1321/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 289/2006 τελεσίδικη και αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 14.9.2004 έφεση και οι από 17. 10. 2005 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 42/2004 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΚαρδίτσας, που είχε δεχθεί την από 19.5.2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την επισπευδόμενη σε βάρος της από την αντίδικό της αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1321/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1321/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2010, με την
παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εδρευούσης στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", νομίμως εκπροσωπουμένης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώην ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως - Ανώνυμος Εταιρία" (ΕΤΒΑ Α.Ε), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: εδρευούσας στην Καρδίτσα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ. Ε. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μίστρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαΐου 2003 ανακοπή (κατ' επιταγής) του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 289/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 289/2006 τελεσίδικη και αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 14.9.2004 έφεση και οι από 17. 10. 2005 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 42/2004 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΚαρδίτσας, που είχε δεχθεί την από 19.5.2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την επισπευδόμενη σε βάρος της από την αντίδικό της αναγκαστική εκτέλεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§3 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997? ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989? ΑΠ 864/2003? ΑΠ 1072-3/2005).
Επομένως ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε επιδίκασε δικαίωμα, λαμβάνοντας υπόψη περιστατικά που προέκυψαν μόνον από τις αποδείξεις και συγκροτούν νέα βάση του δικαιώματος ή μεταβάλλουν ανεπίτρεπτα την υπάρχουσα βάση του (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), είτε αρνήθηκε την επιδίκαση δικαιώματος με βάση περιστατικά καταλυτικά ή διακωλυτικά του δικαιώματος, που προέκυψαν επίσης από τις αποδείξεις και έγιναν δεκτά παρόλο που δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος με βάση περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα όσων έγινε επίκληση με αγωγή, ένσταση ή λόγο ανακοπής.
Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ' αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες και της αδράνειας του δικαιούχου η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001? ΟλΑΠ 7/ 2002? ΟλΑΠ 33/2005? ΑΠ 613/2008? ΑΠ 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία.
Εξάλλου όταν ο ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος έγινε δεκτός με βάση περισσότερα αυτοτελή περιστατικά, τα οποία συνολικά μόνον εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από αυτά αποτελεί πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1029/2006? ΑΠ 1703/2008), γι' αυτό και πρέπει να έχει γίνει παραδεκτή επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς η λήψη υπόψη τέτοιων περιστατικών, που προκύπτουν μόνο από τις αποδείξεις, ιδρύει, κατά τα προεκτεθέντα, τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Γεώργιου Καλομέρα, που νόμιμα μεταγράφηκε, η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) αγόρασε από την ΕΤΒΑ ΑΕ, η οποία απορροφήθηκε από την καθ'ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα), ένα γήπεδο με τις επ' αυτού κτηριακές εγκαταστάσεις που βρίσκεται στους ... και έχει έκταση 34.722,50 τ.μ. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 150.100.000 δραχμών και κατά την υπογραφή του συμβολαίου καταβλήθηκε ποσό 45.030.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 105.070.000 δραχμών πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη την 1.1.1996 και η τελευταία την 1.7.1998.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η ως άνω πώληση τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της πλήρους αποπληρωμής του τιμήματος και ότι σε περίπτωση καθυστερήσεως έστω και μιας δόσης η πωλήτρια θα έχει δικαίωμα με μονομερή δήλωσή της να θεωρήσει ότι η αίρεση αυτή πληρώθηκε με αποτέλεσμα την ανατροπή των αποτελεσμάτων της πώλησης και την επάνοδο της κυριότητας, νομής και κατοχής του ως άνω πωληθέντος ακινήτου σ' αυτήν ή να θεωρήσει ότι δεν συμφωνήθηκε η ως άνω αίρεση και να επιδιώξει την είσπραξη του πιστωθέντος κατά τα ανωτέρω τιμήματος.
Η ανακόπτουσα, εκτός του ως άνω ποσού των 45.030.000 δραχμών, που κατέβαλε κατά την υπογραφή του συμβολαίου, κατέβαλε επίσης στις 3.1.1996 δραχμές 23.910.375, την 1.7.1996 δραχμές 25.371.990, στις 24.10.1997 δραχμές 10.000.000, στις 7.11.1997 δραχμές 10.000.000, στις 4.9.1998 δραχμές 10.000.000, στις 6.11.1998 δραχμές 25.000.000, στις 26.5.1999 δραχμές 7.000.000, στις 29.7.1999 δραχμές 15.000.000 και στις 18.11.1999 δραχμές 20.000.000, δηλαδή κατέβαλε συνολικά ποσό 191.312.363 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο που απέμεινε στις 31.12.1999, σύμφωνα με τον προσαγόμενο λογαριασμό της καθ' ης, ανερχόταν στο ποσό των 38.081.161 δραχμών.
Η πωλήτρια τράπεζα στις 31.3.1999 επέδωσε στην ανακόπτουσα αγοράστρια την από 25.3.1999 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία καλούσε την αγοράστρια να υπογράψει συμβολαιογραφική πράξη πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως, σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί στο ως άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας και αφού η τελευταία δεν έστερξε στην υπογραφή της πράξης αυτής, η πωλήτρια προχώρησε μονομερώς, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση πωλήσεως, στη σύνταξη της υπ' αριθ. ...
πράξης πληρώσεως διαλυτικής αιρέσεως ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου. Στην κατάρτιση της ως άνω πράξης προέβη η πωλήτρια καθυστερημένα, αφού ήδη από 1.1.1997 είχε πληρωθεί η ως άνω διαλυτική αίρεση και είχε από τότε η αγοράστρια καταστεί υπερήμερη περί την καταβολή της δόσης αυτής, ενώ η τελευταία δόση ήταν καταβλητέα την 1.7.1998.
Έτσι ενώ θα έπρεπε η αγοράστρια να θεωρήσει ότι πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση την 1.1.1997, οπότε η ανακόπτουσα κατέστη υπερήμερη περί την καταβολή της δόσης αυτής και να επιδιώξει την εκτέλεση του συμβολαίου αγοραπωλησίας, ζητώντας την απόδοση του ακινήτου σ' αυτήν, παρά ταύτα η πωλήτρια αδράνησε και δέχθηκε μετά την ως άνω πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως καταβολές ποσών 10.000.000 δραχμών στις 24.10.1997, 10.000.000 δραχμών στις 7.11.1997, 10.000.000 δραχμών στις 4.9.1998, 25.000.000 δραχμών στις 6.11.1998.
Αλλά και μετά την κατάρτιση της ως άνω πράξης πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως η πωλήτρια δέχθηκε καταβολές στις 26.5.1997 7.000.000 δραχμών, στις 29.7.1999 15.000.000 δραχμών και στις 19.11.1999 20.000.000 δραχμών. Με την ως άνω συμπεριφορά της η πωλήτρια ΕΤΒΑ ΑΕ δημιούργησε την εντύπωση στην αγοράστρια ανακόπτουσα ότι δεν θα ασκήσει τα εκ της πληρώσεως της ως άνω διαλυτικής αιρέσεως δικαιώματά της και θα αρκεσθεί μόνον στην είσπραξη του τιμήματος, το οποίο κατά το μεγαλύτερο μέρος καταβλήθηκε κατά τα ανωτέρω μετά την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως και το οποίο καταβληθέν τίμημα παρακρατεί η καθ' ης ως ποινική ρήτρα και εύλογη αποζημίωση.
Παράλληλα η ανακόπτουσα, η οποία αγόρασε το ως άνω γήπεδο με τις επ' αυτού κτηριακές εγκαταστάσεις για να το χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο εκκοκισμού βάμβακος, δαπάνησε για την ασφαλτόστρωση του περιβάλλοντος χώρου και την κατασκευή διώροφου κτηρίου 400 τ.μ., για γραφεία της επιχείρησης, πάνω από 100.000.000 δραχμές, ενώ επιπλέον εγκατέστησε πλήρες υπερσύγχρονο συγκρότημα εκκοκίσεως βάμβακος, αξίας πλέον των 500.000 δραχμών.
Όλα αυτά έγιναν υπό τα όμματα και τις ευλογίες των αρμόδιων οργάνων της πωλήτριας τράπεζας και η μετά ταύτα αποβολή της ανακόπτουσας θα έχει δυσβάστακτες γι' αυτήν συνέπειες. Εν όψει των ανωτέρω η επιδίωξη της καθ' ης να αποβάλει την ανακόπτουσα με την προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση κρίνεται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους της κατά της υπ' αριθ. 42/ 2004 απόφασης του ΜονΠρΚαρδίτσας, που είχε δεχθεί την ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει την επισπευδόμενη σε βάρος της από την αντίδικό της αναγκαστική εκτέλεση, κρίνοντας ότι "πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος της ένδικης ανακοπής και ως βάσιμος κατ' ουσίαν, αφού είναι πλήρως ορισμένος, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του όλου δικογράφου της ένδικης ανακοπής, αλλά και νόμω βάσιμος και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση".
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για να κρίνει τελικά ως καταχρηστική την αναγκαστική εκτέλεση, που η ίδια επέσπευσε κατά της αντιδίκου της, δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι οι επωφελείς δαπάνες μεγάλου ύψους της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο, που αυτή αγόρασε από την ΕΤΒΑ ΑΕ, έγιναν " υπό τα όμματα και τις ευλογίες της πωλήτριας", μολονότι στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής δεν αναφέρεται αυτό, αλλά απλώς ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) γνωρίζει, δηλαδή κατά το μεταγενέστερο χρόνο της επισπευδόμενης απ' αυτή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αντιδίκου της, την πραγματοποίηση απ' αυτή των σχετικών δαπανών για την κατασκευή διώροφου κτηρίου στο ακίνητο, τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του και για την εγκατάσταση εκεί υπερσύγχρονου συγκροτήματος για την εκκόκιση βάμβακος.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει πράγματι ότι ο έκτος λόγος της έχει μόνο την παραπάνω περιορισμένη αναφορά γνώσης της αναιρεσίβλητης, ενώ αντίθετα στην προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά ήδη επισκοπήθηκε, υπάρχει η ευρύτερη παραδοχή ότι οι επωφελείς δαπάνες της αναιρεσίβλητης στο ακίνητο, που αγόρασε από την ΕΤΒΑ ΑΕ, έγιναν " υπό τα όμματα και τις ευλογίες της πωλήτριας".
Η παραδοχή αυτή στηρίζεται στις αποδείξεις και υπήρξε ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, αφού μόνο μετά και την παραδοχή αυτή το Εφετείο έκρινε καταχρηστική την επισπευδόμενη από την αναιρεσείουσα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Δηλαδή το Εφετείο δεν αρκέσθηκε για να δεχθεί την ύπαρξη κατάχρησης στο γεγονός και μόνον ότι η πωλήτρια συνέχισε και μετά την 1.7.1997, που υπήρξε καθυστέρηση στην πληρωμή από την αναιρεσίβλητη των δόσεων του πιστωθέντος τιμήματος, να δέχεται αδιαμαρτύρητα απ' αυτή ακανόνιστες καταβολές έναντι του τιμήματος και μάλιστα και μετά την κατάρτιση της πράξης πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, δίνοντας έτσι εύλογα στην αναιρεσίβλητη την εντύπωση ότι δεν θα επικαλεσθεί και στο μέλλον τα δικαιώματά της από την διαλυτική αίρεση, αλλά συνδύασε το γεγονός αυτό και με την πραγματοποίηση "υπό τα όμματα και τις ευλογίες της πωλήτριας" μεγάλων δαπανών από την αναιρεσίβλητη στο ακίνητο που αγόρασε, μ' αποτέλεσμα, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενεργοποίηση της διαλυτικής αίρεσης σε χρόνο που η αναιρεσίβλητη είχε ήδη προβεί καλόπιστα στις δαπάνες αυτές να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και να καθιστά συνακόλουθα καταχρηστική την αναγκαστική σε βάρος της εκτέλεση με στόχο την αποβολή της από το παραπάνω ακίνητο.
Έτσι όμως το Εφετείο έλαβε υπόψη περισσότερα αυτοτελή περιστατικά κατάχρησης και μάλιστα συνολικά τα εκτίμησε προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη κατάχρησης, μολονότι ως προς το περιστατικό της διενέργειας "υπό τα όμματα και τις ευλογίες της πωλήτριας" μεγάλων δαπανών από την αναιρεσίβλητη στο ακίνητο που αγόρασε, δεν υπήρξε απ' αυτή αντίστοιχη επίκληση με τον έκτο λόγο της ένδικης ανακοπής της, ενώ και χρονικά διαφοροποιείται το περιστατικό αυτό από το αναφερόμενο στον ίδιο λόγο της ανακοπής περιστατικό της μεταγενέστερης γνώσης από την αναιρεσείουσα των ως άνω δαπανών ήδη κατά το χρόνο της επισπευδόμενης απ' αυτή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αντιδίκου της.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε κατά τα προεκτεθέντα στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρ.559 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης να γίνει αυτή δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου και του δεύτερου των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς αντίστοιχα 9 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§2, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 289/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ