία βάση αυτής, ενώ επίσης απέρριψε ως νη νόμιμη και την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση αυτής.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 41, 42, 63 παρ.3, 4 , 5 και 166 του Ν. Δ/τος 3026/1954 του Κώδικα των δικηγόρων σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 713 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς εφάρμοσε, αφού οι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ως άνω υπηρεσίες, τις οποίες παρείχε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος Αθηνών, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία δεν συνιστούν έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης της αναιρεσίβλητης ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, την οποία ουδέποτε αυτή εκπροσώπησε δικαστικά ή εξωδίκως, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον τρίτων, ούτε παροχή προς αυτήν νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή προστασία των συμφερόντων της στο πλαίσιο των συναλλαγών της με τρίτους, στις οποίες ουδέποτε προέβη η αναιρεσείουσα, ούτε παροχή κατευθύνσεων προς άλλους δικηγόρους, αλλά συνιστούν παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης, ως μέλους μεγαλύτερης ομάδας με επικεφαλής διοικητικό υπάλληλο, κατά την κατάρτιση και έλεγχο των συμβάσεων προμήθειας που συνήπτε η αναιρεσίβλητη με τρίτους, επί τη βάσει προδιατυπωμένου και συντεταγμένου από τη νομική υπηρεσία σχεδίου, ενώ σε περίπτωση που ανέκυπτε οποιοδήποτε νομικό θέμα ενημερωνόταν το αρμόδιο νομικό τμήμα, που απαρτιζόταν από τους νομικούς συμβούλους Κ.
και Α. και από εξωτερικούς συνεργάτες - δικηγόρους, το οποίο έδιδε τη λύση και τις απαιτούμενες κατευθύνσεις και, κατ' ακολουθία, οι υπηρεσίες αυτές της ενάγουσας θα μπορούσαν να παρασχεθούν από οποιονδήποτε, που ήταν γνώστης των κανόνων κατάρτισης συμβάσεων προμηθειών από φορείς του δημοσίου τομέα, χωρίς να είναι αναγκαίο να ήταν αυτός δικηγόρος.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων για το λόγο ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα παρείχε νομικές υπηρεσίες, ως δικηγόρος από εκείνες που αναθέτουν οι διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1, 41 και 42 του Κώδικα περί δικηγόρων.
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε με τη προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με σαφήνεια αποφάνθηκε ως προς το είδος των υπηρεσιών που παρείχε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο των συμβάσεων που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Ειδικότερα η αιτίαση της αναιρεσείουσας για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι αυτή ήταν εν ενεργεία δικηγόρος και ότι η από 12.5.2009 (τελευταία) σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε αποκλειστικό αντικείμενο την από αυτήν νομικών υπηρεσιών, στη συνέχεια κατέληξε αντιφατικά σε αποδεικτικό πόρισμα ότι το αντικείμενο της απασχόλησής της ήταν η παροχή διοικητικής υποστήριξης, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σε κανένα σημείο της προσβαλλομένης απόφασης δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο, αλλά αντιθέτως δέχθηκε απλώς ότι, μεταξύ των λοιπών υπηρεσιών, που συμφωνήθηκαν με τις καταρτισθείσες με την αναιρεσίβλητη συμβάσεις, ήταν και υποστήριξη του νομικού τμήματος της αναιρεσίβλητης εταιρείας σε οποιαδήποτε νομική εργασία της ανατεθεί, παραδοχή που δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει την μεταξύ των διαδίκων σχέση ως σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, εφόσον τούτο μπορεί να συμβεί μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41, και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι, αν και εμμέσως διέγνωσε κενό κατά την ερμηνεία των συμβάσεων που κατήρτισε αυτήν με την αναιρεσίβλητη, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν διέγνωσε ούτε και εμμέσως κενό και κατά συνέπεια δεν υπήρχε έδαφος προσφυγής στους εν λόγω κανόνες.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την αποσπασματική αναφορά στην αίτηση αναίρεσης της φράσης της προσβαλλομένης απόφασης ότι "Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά [ενν. σχετικά με τη φύση της απασχόλησης της αναιρεσείουσας] και ειδικότερα το είδος των συμβάσεων αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων...", διότι παρά την αδόκιμη αυτή αναφορά, οι περιεχόμενες στη προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές, με βάση τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις, αφορούν το αντικείμενο της απασχόλησης της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη και όχι την ερμηνεία όρων των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων.
Εξ άλλου ούτε και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι οι ανωτέρω συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 5Β του Κανονισμού Προμηθειών της αναιρεσίβλητης και όχι του Υπηρεσιακού Οργανισμού αυτής, ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε και μάλιστα ως δικηγόρος ή νομική σύμβουλος από την αναιρεσίβλητη και ότι το γραφείο αυτής δεν ήταν μαζί με το γραφείο των νομικών συμβούλων συναρτώνται με ζήτημα ερμηνείας όρων των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων, αλλά ανάγονται στο αντικείμενο και τη φύση της απασχόλησης της αναιρεσείουσας.
Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με αναφορά μάλιστα στο περιεχόμενο της από 12.5.2009 τελευταίας σύμβασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει όχι μόνο θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση αυτού, αλλά και αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1344/2013, ΑΠ 1641/2009, ΑΠ 1957/2006, ΑΠ 1428/2003, ΑΠ 869/2002).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της παραμόρφωσης της από 12.5.2009 τελευταίας χρονικά σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υπό τη μορφή της παράλειψης ανάγνωσης περιεχομένης σε αυτήν κρίσιμης περικοπής και συγκεκριμένα του όρου 1 αυτής που προέβλεπε ότι "Η συνεργάτης, η οποία δραστηριοποιείται ως ελεύθερη επαγγελματίας και διατηρεί δική της επαγγελματική στέγη, θα παρέχει στην εταιρεία από 12.5.2009 νομικές υπηρεσίες υποστήριξης της εταιρείας", με συνέπεια να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτή ουδέποτε προσελήφθη ως δικηγόρος ή νομικός σύμβουλος της αναιρεσίβλητης.
Ανεξαρτήτως του ότι στην εν λόγω περικοπή δεν περιέχεται η λέξη "αποκλειστικά", ως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα στον σχετικό λόγο αναίρεσης, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο ότι παρέλειψε να αναγνώσει την πιο πάνω περικοπή, αλλά συνεκτιμώντας το έγγραφο αυτό, το οποίο ρητά άλλωστε μνημονεύει στο σκεπτικό του, ως την έκτη σύμβαση που χαρακτηρίσθηκε από τα μέρη ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την (μη) κατάρτιση σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Ο συμβατικός όρος άλλωστε της από 12.5.2009 σύμβασης για την παροχή "νομικών υπηρεσιών υποστήριξης" δεν αρκούσε για να προσδώσει στη σύμβαση τον χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, αδιαφόρως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, εφόσον η σύμβαση προσλαμβάνει τον πιο πάνω χαρακτήρα όχι όταν το αντικείμενο αυτής είναι η εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως εργασίας, αλλά μόνο όταν το αντικείμενο της είναι οι νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6868/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ