Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting evidence introduced after retrial order. The court ruled the appellate court did not err by considering new sworn statements submitted during the retrial hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs. The appellant argued that the appellate court erred by admitting sworn statements submitted only after a retrial was ordered, claiming this violated procedural rules. The court held that a retrial order allows parties to introduce new evidence, and since the appellate court properly considered the sworn statements presented during the subsequent hearing, the appeal was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529, 559 of the Code of Civil Procedure; A retrial order permits the introduction of new evidence, and an appellate court does not err by considering sworn statements submitted during the retrial hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1321/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έφη Χίου-Γιαννίκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιανουαρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1278/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4783/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αφού και κατά μεν το άρθρο 914 ΑΚ: "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 920 Α.Κ. "όποιος γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση (κατά την έννοια που καθορίζεται και στη διάταξη του αρθ. 920 του Α.Κ.) από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου ως στοιχεία της προσωπικότητας του. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν και η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία ως πραγματικά γεγονότα, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης ανυπαιτίως δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ. 1, περ. α'-δ' του άρθρου 367 ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 §2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 §1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 §2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περίπτωσης από την ΠΚ 367 §2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 §1 ένστασης. Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξύβρισης συντρέχει ιδίως όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος παρά ταύτα χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή του άλλου.
Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσο οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο
περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(Α.Π.868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
"Οι διάδικοι είναι δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω και κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο του έτους 1995 μέχρι τον Μάρτιο του έτους 1998 ο ενάγων Θ. Μ. συνεργαζόταν με τον εναγόμενο Ν. Π., με την έννοια ότι στεγαζόταν επαγγελματικά στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, χειριζόταν κατ' εντολήν του διάφορες υποθέσεις πελατών του (εναγομένου), λαμβάνοντας αντίστοιχα αμοιβή απ' αυτόν με την διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων.
Στα πλαίσια της εν λόγω επαγγελματικής συνεργασίας των διαδίκων, στις 19-11-1997 ο ενάγων υπέγραψε και κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα των ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών την απευθυνομένη προς το Εφετείο Αθηνών από 19-11-1997 και με αριθμό κατάθεσης 11280/ 19-Y1 1997 έφεση που είχε συντάξει ο ίδιος ο εναγόμενος και που είχε εξάλλου και την πλήρη ευθύνη της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος για λογαριασμό των πελατών-εντολέων του: 1) Σ.
Π., 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία AMBXΞ. A.E.", 3) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "PEARL ASSURANCE PUBLIC LIMITED COMPANY" η οποία στρεφόταν κατά των αρχικών εναγόντων και μάλιστα κατά: 1) Ε. χήρας Δ. Δ., 2) Α. Φ., 3) Α. Γ., 4) Ι. Δ., 5) Κ. Δ., 6) Γ. Δ., 7) Α. Μ., 8) Δ. Λ. και κατά της με αρ. 2298/1997 οριστικής απόφασης Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί με τη διαδικασία των διαφορών εξ αυτοκινήτων (άρθρα 681 Α' ΚΠολΔ) επί της από 30-8-1995 με αρ.
καταθ. 11185/1995 ασκηθείσης αγωγής των τελευταίων, με την οποία αυτοί (οι παραπάνω ενάγοντες) ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης εξ αδικοπραξίας δηλαδή για το θάνατο του συγγενή τους (συζύγου, πατρός και αδελφού, αντίστοιχα) Δ.
Δ. σε αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα στην Νέα Ερυθραία Αττικής στις 18-11-1994. Πρέπει να αναφερθεί ότι την ίδια ημέρα ο ενάγων επιμελήθη και τον προσδιορισμό δικασίμου για την συζήτηση της εφέσεως αυτής ενώπιον του 11ου Τμήματος του Εφετείου Αθηνών για την 19-2-1998. Την εν λόγω υπόθεση χειριζόταν για λογαριασμό των εναγομένων (οδηγού του ζημιογόνου με αρ.
κυκλ. … Φ.I.X. αυτοκινήτου ο πρώτος, προστηθείς στην οδήγηση υπό τον δεύτερον και ιδιοκτήτου του φορτηγού, ασφαλισμένου στην 3η ασφαλιστική εταιρεία για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες σε τρίτους, αντίστοιχα) ήδη από την πρώτη συζήτηση αυτής στον πρώτο βαθμό ο εναγόμενος δικηγόρος, εκδοθείσης της με αρ. 2298/1997 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκκαλουμένη αυτή απόφαση, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε την ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του πεζού- θανόντος, Δ. Δ., σε ποσοστό 75% στην πρόκληση του ατυχήματος και έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή των εναγόντων ως και ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στην 1η μεν ενάγουσα (σύζυγο) το ποσόν των 2.240.220 δρχ., στους 2η και 3η (τέκνα) το ποσό του 1.250.000 δρχ.
σε καθεμία και στους 40, 5ο, 60, 7η και 8η των εναγόντων (αδέρφια) το ποσόν των 500.000 δρχ. σε καθένα απ' αυτούς. Την παραπάνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξεκάλεσαν και οι παραπάνω ενάγοντες (συγγενείς του θύματος) δι' αντιθέτου εφέσεως που κατατέθηκε με αρ. 6477/3-7-1997 και της οποίας δικάσιμος προσδιορίστηκε αρχικά για 20-11-1997 οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-2-1998, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την αντίθετη έφεση των αρχικά εναγομένων-εντολέων του νυν εναγομένου.
Πρέπει να αναφερθεί ότι επειδή ο εναγόμενος απουσίαζε στις 19 και 20-11-1997 από την Αθήνα λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεών του στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας, στην Καλαμάτα, τόσον η κατάθεση όσον και ο προσδιορισμός, της συζήτησης της από 19-11-97 έφεσης των εντολέων του εναγομένου κατά της εκκαλουμένης παραπάνω με αρ. 2298/97 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε κατ' εντολή του από τον συνεργάτη του-ενάγοντα.
Περαιτέρω ο ίδιος (ο ενάγων) παρουσιάσθηκε και στις 20-11-1997 κατά την εκφώνηση της με αριθμ. καταθ. 6477/3-7-1997 αντίθετης έφεσης που είχαν ασκήσει οι αρχικώς ενάγοντες στο 10° Τμήμα του Εφετείου Αθηνών και ζήτησε την αναβολή εκδίκασης της συζήτησης της έφεσης για τη δικάσιμο της 19-2-1998, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την αντίθετη ασκηθείσα παραπάνω έφεση, αίτημα που έγινε δεκτό από το παρόν Δικαστήριο.
Στη συνέχεια ο ενάγων ευθύς μετά την δοθείσα παραπάνω στις 20-11-1997 αναβολή ενημέρωσε προφορικά τον εναγόμενο p1 της ημερομηνίας της εν θέματι μετ' αναβολής δικασίμου της 19-2-1998 κατά την οποίαν θα εκδικάζοντο οι αντίθετες εφέσεις και την ιδία παραπάνω ημεροχρονολογία αναβολής (20-11-1997) έσπευσε να καταχωρήσει αυθημερόν δηλαδή την δικάσιμο (19-2-1998) στο ημερολόγιο που τηρείτο στο γραφεία του εναγομένου και μάλιστα επειδή δεν είχε εισέτι ο εναγόμενος αγοράσει αναλυτικό ημερολόγιο του έτους 1998, η σημείωση έγινε στα τελευταία φύλλα του ημερολογίου του έτους 1997, όπου υπήρχαν σε δύο συνεχόμενες σελίδες, στο επάνω μέρος των οποίων αναφερόταν, ως έτος το 1998, οι δε μήνες του τελευταίου έτους αναγράφοντο σε 12 κάθετες μονές στήλες, όπου και καταχωρούνταν πρόχειρα οι υποχρεώσεις του εναγομένου αναφορικά με δικαστικές υποθέσεις πελατών του για το επόμενο έτος 1998 και τούτο ελάμβανε χώρα μέχρις ότου εφοδιαζόταν ο εναγόμενος με αναλυτικό ημερολόγιο του επόμενου έτους οπότε και θα μεταφέρονταν οι σχετικές οριζόμενες δικάσιμοι στο καινούργιο ημερολόγιο.
Από τα ίδια αποδειχτικά στοιχεία προέκυψε ότι όταν ο εναγόμενος αγόρασε τέτοιο αναλυτικό ημερολόγιο γραφείου του έτους 1998, οπωσδήποτε αρχές Ιανουαρίου 1998 δεν ανέθεσε στον ενάγοντα να το ενημερώσει ούτε να κάνει αντιπαραβολή αυτού με το τηρούμενο πρόχειρο παραπάνω ημερολόγιο γραφείου του έτους 1997, σχετικά με τις νομικές εν γένει υποχρεώσεις του εναγομένου που αφορούσαν το έτος 1998.
Άλλωστε μια τέτοια υποχρέωση δεν ανήκε στα καθήκοντα του ενάγοντα, δεδομένου ότι στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου ασχολούνταν, κατά τον επίδικο παραπάνω χρόνο ως γραμματέας η Γ. Α., καθώς και ασκούμενος δικηγόρος, σε κάποιον από τους οποίους ή ακόμη και σε κάποιον άλλον συνεργαζόμενο συνεργάτη τον, ανέθετε εν τέλει ο εναγόμενος τη διεκπεραίωση τέτοιων εργασιών οπωσδήποτε όμως δεν ανέθετε την εν λόγω εργασία στον ενάγοντα, περί τούτου κατηγορηματικά αρνητικοί υπήρξαν όλοι εξετασθέντες οι μάρτυρες αποδείξεως.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από αμέλεια των παραπάνω προσώπων που ανέλαβον κατ' εντολή του εναγομένου την μεταφορά των εν τέλει, του ημερολογίου του 1997 συνοπτικών εγγραφών και μάλιστα και της παρά του ενάγοντος εγγραφείσης την 20η-11-1997 περιληπτικής τοιαύτης στην αντίστοιχο ημερομηνία στο ημερολόγιο του έτους 1998, παραλείφθηκε η σημείωση της προαναφερθείσης δικασίμου (19-2-1998), στην ίδια δε παράλειψη υπέπεσε και ο ίδιος ο εναγόμενος όταν προχώρησε και ο ίδιος στην αντιπαραβολή των σημειώσεων του ημερολογίου του 1997 στο καινούργιο του έτους 1998, παραβλέποντας την παραπάνω σημείωση, του ενάγοντος, με αποτέλεσμα κατά την δικάσιμο της 19-2-1998 και κατά την συζήτηση στο 11° Τμήμα του παρόντος Δικαστηρίου των συνεκδικαζομένων παραπάνω αντίθετων εφέσεων να δικασθούν ερήμην οι παραπάνω εντολείς του εναγομένου, να επιδοθεί δε η με αρ. 6408/1998 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών βάσει της οποίας απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτος η προαναφερθείσα από 19-11-1997 έφεση των εντολέων του εναγομένου ενώ έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση των παραπάνω εναγόντων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη με αρ. 2298/97 οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρατήθηκε η από 30-8-1995 παραπάνω αγωγή που έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και επεδικάσθησαν σ' αυτούς μείζονα ποσά εκείνων τα οποία πρωτοδίκως τους είχαν επιδικαστεί.
Συγκεκριμένα υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι-εντολείς του εναγόμενου να καταβάλουν ο καθένας σε ολόκληρον στην 1η ενάγουσα το ποσόν των 7.490.220 δρχ., στους 2η και 3η των εναγόντων το ποσόν των 5.000.000 δρχ. σε καθεμία, και στους 40, 50 60, 7η και 8η των εναγόντων το ποσόν των 2.000.000 δρχ. στον καθένα, νομιμοτόκως. Η παραπάνω ερημοδικία των εντολέων του εναγομένου εγένετο αντιληπτή από τον τελευταίο μετά μια εβδομάδα περίπου από την δικάσιμο της 19-2-1998, ερεύνησε αυτός την αιτία της ερημοδικίας, και τότε αντελήφθη το πρώτον ότι παρέβλεψε την γενομένη από τον ενάγοντα σημείωση της δικασίμου συζήτησης των παραπάνω αντίθετων εφέσεων στις τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του γραφείου του, του έτους 1997 και την εκ σφάλματος των παραπάνω προσώπων του γραφείου του και του ιδίου κατά την αντιπαραβολήν μεταφορά της σημείωσης στο καινούριο ημερολόγιο έτους 1998.
Ουδέποτε ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι υπεύθυνος των επιδίκων παραλείψεων ήταν ο ενάγων και περαιτέρω ουδέποτε προσπάθησε να μεταθέσει τις ευθύνες σε κάποιον άλλον, ούτε και στον ενάγοντα. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι ο εναγόμενος ενόψει της δημιουργηθείσης παραπάνω καταστάσεως που είχε "δυσμενείς οικονομικές κυρίως συνέπειες σε βάρος των εντολέων του και σε ύστατη προσπάθεια υποστήριξης των συμφερόντων τους, ιδιαίτερα της πελάτιδός του τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "PEARL ASSURANCE PUBLIC LIMITED COMPANY" η οποία και θα κατέβαλε τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις, άσκησε κατά της παραπάνω με αρ. 6408/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών την από 24-7-1998 αίτηση αναιρέσεως, την οποία ο ίδιος ο εναγόμενος συνέταξε και υπέγραψε και στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα, στις σελίδες 101 και 102 του δικογράφου αυτού που διέλαβε αυτός προκειμένου να αιτιολογήσει τον λόγον για τον οποίον οι πελάτες του-αναιρεσείοντες κατά την συζήτηση της υποθέσεώς των ενώπιον του Εφετείου, είχαν δικασθεί ερήμην: "...Πράγματι η αναβολή αυτή ζητήθηκε στο ακροατήριο από τον υπογράφοντα την έφεσή μας συνεργάτη τότε του πληρεξούσιου δικηγόρου μας ...
δόθηκε και με την συναίνεση και της πληρεξούσιας δικηγόρου των αντιδίκων. Επανερχόμενος αυτός τότε (20-11-1997)
στο
γραφείο τους
ενημερώνοντας τότε και τον εδώ υπογράφοντα περί του ότι δόθηκε η αναβολή (όχι όμως και για τη δικάσιμο των δύο [νέας ως προς την έφεση των αντιδίκων] εφέσεων), σημείωσε στο πολύ μικρό κενό του συνοπτικότατου για το έτος 1998 ημερολογίου που υπήρχε στο γραφείο του, ότι η συζήτηση των δύο ανωτέρω αντίθετων εφέσεων....
Προσδιορίστηκε στη δικάσιμο της 19.2.1998, λησμόνησε όμως να σημειώσει τούτο και στο αντίστοιχο αναλυτικότερο ημερολόγιο του έτους 1998, όπως δεν το σημείωσε και αργότερα, κατά τον αναλυτικό έλεγχο και την πλήρη συμπλήρωση του αναλυτικού ημερολογίου του έτους 1998. Έτσι διέλαθε ακολούθως της προσοχής του υπογράφοντας της έφεσής μας (τότε συνεργάτη του εδώ υπογράφοντα) ο στις 19.2.1998 προσδιορισμός των δύο ανωτέρω αντίθετων εφέσεων, με αποτέλεσμα να συζητηθούν τότε (19.2.1998) ερήμην μας οι δυο ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, αφού ο εδώ υπογράφων δεν γνώριζε καν ότι είχαν προσδιοριστεί για τότε (19.2.1998), πράγμα που πληροφορήθηκε από τον υπογράφοντα την έφεσή μας (τότε συνεργάτη του) λίγες ημέρες μετά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε και, δια τούτου, ζήτησε τηλεφωνικώς από την πληρεξούσια δικηγόρο των αντιδίκων να συναινέσει (εφόσον βέβαια θα συναινούσε και ο αρμόδιος Πρόεδρος Εφετών) να καταθέσουμε εμείς τυπικές και μόνον προτάσεις, ώστε να μην δικαστούμε ερήμην, πράγμα όμως που εκείνη απέκρουσε.
Σημειώνεται ότι, εξαιτίας και των ανωτέρω περιστατικών λίγες ημέρες αργότερα διακόπηκε η συνεργασία του εδώ υπογράφοντα πληρεξούσιου δικηγόρου μας με τον ανωτέρω υπογράφοντα την έφεσή μας τότε συνεργάτη του, ο οποίος τότε αποχώρησε από το γραφείο του εδώ υπογράφοντα...". Στο προαναφερθέν κείμενο δεν γίνεται μεν ρητή αναφορά του ονόματος του ενάγοντος πλην όμως από τα στοιχεία που αναφέρονται είναι ευχερές για οποιονδήποτε ασχολήθηκε με την υπόθεση αυτή (διαδίκους, δικηγόρους τους, δικαστές που δίκασαν την υπόθεση αυτή) να αντιληφθεί ότι το δικόγραφο αυτό στις σελίδες 101 και 102 αυτού αφορά τον ενάγοντα, που ως δικηγόρος, λόγω απουσίας του εναγομένου εκτός Αθηνών, για τις παραπάνω αναφερόμενες επαγγελματικές του υποχρεώσεις στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας και Πρωτοδικείο Καλαμάτας, υπέγραψε την από 19-11-1997 έφεση.
Με το εν λόγω κείμενο αποδίδονται στον ενάγοντα οι πλημμέλειες του ότι: 1) δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο για τη δικάσιμο της 19-2-1998 όπου θα συνεκδικάζονταν οι δυο αντίθετες εφέσεις, 2) ότι την εν λόγω αναβολή σημείωσε στο πολύ μικρό κενό του συνοπτικότατου ημερολογίου για το έτος 1998, που υπήρχε στο γραφείο του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά ο ενάγων, αφού υπήρχαν όπως υπονοεί και άλλα ημερολόγια στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, 3) λησμόνησε να καταχωρήσει την δικάσιμο της 19-2-1998 στο καινούριο ημερολόγιο του 1998, ως δήθεν υπόχρεως προς τούτο, 4) ότι όντας απρόσεχτος δεν φρόντισε να παρασταθεί κατά την συζήτηση, των αντιθέτων εφέσεων στις 19-2-1998, 5) ότι δεν ενημέρωσε για την καινούρια δικάσιμο τον εναγόμενο και ότι συνεπώς ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την ερημοδικία των πελατών του εναγομένου και 6) ότι εξαιτίας του πλημμελούς παραπάνω χειρισμού της υπόθεσης ο ενάγων αποπέμφθηκε από το γραφείο του εναγομένου και διακόπηκε η συνεργασία τους.
Οι κρίσιμοι παραπάνω ισχυρισμοί που αναφέρθηκαν στο δικόγραφο της από 24-7-1998 αιτήσεως αναιρέσεως και που έγιναν ευρέως γνωστοί, ήσαν αναληθείς, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, καθόσον ο ίδιος χειριζόταν προσωπικά- όλες τις υποθέσεις των εντολέων του, μεταξύ των οποίων και των προαναφερθέντων, είχε προσωπικά ο ίδιος παρασταθεί κατά την συζήτηση της εν λόγω υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, όπου και εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αρ. 2298/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επιπλέον ο ίδιος είχε επιμεληθεί για την σύνταξη της έφεσης και δεν παραστάθηκε προσωπικά κατά την συζήτησή της στο Εφετείο, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων εκτός Αθηνών στις 18, 19 και 20 Νοεμβρίου 1997, όπως προαναφέρθηκε, γιαυτό και ανέθεσε στον συνεργάτη του δικηγόρο-τον ενάγοντα να ?υπογράψει και να καταθέσει την έφεση αυτή των εντολέων του και να παρασταθεί στις 20-11-1997 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, για να ζητήσει αναβολή της συζήτησης της αντίθετης έφεσης των εναγόντων προκειμένου αυτές (εφέσεις) να συνεκδικαστούν.
Εξάλλου, ο εναγόμενος γνώριζε ότι ο ενάγων τον είχε ενημερώσει προφορικά για την ημερομηνία στην οποία προσδιορίστηκαν για να συζητηθούν οι δυο αντίθετες εφέσεις, επίσης γνώριζε ότι αυτός (ενάγων) καταχώρησε πρόχειρα τη δικάσιμο των δυο εφέσεων στις 19-2-1998 στα τελευταία φύλλα του ημερολογίου του έτους 1997, δίπλα από την ημερομηνία της 19ns Φεβρουαρίου 1998 (το έτος 1998 είχε γίνει με χειρόγραφη διόρθωση του έντυπου ψηφίου επτά (7) σε οκτώ (8) στο αναγραφόμενο στο επάνω μέρος της σελίδας έτους 1997), κατά την πρακτική που ακολουθούνταν στο γραφείο του εναγομένου, επιπλέον και ότι αυτός δεν είχε δυνατότητα να καταχωρήσει σε ημερολόγιο του 1998 την ορισθείσα δικάσιμο, διότι τέτοιο αναλυτικό ημερολόγιο του έτους 1998 δεν υπήρχε στο γραφείο του ενάγοντος τον Νοέμβριο τον 1997, περαιτέρω δε ότι ουδέποτε του είχε αναθέσει την μεταφορά των σημειώσεων και καταχωρήσεων που είχαν γίνει με τον τρόπο αυτό από το ημερολόγιο του 1997 στο αναλυτικό ημερολόγιο 1998 όταν εν τέλει το προμηθεύτηκε αρχές Ιανουαρίου 1998 και οι οποίες σημειώσεις αφορούσαν υποχρεώσεις του ενάγοντα κατά τη διάρκεια του έτους 1998 σε υποθέσεις πελατών του.
Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν ήταν αληθές το γεγονός ότι η επαγγελματική συνεργασία των διαδίκων διακόπηκε επειδή ο εναγόμενος θεωρούσε υπεύθυνο για την πλημμελή διεξαγωγή της παραπάνω υπόθεσης του συνεργάτη του. Η αλήθεια ήταν ότι ο ενάγων αποχώρησε από το δικηγορικό γραφείο του εναγομένου περί το τέλος Μαρτίου 1998 για λόγους ανεξάρτητους με την παραπάνω ερημοδικία των εντολέων του εναγομένου.
Συγκεκριμένως ουδέποτε ο τελευταίος ζήτησε από τον ενάγοντα να αποχωρήσει από το γραφείο του, αντίθετα ο ενάγων παραπονιόταν πολλάκις για ασυνέπεια του εναγομένου απέναντί του σε οικονομικά θέματα, τέλος δε Μαρτίου 1998 του ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να φύγει από το γραφείο του, αυτός προσπάθησε να τον μεταπείσει, αξίωσε από τον εναγόμενο μεγαλύτερες αποδοχές των μέχρι τούδε καταβαλλομένων που δεν δέχθηκε τελικά ο εναγόμενος.
Από τα ίδια παραπάνω αποδειχτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι τα παραπάνω αναφερόμενα, στην αίτηση αναιρέσεως, που συνέταξε ο εναγόμενος, ψευδή γεγονότα, δεν ήταν αναγκαίο να περιληφθούν στην εν λόγω αίτηση για την υποστήριξη τουλάχιστον σ' εκείνο το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης των συμφερόντων των εντολέων του και κυρίως για να δικαιολογήσει απέναντί τους το γεγονός της ερημοδικίας τους στην κατ' έφεση δίκη, αφού μάλιστα η πελάτισσά του ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "PEARL ASSURANCE PUBLIC LIMITED COMPANY" αξίωσε από τον ίδιο τον εναγόμενο προσωπικά και τελικά έλαβε το ποσόν των 6.000.000 δρχ.
κατόπιν συμβιβασμού, ως συμμετοχή του στην βλάβη που θεώρησε ότι της προκάλεσε το γεγονός της ερημοδικίας στην κατ' έφεση δίκη, αφού αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αντιδίκους της-ενάγοντες μεγαλύτερα ποσά αποζημίωσης, από τα αρχικώς σε πρώτο βαθμό επιδικασθέντα, λόγω του ότι τον θεωρούσε υπεύθυνο για την πλημμελή διεξαγωγή της υπόθεσης.
Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την ευθύνη του αυτή, αφού οι εντολείς ήταν προσωπικοί του πελάτες και ειδικότερα το παραπάνω ποσό το κατέβαλε ο ίδιος στην εντολέα του (ασφαλιστική εταιρεία) στα πλαίσια εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς αυτής. Τέλος, αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα για τον ενάγοντα περιστατικά, όπως εκτέθηκαν παραπάνω και περιέχονται στην από 24-7-1998 αίτηση αναιρέσεως που συνέταξε ο εναγόμενος και για την οποία με τα με αρ. 101/1999 πρακτικά συνεδριάσεως του Αρείου Πάγου που έγινε στις 7-5-1999 παραιτήθηκαν οι αναιρεσείοντες δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου-εναγομένου, καθόσον ο τελευταίος δεν πρόσεξε ότι οι προθεσμίες της ανακοπής ερημοδικίας στο Εφετείο και της άσκησης αναιρέσεως δεν έτρεχαν μαζί αλλά η δεύτερη (αναίρεση) άρχιζε μετά την λήξη της πρώτης, και τα οποία (περιστατικά) περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, είναι δυσφημιστικά για τον ίδιο (ενάγοντα) και μειωτικά της επαγγελματικής του φήμης, εικόνας του προσώπου του και υπόστασης ως δικηγόρου, αφού δημιουργούν, στους τρίτους που έλαβαν γνώση του περιεχομένου της αίτησης αναίρεσης, την εντύπωση ότι πρόκειται για ανεύθυνο και αμελή δικηγόρο που δεν εκτελεί με ευσυνειδησία τα καθήκοντά του, ο τρόπος δε αυτός της σκέψεως του ενεργήσαντος εναγομένου δεν ήταν αναγκαίος για την προστασία του δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος των πελατών του, γνωρίζοντας όμως την έλλειψη της εν λόγω αναγκαιότητας και εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει βαρύτατα την προσωπικότητα του ενάγοντος, την τιμή και την υπόληψή του ως ατόμου, αλλά και επαγγελματική του φήμη και έτσι ο τελευταίος να υποστεί σημαντική ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, την βαρύτητα της προσβολής του ενάγοντα, το πταίσμα του εναγομένου, της προσωπικής σχέσης των μερών, την συμπεριφορά του εναγομένου μετά την αδικοπραξία του, την έκταση της βλάβης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσόν των 7.000 ευρώ, το οποίο, μετά την στάθμιση των παραπάνω κατά νόμον στοιχείων κρίνει εύλογο και δίκαιο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Τα αυτά αφού δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα στηρίζει ο εναγόμενος με τους λόγους της εφέσεώς του.
Σύμφωνα με τα άρθρα 440 - 441 ΑΚ η ένσταση συμψηφισμού αποτελεί μέσο άμυνας, αποσκοπεί στη απόρριψη της αγωγής με την βολή ανταπαίτησης της οποίας πρέπει να εκτίθενται τα παραγωγικά στατικά. Προϋποθέσεις του συμψηφισμού είναι η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, το ομοειδές του αντικειμένου αυτών, η ύπαρξη εγκυρότητας και το ληξιπρόθεσμο και το επιτρεπτό αυτού.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να γίνει επικουρικά και να εξαρτηθεί από την απόρριψη της αγωγής. Στην ένδικη υπόθεση ο εναγόμενος παραδεκτά επαναφέρει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την έφεσή του, την και στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού κατά της επιδίκου απαιτήσεως, την ανταίτησή του κατά του ενάγοντος από 6.000.000 δρχ.
που κατέβαλε αυτός στην προαναφερθείσα ασφαλιστική εταιρία, εξαιτίας, όπως ισχυρίζεται, της από αμέλεια του ενάγοντος ατυχούς χειρισμού της σχετικής παραπάνω υποθέσεως, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί τελικά ο εναγόμενος να καταβάλει το προς συμψηφισμό ποσόν. Την εν λόγω ένσταση προβάλει επικουρικά για την περίπτωση της απόρριψης της ένδικης αγωγής του ενάγοντος.
Η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη διότι η ανταπαίτηση αυτή του εναγομένου, όπως προαναφέρθηκε, επήλθε συνεπεία ερημοδικίας της πελάτιδός του ασφαλιστικής εταιρίας κατ' έφεση και επιδικάσεως τελικά μεγαλύτερου χρηματικού ποσού αποζημιώσεως σε βάρος της, για την οποία αιτία υποχρεούτο αποκλειστικά ο εναγόμενος, ενώ η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, λόγω προσβολής της επαγγελματικής φήμης και της εν γένει εικόνας του ενάγοντος ως δικηγόρου από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου με την αναγραφή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, εν γνώσει της αναληθείας των ψευδών αναφερομένων εκεί περιστατικών." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος του διαπραχθείσα αδικοπραξία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914,932,920, 57 59 299 Α.Κ. 363 ,362 Π.Κ. που εφάρμοσε ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά τα οποία και ορθώς υπήχθησαν στο νόμο πληρούται το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και γεννάται ευθύνη του εναγομένου από αδικοπραξία καθόσον η ανωτέρω συμπεριφορά του και παράνομη είναι αλλά και υπαίτια και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος.
Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά το λοιπό μέρος οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι οι δι αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι περιλαμβάνονται σ'αυτή με επαρκή πληρότητα τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά τα οποία και θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή.
Συνεπώς το εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 450 παρ. 1 του Α.Κ. δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Κατ'ακολουθίαν η επικουρικά προβληθείσα ένσταση εκ μέρους του εναγομένου περί συμψηφισμού της ένδικης απαίτησης με την επικαλούμενη ανταπαίτησή του ύψους 6.000.000 δρχ. είναι απαράδεκτη αφού η απαίτηση του ενάγοντος προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο του εναγομένου. Το Εφετείο παρά την εσφαλμένη αιτιολογία με την οποία απέρριψε την ένσταση αυτή κατέληξε σε ορθό διατακτικό και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.
Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος διότι δεν παρατίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης με σαφήνεια τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κάθε μία από τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθ. 8,10,19,και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Οι λόγοι της αναίρεσης έβδομος και όγδοος είναι αόριστοι διότι ουδόλως παρατίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κάθε μία από τις επικαλούμενες πλημμέλειες από τους αριθ. αντίστοιχα 12,19, και 20του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και 1, 2,19,20 του ίδιου άρθρου και άρθρο 25 του Συντάγματος.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.
Α.Π. 17/95, Ολ. Α.Π. 62/90). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.
Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του (Α.Π.321/2002). Στη προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρόβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επικαλούμενος ειδικότερα τα εξής πραγματικά περιστατικά :
"Επειδή ο αντίδικος στρέφει την ένδικη αγωγή του εναντίον μου, (α) όχι μόνο χωρίς καμιά απολύτως αιτία, αλλά και (β) επειδή με αυτή επιδιώκει να ικανοποιήσει το άγνωστης σε μένα αιτιολογίας μίσος και πάθος του εναντίον μου, που δεν αποκαλύπτεται ούτε από την αγωγή του και ούτε από την εξώδικη δήλωσή του, συνεχίζοντας να υποκρύπτεται, ασκώντας τελείως καταχρηστικά και αποδυναμωμένα τα έναντι μου ψευδοδικαιώματά του, διότι απλούστατα (β1) επιδιώκει καταχρηστικώς να εισπράξει βεβαίωση του ήθους του τη στιγμή που ο ίδιος με τις ασύγνωστες αμέλειές του έγινε υπαίτιος, όχι μόνο να υποχρεωθώ να καταβάλω 6.000.000 δραχμές στην ασφαλιστική εταιρεία "Δ.
Α. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ Α.Ε." για συμμετοχή μου στην από την ερημοδικία του αντιδίκου προκληθείσα βλάβη της, αλλά και να τη χάσω από πελάτισσά μου τη στιγμή μάλιστα που κερδίζω τεράστιας αξίας και εξαιρετικά δύσκολες υποθέσεις της και παραταύτα αυτή δεν ξαναστέλνει οποιανδήποτε νέα υπόθεση στο γραφείο μου, και (β2) λησμονεί ο ίδιος την προστασία και τις γνώσεις και το κύρος που βρήκε και απόχτησε συνεργαζόμενος με το γραφείο μου επί 2,5 περίπου χρόνια, προσόντα που δυστυχώς φαίνεται ότι αγωνίζεται ο ίδιος να χάσει, και β3) επιδιώκει να κερδίσει, όσα προφανώς του λείπουν, με αγωγή που είναι αποδυναμωμένη αφού ο ίδιος γνώριζε από τις 21.2.1997 την υπαιτιότητά του και τι του καταμαρτυρούσα, τα οποία και, αποδεχόταν αμήχανος πράγματα τα οποία τα επανέλαβα και κατά του Απρίλη του 1997 στον προφανώς κατ' εντολή του επισκεφθέντα στο γραφείο μου πατέρα του (Κ.
Μ., φίλο μου από τα νεανικά μας χρόνια, χάρη σε παράκληση του οποίου πήρα τον αντίδικο συνεργάτη μου στο γραφείο μου), ο οποίος αμήχανος άκουσε τις τότε αιτιάσεις μου κατά του γιού του και προφανώς έκτοτε του τις μετέφερε, αλλά ο αντίδικος έκτοτε εφησυχάζει μακαρίως, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν έχω οποιαδήποτε ευθύνη για τις κατά του αντιδίκου αιτιάσεις μου, να μου δημιουργήσει έκτοτε με την απραξία του την εύλογη πεποίθηση ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να στραφεί εναντίο μου".
Η ένσταση αυτή δεν είναι νόμιμη καθόσον υπό τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την ανωτέρω έννοια του άρθρου 281 Α.Κ.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε μη νόμιμη την επαναφερθείσα με την έφεση ένσταση ενώπιόν του δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αλλά ούτε και παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γι'αυτό και ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό τους μέρος από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. (Ολ.ΑΠ 44/1990 Α.Π.343/2009). Κατ'ακολουθίαν ο δεύτερος και τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με την απόρριψη της ως άνω ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι απαράδεκτος διότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε όπως προαναφέρθηκε ως μη νόμιμη.
Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.γ' ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ ήμερες πριν από αυτή.
Από τη διάταξη αυτή η οποία εξαρτά το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση συνάγεται ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι αν τούτο δεν συμβεί η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης κατ'εκτίμηση μονό από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τους αριθ. 12, 14 και 19 που αναφέρονται στο αναιρετήριο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νομό δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις υπ. αριθ.... που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Λίτινα και προσκομίσθηκαν σ'αυτό από τον εναγόμενο προς ανταπόδειξη αλλά και για την απόδειξη των αυτοτελών ισχυρισμών του.
Οι τρείς πρώτες ένορκες βεβαιώσεις (σε σχέση με την πρωτόδικη δίκη) δόθηκαν μετά την από 4-10-2004 κλήση που επιδόθηκε στον ενάγοντα με την υπ. αριθ. 11767/4-10-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π. . Με την κλήση αυτή ο εναγόμενος κλήθηκε να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων που θα γινόταν με επιμέλεια του εναγομένου στις 7-10-2004 η μέρα Πέμπτη και ώρα 8.00 π.μ.
ενώπιον των παρακάτω συμβολαιογράφων : 1) της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας ?Λίνα..... στο γραφείο της στην Αθήνα, επί της οδού Ακαδημίας 76 και 2) της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Βελέντζα στο γραφείο της στην Αθήνα, οδός Αίολου αρ. 100 και 3)της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μαρίας Ζαφειροπούλου στο γραφείο της στα Καλύβια Αττικής, στην συμβολή των οδών Μακρυγιάννη 11 και 28ης Οκτωβρίου, άλλως, σε περίπτωση που οι ανωτέρω συμβολαιογράφοι ή οι εξετασθησόμενοι μάρτυρες (όπως είναι και το πιθανότερο) δεν μπορούσαν να βρίσκονται στα παραπάνω συμβολαιογραφικά γραφεία κατά την παραπάνω ημέρα και ώρα, η εξέτασή τους θα γίνει την ίδια ημέρα και ώρα: (7-10-2004, ημέρα Πέμπτη και ώρα 8.00) ενώπιον κάποιων ή κάποιας από τις παραπάνω συμβολαιογράφους που θα έχουν κληθεί γα βρίσκονται στο γραφείο του εναγομένου στην συμβολή των οδών ... και ... ..... Η τέταρτη και πέμπτη των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων ( σε σχέση με τη δευτεροβάθμια δίκη) δόθηκαν μετά την από 21-11-2005 κλήση του εναγομένου που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 23-11-2005 με την υπ. αριθ.587-Β/ 2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Μ.. Με την κλήση αυτή ο ενάγων κλήθηκε να παρασταθεί κατά την εξέταση των μαρτύρων που θα γινόταν: στο γραφείο του εναγομένου (συμβολή των οδών ... και ...):.......... α) στις 28 Νοέμβρη2005 ημέρα Δευτέρα και ώρα 19.30
ή και β) στις 29 Νοέμβρη 2005, ημέρα Τρίτη και ώρα 19.30' ή και γ) στις 30 2005, ημέρα Τετάρτη και ώρα 19.30' ενώπιον μίας εκ των δύο συμβολαιογράφων δηλαδή: 1) της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Αντωνίου Λίτινα (Ακαδημίας 76, 1ος όροφος, Αθήνα) και 2) της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Γ. Βελέντζα (οδός Αιόλου, αρ. 100, 6°ς όροφος, Αθήνα), που θα έχουν κληθεί να βρίσκονται στο γραφείο του εναγομένου".
Ο με τον ανωτέρω κατά διαζευκτικό τρόπο προσδιορισμός στη κλήση περισσότερων χρόνων αλλά και τόπων σε σχέση με τη πρώτη κλήση για την εξέταση των μαρτύρων δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ώστε να παρέχεται στον αναιρεσίβλητο η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στη προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ' Κ.Πολ.Δ. προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου γι'αυτό και οι δοθείσες παρά την έλλειψη αυτή ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, κατά τις οποίες και δεν παραστάθηκε ο ενάγων, είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα. Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις για τη συναγωγή του ανωτέρου αποδεικτικού πορίσματος δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. γι αυτό και ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το ως άνω άρθρο 254 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η συζήτηση που
επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτόν θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Εκ του λόγου ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται ως συνέχεια της προηγούμενης σε συνδυασμό και με το ότι κατ' αρθρ. 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται στο Εφετείο η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέπεται, πλην άλλων, ότι κατά τη συζήτηση αυτή κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση με την οποία το δικαστήριο διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης. (Ολ.
Α.Π. 30/1997, Α.Π. 378/2011, Α.Π.1336/2002). Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ότι το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας την από 15-6-2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1278/5005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την υπ. αριθ. 855/2006 απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης που είχε κηρυχθεί περατωμένη προκειμένου να εμφανιστούν και να εξεταστούν στο ακροατήριο οι διάδικοι ως προς τους αμφισβητούμενους πραγματικούς ισχυρισμούς τους.
Κατά τη συζήτηση που επακολούθησε μετά την ως άνω απόφαση στις 18-1-2007, ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε και επικαλέστηκε την υπ' αριθ. 639/12-1-2007 ένορκη βεβαίωση της Σ. Φ. που δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Αθηνών στις 12-1-2007 την οποία και έλαβε υπόψη του το Εφετείο και συνεκτίμησε για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του και την ένορκη αυτή βεβαίωση την οποία δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις που είχε καταθέσει ενώπιόν του ο αναιρεσίβλητος κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης χρόνο κατά τον οποίο ούτε και είχε ακόμη δοθεί δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθ. 11 β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
γι'αυτό και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2010 αίτηση του Ν. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4783/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ