Legislator Case Law & Legislation
1321/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to raise statute of limitations objection at second instance.

Case Number 1321/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the First Instance Court's judgment regarding the statute of limitations. The Municipality argued that the plaintiffs' claims expired during the appeal period, but the Court held this objection was inadmissible because it was not raised before the Second Instance Court. The Court ruled that procedural objections regarding the statute of limitations must be presented at the appropriate stage of the proceedings to be considered.

Legislator headnote

AI generated

Articles 261 and 559 of the Code of Civil Procedure; A statute of limitations objection must be raised at the second instance level and cannot be introduced for the first time on appeal.

Keywords

AI generated
statute of limitations admissibility of appeal second instance procedure procedural objection Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 261 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 596/2015
Case 149/2015
Case 183/2014
Case 1813/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1321 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1321/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ..., που εδρεύει στο ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ά. Σ., 2)Ε. Κ., 3)Μ. Γ., 4)Α. Κ., 5)Α. Λ., 6)Ε. Μ., 7)Χ. Κ., 8)Μ. Ζ. και 10)Χ. Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, που καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3130/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1234/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 29/5/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 29-5-2014 αίτηση του Δήμου ... κατά των Ά. Σ. κ.λ.π. περί αναιρέσεως της 1234/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Eπειδή, από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.

Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ` ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στην δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ 22/2003, ΑΠ 1.442/2014).

Εξάλλου, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί άκυρης απασχολήσεως μισθωτού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία που παρασχέθηκε σ’ αυτό (ΑΠ 82/2013). Η ωφέλεια του εργοδότη στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης δυνάμει έγκυρης σύμβασης εργασίας σε άλλο μισθωτό του αυτού επαγγέλματος και των αυτών επαγγελματικών προσόντων και ικανοτήτων για την ίδια εργασία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη προσαυξήσεις που θα εδικαιούτο αυτός λόγω των συντρεχουσών στο πρόσωπό του ιδιαίτερων περιστάσεων και ειδικότερα λόγω γάμου, προϋπηρεσίας κλπ, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαία στο πρόσωπο του εργαζόμενου που θα μπορούσε να προσληφθεί εγκύρως.

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά την αγωγή ως ορισμένη, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 220/2012). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 139/2014,119/2014, 2048/2013, 283/2011).

Ανεξάρτητα, πάντως, από το είδος της αοριστίας πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 220/2012). 2.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ένδικης, από 10-12-2008, αγωγής, προκύπτει ότι σε αυτή εκτίθενται, ως προς την ερευνώμενη επικουρική βάση της, τα εξής: Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου Δήμου ... με συμβάσεις μίσθωσης έργου για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών αυτού και ότι εργάζονταν καθημερινά, από Δευτέρα έως Σάββατο, επί 36 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή κατά πλήρες ωράριο, μειωμένο κατά μισή ώρα ημερησίως λόγω της απασχολήσεώς τους με ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ότι απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο με αλλεπάλληλες και χωρίς διακοπή συμβάσεις μίσθωσης έργου από 24-2-2003 η πρώτη, η τρίτη και η έκτη, από 17-4-2003 η δεύτερη, από 19-2-2003 η τέταρτη και ο ένατος, από 26-2-2003 ο πέμπτος και η όγδοη και από 9-5-2005 η έβδομη. Ότι, στη συνέχεια, συμμετείχαν σε διαγωνισμό που προκήρυξε το ΑΣΕΠ για τη στελέχωση των ΚΕΠ και, αφού συμπεριελήφθησαν στον πίνακα διοριστέων αυτού, προσλήφθηκαν ως τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου η όγδοη στις 18-6-2008, η έβδομη στις 17-8-2007 και οι λοιποί την 1-11-2007.

Ότι ο εναγόμενος Δήμος κατέβαλε σε αυτούς τις αποδοχές που προέβλεπαν οι συμβάσεις μίσθωσης έργου και ειδικότερα στη δεύτερη από αυτούς το ποσό των 880 ευρώ το μήνα από την πρόσληψή της έως τις 16-4-2005 και το ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα από τις 17-2-2005 έως το διορισμό της, στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των 880 ευρώ το μήνα από την πρόσληψή της έως τις 30-4-2007 και το ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα από την 1-5-2007 έως το διορισμό της και στους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 880 ευρώ από την πρόσληψή τους έως τις 23-2-2005 και το ποσό των 1.000 ευρώ το μήνα από 24-2-2005 έως το διορισμό τους.

Ότι οι συμβάσεις τους με τον εναγόμενο Δήμο αποτελούσαν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και επικουρικά, αν ήθελε κριθεί ότι δεν αποτελούσαν έγκυρες συμβάσεις εργασίας, αλλά άκυρες συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθότι δεν λειτούργησαν ως γνήσιες συμβάσεις μίσθωσης έργου, αλλά ως συμβάσεις παροχής εργασίας, αυτοί τελούσαν με τον εναγόμενο σε απλή σχέση εργασίας.

Ότι ο τελευταίος, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν τους κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές τους με τα προβλεπόμενα επιδόματα χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών και κινήτρου απόδοσης, καθώς και των ‘ ‘ κατ’ αποκοπή εξόδων κίνησης’ ‘ , όπως αυτές προκύπτουν από τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων κ.λ.π.

υπαλλήλων (ν. 3205/2003) και τις διατάξεις των αναφερόμενων ΣΣΕ της ΠΟΕ- ΟΤΑ, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, όπως αναλυτικά εκτίθενται τα επί μέρους αιτούμενα ποσά για τα αναγραφόμενα για κάθε ενάγοντα χρονικά διαστήματα. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, σύμφωνα με το νόμο και τις συμβάσεις τους, να τους καταβάλει για τις ως άνω αιτίες τα αναφερόμενα για τον καθένα απ’ αυτούς ποσά και επικουρικά να τους καταβάλει τα ποσά αυτά βάσει των διατάξεων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατά τα ποσά αυτά έγινε και παραμένει αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος τους, καθ’ όσον εξοικονόμησε την αντίστοιχη δαπάνη για καθέναν από αυτούς χωρίς νόμιμη αιτία, την οποία θα κατέβαλε διαφορετικά αν απασχολούσε άλλους υπαλλήλους με τις ίδιες συνθήκες εργασίας και με τα ίδια ή αντίστοιχα με τα δικά τους προσόντα για την εκτέλεση της ίδιας ως άνω εργασίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ορισμένη ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, κρίνοντας ότι περιέχει με πληρότητα όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, 3. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 (και όχι 19, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 904 ΑΚ, κρίθηκε ορισμένη η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, μολονότι δεν αναφέρονται σε αυτή οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού του από την παροχή των υπηρεσιών των εναγόντων και για την περίπτωση εκείνη που αυτός θα προέβαινε πράγματι στην υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού στη θέση των εναγόντων, την οποία (πρόσληψη) κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών των εναγόντων.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αν ο ανωτέρω, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός του προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της από 10-12-2008 αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη, ούτε οι παραδοχές της τελευταίας, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της.

Ανεξάρτητα, όμως, από το απαράδεκτο του λόγου αυτού, εφόσον οι αποδιδόμενες ελλείψεις της ένδικης αγωγής δεν συνιστούν νομική, αλλά ποσοτική αοριστία, η οποία ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος αυτό ο ως άνω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο Αθηνών, με την παραπάνω κρίση του, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και υπήγαγε σε αυτές το περιεχόμενο της επικουρικής βάσης της αγωγής, στο οποίο, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί (βλ.

πιο πάνω αρ. 1), υπάρχουν όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση.

4. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ , 74/20-3-2013), ‘ ‘ 1.Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση’ ‘ . Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 183/2014, 111/2009). Εξ άλλου, ο όρος "δημόσια τάξη" υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για εξυπηρέτηση γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΟλΑΠ 14/2015, 15/2000), ενώ οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ ΑΠ 15/2000, 31/2013, 323/2012).

5. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως για το ζήτημα της παραγραφής σε επιδικία των αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα: Ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 30-12-2008 και έτσι οι αξιώσεις των εναγόντων κατά του εναγομένου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2006, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2005 και του επιδόματος Πάσχα 2006, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ‘ ‘ Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους’ ‘ , που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 του ν.δ. 496/1974 και 276 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν. 3463/2006 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.

Ότι, περαιτέρω, οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων, των οποίων η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής τους, δεν έχουν υποπέσει σε διετή παραγραφή εν επιδικία ως προς το διάστημα από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης (26-12-2009) έως την άσκηση της εφέσεώς τους κατ’ αυτής (17-12-2012), καθόσον η παραγραφή των αξιώσεων αυτών, που διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής των εναγόντων, αρχίζει και πάλι από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 του ν. 4139/2013, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή, που προβλέπει την έναρξη της παραγραφής μετά από προθεσμία έξι (6) μηνών από την τελευταία διαδικαστική πράξη στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης, δεν εφαρμόζεται κατά το διάστημα της προθεσμίας της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως.

Κατ’ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε επιδικία για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2006 έως τις 17-6-2008, όσον αφορά την όγδοη ενάγουσα, από το Δεκέμβριο 2006 έως τις 16-8-2007, όσον αφορά την έβδομη ενάγουσα, και από το Δεκέμβριο 2006 έως τις 31-10-2007, όσον αφορά τους λοιπούς ενάγοντες.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ (και όχι 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που αναγράφεται στο αναιρετήριο), ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ισχυριζόμενος ότι οι αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή σε επιδικία, καθόσον από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (29-12-2009) μέχρι την άσκηση της από 6-12-2012 εφέσεώς τους (17-12-2012) μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.

Ο λόγος αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω, περί παραγραφής, ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο που δίκασε κατ’ έφεση, άσχετα αν λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αλλά στις ιδιωτικού δικαίου σχέσεις μεταξύ του Δήμου και των μισθωτών αυτού (ΑΠ 596/2015, 149/2015, 183/2014, 1813/2011).

Σε κάθε, όμως, περίπτωση το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες. 6. Κατ’ ακολουθία όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα κατά νόμο (άρθρο 281 του ν. 3463/2006 ‘ ‘ Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων’ ‘ ) μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-5-2014 αίτηση του Δήμου ... Αττικής περί αναιρέσεως της 1234/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα Δήμο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ