Legislator Case Law & Legislation
1321/2010 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against court's finding of superior employee's qualifications for promotion. The court rejects the appeal as unfounded and orders the bank to pay legal costs.

Case Number 1321/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an internal promotion dispute. The bank argued the court erred by accepting unproven claims about the employee's duties, but the court found the lower court based its decision on a comprehensive evaluation of all submitted evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the bank was ordered to pay the employee's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 33 et seq. of the Bank's Organization Law; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the acceptance of unproven facts without evidence is inadmissible if the lower court reached its conclusion through a reasoned evaluation of the entire evidentiary record presented by the parties.

Keywords

AI generated
administrative promotion internal selection unproven facts evidentiary evaluation civil appeal legal costs employment law

Cited Legislation

AI generated
Articles 33 et seq. of the Organization of the Agricultural Bank of Greece Law
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1321 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1321/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2788/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης, από 8-12-2008 αιτήσεως της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 2788/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 33 επ. 100 παρ. 1, εδ. α-γ, 102, 103, 104 παρ. 1 εδ. α, 106 παρ. 3 εδ. α και 107 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 270/1973, κυρώθηκε με το ν.δ 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Υποδιευθυντή στο βαθμό του Διευθυντή, γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή, από το διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας, ύστερα από πρόταση του Διοικητή της, μεταξύ των Υποδιευθυντών, που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον ένα χρόνο στο βαθμό.

Το συμβούλιο αποφαίνεται, με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που ειδικότερα αναφέρονται στα άρθρα 101-104 του Οργανισμού ΑΤΕ και είναι, τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό, και κάθε, κατά την κρίση του συμβουλίου, χρήσιμο για την αξιολόγηση των κρινόμενων στοιχείο.

Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται οι υπάλληλοι εκείνοι που διακρίνονται μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και το χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσόντα συνεκτιμώμενα πάντως με την αρχαιότητα τόσο τη γενική (χρόνος προσλήψεως) όσο και την ειδική (στον κατεχόμενο βαθμό), τις εκθέσεις και τη βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ποιότητας.

Η κρίση δε του διοικητικού συμβουλίου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια μόνο κατά τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ δηλ. αν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστεως, των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, παρέλειψε να προαγάγει υπάλληλο που καταφανώς υπερτερεί ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι, έστω και ενός, προαχθέντος συναδέλφου του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από το δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως.

Μέσω του λόγου αυτού, ελέγχεται, μεταξύ άλλων και η αοριστία της αγωγής. Τέλος, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει, εκτός από τα στοιχεία, που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι είναι υπάλληλος της εναγόμενης Τράπεζας, με την οποία συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι από το έτος 1995 κατέχει τον βαθμό του Υποδιευθυντή. Ότι η εναγομένη, κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος και ειδικότερα των οργάνων, που την αντιπροσώπευαν, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή κρίσεις, παρέλειψε να τον προαγάγει στον βαθμό του διευθυντή, αν και υπήρχε κενή οργανική θέση και ο ίδιος διέθετε τα αναφερόμενα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ προήγαγε τους αναφερομένους στην αγωγή προς σύγκριση υπαλλήλους της, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς, ως προς τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα.

Με βάση αυτά, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα του, προς προαγωγή στον βαθμό του διευθυντή από την 27-4-2001, άλλως από τις επόμενες κρίσεις. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή ήταν ορισμένη, καθόσον περιείχε όλα τα κατά νόμο στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε σην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ.

β' ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Ναι μεν κατά τις διατάξεις των άρθρων 101 επ. του στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενου Κανονισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, μία από τις προϋποθέσεις, για την προαγωγή κάποιου σε ανώτερο βαθμό είναι και η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, πλην η προϋπόθεση αυτή πρέπει να συντρέχει, κατά την διενέργεια των προαγωγών, όχι, όμως και όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος, ενώ διέθετε τα προς προαγωγή προσόντα, καταχρηστικά παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές αυτές, καθόσον στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο κρίνει μόνο αν υπήρχαν, γενικά, οι προϋποθέσεις προαγωγής του αναιρεσίβλητου (μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη-τότε- κενής οργανικής θέσης) και αν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. , χωρίς να κρίνει, περαιτέρω, σε ποια ειδικότερα οργανική θέση έπρεπε να τοποθετηθεί, αφού αυτό είναι ζήτημα, αναγόμενο στη δικαιοδοσία του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "η συγκεκριμένη θέση, που κάλυπτε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου, ώστε να κριθεί η αγωγή ως προς το στοιχείο της καταλληλότητας εκάστου, για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9γ' ΚΠολΔ., η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αίτημα της αναιρεσείουσας, για εξέταση ισχυρισμών της, σχετικά με τα προσόντα και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο των υπαλλήλων της (και επομένως και του αναιρεσιβλήτου), προκειμένου να προαχθούν σε διευθυντικές θέσεις και θέσεις εμπιστοσύνης. Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθ. 9γ ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "αίτηση", κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αίτημα για εξέταση πραγματικών ισχυρισμών, που δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως..

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 58, 78, 87, 98, 100, 101 εδάφια α, β και γ, 102, 103, 104 παρ.2, 105, 106, 107, 110, 111, 114, 115 παρ.1 του Οργανισμού λειτουργίας των Υπηρεσιών της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, όπως ίσχυαν στα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 και 2005, ο Οργανισμός αυτός δε, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 α.ν. 430/1968 (ΦΕΚ Α. 114), δημοσιεύθηκε δια της 226698/1980/6.3.1973 αποφάσεως του (αρμοδίου) Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β. 389/2.4.1973), κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 (ΦΕΚ Α. 270) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ ολ. 851/1981 ΝοΒ 30. 443, ΑΠ 1785/1987 ΕεργΔ 48. 120), η προαγωγή μονίμου υπαλλήλου του Κύριου Προσωπικού της Τράπεζας, στο βαθμό του Διευθυντή [ανώτατου υπαλλήλου], σε κενή οργανική θέση, ενεργείται, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, μόνο κατ' απόλυτη εκλογή, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από σύγκριση όσων έχουν συμπληρώσει ενός έτους ευδόκιμη [τουλάχιστον "επαρκή"] υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό του Υποδιευθυντή [ανώτατου υπαλλήλου].

Το Διοικητικό Συμβούλιο, αποφαινόμενο κατ' ελεύθερη κρίση, λαμβάνει υπ' όψη τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του υπαλλήλου, που κρίνεται [αναφορικά με τον χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα, τις ηθικές αμοιβές (εύφημος μνεία, ευαρέσκεια," έπαινος) και τις εκθέσεις των προϊσταμένων, την επιτυχή μετεκπαίδευση, τα Φύλλα Ποιότητος ή Δελτία Αξιολογήσεως από το έτος 2000, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και τον χρόνο πραγματικής του υπηρεσίας], τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες και κάθε χρήσιμο, κατά την κρίση του, στοιχείο ή έγγραφο.

Τα κριτήρια προσδιορισμού της ποιότητος του υπαλλήλου είναι, κυρίως, η γενική κατάρτιση και μόρφωση (τυπική και ουσιαστική), η υπηρεσιακή κατάρτιση, το υπηρεσιακό ενδιαφέρον και ο ζήλος, η ευφυΐα, η κρίση και τα εν γένει πνευματικά προσόντα σε σχέση με την υπηρεσία, η ποσοτική απόδοση, η ποιοτική απόδοση και επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών (ή ξένης γλώσσας), η διοικητική ικανότητα, επιθυμητή πρωτοβουλία, ακτινοβολία επί υφισταμένων και ομοιβάθμων, η συμπεριφορά και η ικανότητα συνεργασίας.

Με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, ο προσδιορισμός της ποιότητος του υπαλλήλου γίνεται δια των χαρακτηρισμών "άριστος" [μονάδες από 370 και πάνω] ή "λίαν επαρκής" [μονάδες από 300 μέχρι 369] ή "επαρκής" [μονάδες από 230 μέχρι 299] ή "μέτριος" [μονάδες από 180 μέχρι 229] ή "ανεπαρκής" [μονάδες από 179 και κάτω]. Πειθαρχικά αδικήματα του υπαλλήλου είναι (και) η καταδολίευση των συμφερόντων της Τραπέζης με σκοπό προσπορίσεως αθεμίτου οφέλους υπέρ του ιδίου (υπαλλήλου) ή τρίτου και γενικώς κάθε πράξη ή παράλειψη, που μπορεί να επιφέρει ζημία στην Τράπεζα.

Πειθαρχική ποινή είναι (και) το πρόστιμο μέχρις αποδοχών ενός μηνός. Προάγονται, κατ' απόλυτη εκλογή, στον παραπάνω βαθμό, εκείνοι, που έχουν διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων τους, για τον χαρακτήρα και το ήθος και έχουν επιδείξει, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, ακόμη, έχουν προσφέρει, με πρωτοβουλία τους, ετοιμότητα και ζήλο, εξαιρετικές υπηρεσίες.

Η ουσιαστική αυτή κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τραπέζης, που λειτουργεί, για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, για υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά ταύτα, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς -προφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΕΙ, είναι παράνομη και, συνεπώς, άκυρη (άρθρα 174, 180 ΑΚ).

Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή (και) προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της αποφάσεως, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί [άρθρο 12 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250)].

Ο εναγόμενος - εργοδότης δικαιούται να προτείνει τον ισχυρισμό ότι ορισμένος ή ορισμένοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος εργαζομένου υπερέχουν απλώς από εκείνον (ενάγοντα), ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα και ότι θα είχαν προαχθεί, αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι υπάλληλοι, που ο ενάγων προτείνει για σύγκριση στην αγωγή.

Πρόκειται για διακωλυτική ένσταση (άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως και της προαγωγής των συναδέλφων του ενάγοντος, που τους προτείνει προς σύγκριση, με, την αγωγή, διακωλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του στην άσκηση της αγωγής και θεμελιώνεται στα άρθρα 914, 330 ΑΚ ( Ολ.

ΑΠ 32|2002, Ολ. Α.Π. 14|1998). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος Ψ έχει προσληφθεί από την εκκαλούσα ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ [Α.Τ.Ε. ΑΕ], με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, η οποία διέπεται από τον Οργανισμό λειτουργίας των Υπηρεσιών της, ως υπάλληλος, του Κύριου Προσωπικού της, στον Κλάδο Οικονομικών, με το βαθμό του Υπολογιστή, την 16.10.1972 [Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα - Γ.Υ.Α.].

Εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατέχει από 28.6.1995 [Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα -Ε.Υ.Α.]. Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης / Α.Β.Σ.Θ. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς πτυχίο [βαθμολογείται από την εκκαλούσα με (8)]. Παρακολούθησε (9) επιμορφωτικά σεμινάρια σε θέματα τραπεζικών εργασιών [τρία στο χρονικό διάστημα 12.1.1987 - 17.2.1987, ένα στο χρονικό διάστημα 21.1.1991 - 25.1.1991, ένα στο χρονικό διάστημα 3.1. 1995 - 8.2.1995, ένα στο χρονικό διάστημα 23.2.1998-27.2.1998, ένα στο χρονικό διάστημα 6.12.1999 - 7.12.1999, ένα την 2.12.2001 και ένα στο χρονικό διάστημα 17.11.2003 - 22.11.2003].

Συμμετείχε, για τραπεζικά θέματα, σε (5) Ειδικές Επιτροπές και σε (2) Ομάδες Εργασίας [σε τέσσερις Ειδικές Επιτροπές ως Αναπληρωτής Προέδρου, σε μία Ειδική Επιτροπή ως Πρόεδρος και στις Ομάδες Εργασίας ως υπεύθυνος συντονιστής, ακόμη, τέσσερις Ειδικές Επιτροπές έγιναν μέχρι 27.4.2001 και μία Ειδική Επιτροπή έγινε στο έτος 2003, ενώ οι Ομάδες Εργασίας έγιναν στο έτος 2004].

Εκπροσώπησε την εκκαλούσα στην υπογραφή συμβάσεων, με αλλοδαπές εταιρίες [από 28.3.2001 σύμβαση, ποσού 15.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., προς την COMPANY BRETTONE ARMANMENT S.A για την αγορά σκαφών, από 12.2.2003 σύμβαση, ποσού 5.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., προς την STANTON NAVIGATION LIMITED AND COSTAMARE SHIPPING COMPANY S.A για την εξαγορά ναυτιλιακού δανείου, σύμβαση συμπληρωματική κοινοπρακτικού δανείου προς την FESTIVAL CORPORATION, ύστερα από την 934/35384/17.6.2003 έγγραφη εντολή της εκκαλούσας].

Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων στο Κατάστημα ... [23.2.1977 - 26.4.1979], Προϊστάμενος Γραφείου Μεσοπρόθεσμων Δανείων στο Κατάστημα .... [27.4.1979 - 29.3.1981], Προϊστάμενος Γραφείου Δικαστικού και Ρευστοποιήσεως στο Κατάστημα ... [30.3.1981 5.10.1983], Βοηθός Επιθεωρητή στην Κεντρική Διεύθυνση Επιθεωρήσεως [7.3.1984 - 21.10.1985], Επιθεωρητής στην Κεντρική Διεύθυνση Επιθεωρήσεως [22.10.1985 - 28.1.1992, καθήκοντα ισότιμα με εκείνα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υποδιευθύνσεως, κατά την 147/13.7.1993 εγκύκλιο της εκκαλούσης], Ελεγκτής στο Κατάστημα ...[29.1.1992 - 28.12.1993, υπηρεσία, που ακυρώθηκε με την 307/1993 απόφαση, αμετάκλητη ήδη, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά ταύτα, η υπηρεσία αυτή θεωρείται ως υπηρεσία Επιθεωρητή στην Κεντρική Διεύθυνση Επιθεωρήσεως], Επιθεωρητής στην Κεντρική Διεύθυνση Επιθεωρήσεως [29.12.1993 - 27.1.1994], Προϊστάμενος Τμήματος Επιθεωρητών Φορέων της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως [28.1.1994 - 2.7.1995], Επιθεωρητής, με το βαθμό του Υποδιευθυντή, στην Κεντρική Διεύθυνση Επιθεωρήσεως [3.7.1995 - 13.7.1999, καθήκοντα ισότιμα με εκείνα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υποδιευθύνσεως, κατά τα παραπάνω], Υποδιευθυντής στο Κατάστημα ... [από την 14.7.1999] με καθήκοντα Διευθυντή στα χρονικά διαστήματα 14,7.1999-20.8.1999, 1.12.2000-22.11.2001,20.2.2003-15.3.2003, 12.10.2003- 16.11.2004, 30.5.2005 -3.6.2005, την 6.6.2005, 8.7.2005 - 12.7.2005.

Στα Φύλλα Ποιότητος, μέχρι το έτος 1999, χαρακτηρίζεται "Άριστος" [μονάδες 384 - 392], για το έτος 1999 δεν έχει συνταχθεί Φύλλο Ποιότητος και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, στα κριτήρια "προσανατολισμός στην επίτευξη αποτελεσμάτων", "πρωτοβουλία - διορατικότητα", "αναλυτική σκέψη", "συνθετική ή επαγωγική σκέψη", "επιρροή και πειθώ", "ηγεσία Ομάδας" καθώς και "επαγγελματική εμπειρία και επάρκεια" αξιολογείται με (Α).

Δεν έχει πειθαρχικές ποινές (με την 61470|2005, ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αθωώθηκε για την αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, για την οποία, ως πειθαρχικό αδίκημα ότι "όταν υπηρετούσε, ως Υποδιευθυντής Επιθεωρητής της Διευθύνσεως Επιθεωρήσεως, ενεγράφη, για τον εαυτό του και για συγγενικά του πρόσωπα, στις Δημόσιες Εγγραφές δώδεκα εταιριών και απέκτησε μετοχές, χωρίς να διαθέτει τα απαιτούμενα για τις προεγγραφές κεφάλαια", του επεβλήθη η πειθαρχική ποινή του προστίμου αποδοχών ενός δεκαπενθημέρου].

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του Κύριου Προσωπικού της αναιρεσείουσας, των μονίμων υπαλλήλων της, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, στο βαθμό του Διευθυντή, του Κλάδου Οικονομικών, από 27.4.2001 [Συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας 10/27.4.2001 / θέμα 22°], ο αναιρεσίβλητος παραλείπεται, ενώ προάγονται, μεταξύ άλλων, οι Σ, Δ1 και Δ2, ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του.

Ο Σ, που παραιτήθηκε από την υπηρεσία της εκκαλούσας την 10.1.2005, είχε προσληφθεί από την εκκαλούσα, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, η οποία διέπεται από τον Οργανισμό λειτουργίας των Υπηρεσιών της, ως υπάλληλος, του Κύριου Προσωπικού της, στον Κλάδο Οικονομικών, με το βαθμό του Υπολογιστή, την 14.10.1972 [Γ.Υ.Α.].

Εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατείχε από 28.6.1995 {Ε.Υ.Α.]. Είναι πτυχιούχος Α.Β.Σ.Θ. Δεν γνώριζε ξένες γλώσσες. Παρακολούθησε (5) επιμορφωτικά σεμινάρια, σε θέματα τραπεζικών εργασιών [ένα στο έτος 1987, ένα στο έτος 1990, δύο στο έτος 1991 και ένα στο έτος 1994]. Δεν συμμετείχε σε Ειδικές Επιτροπές ή Ομάδες Εργασίας.

Δεν υπήρξε εκπρόσωπος της εκκαλούσας. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος του Γραφείου Δανείων και Δικαστικού στο Κατάστημα Αξιουπόλεως [1.1.1975 - 16.9.1979], Προϊστάμενος της Θυρίδας ... [17.9.1979 -13.5.1985], Προϊστάμενος Λογιστηρίου στο Κατάστημα...], Υποδιευθυντής στο Κατάστημα ... [9.1.1989 - 27.7.1994], Διευθυντής στο Κατάστημα ...

με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή [28.7.1994 -14.5.1995], Διευθυντής στο Κατάστημα Κατερίνης με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή [16.5.1995 - 27.6.1995], Διευθυντής στο Κατάστημα ... με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Διευθυντή [28.2.2000 -26.4.2001]. Στα Φύλλα Ποιότητος των ετών 1988, 1990 και 1994 χαρακτηρίζεται "άριστος" [μονάδες, αντιστοίχως, 379, 378, 379, δεν υπάρχουν άλλα Φύλλα Ποιότητος ή Δελτίο Αξιολογήσεως στο έτος 2000].

Δεν έχει πειθαρχικές ποινές. Από τη στάθμιση και συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών υπηρεσιακών προσόντων του αναιρεσιβλήτου και του Σ [μέχρι την 27.4.2001, ως κρίσιμο χρόνο], ο αναιρεσίβλητος, έναντι αυτού του συγκρινόμενου, είναι ισοδύναμος ως προς τους τίτλους σπουδών, τη Γ.Υ.Α. και την Ε.Υ.Α., ενώ υπερτερεί ως προς την επιμόρφωση προς όφελος της αναιρεσείουσα [κατά τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων], τη συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές, την εκπροσώπηση της εκκαλούσας σε σημαντική σύμβαση με αλλοδαπή εταιρία και τη γνώση ξένης γλώσσας [ο συγκρινόμενος δεν έχει συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές, δεν εκπροσώπησε την εκκαλούσα, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα], τη βαθμολογία στα Φύλλα Ποιότητος και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων [αντικείμενο των υπευθύνων καθηκόντων].

Έτσι, έναντι του Σ, υπάρχει καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου,, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και η παράλειψη προαγωγής του, την 27.4.2001, στο βαθμό του Διευθυντή, παρίσταται καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Εξ άλλου, οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου, μόνιμοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, του Κύριου Προσωπικού της, στον Κλάδο Οικονομικών, κατά τον Οργανισμό λειτουργίας των Υπηρεσιών της, τους οποίους η αναιρεσείουσα προτείνει και, επίσης, έχουν παραληφθεί, κατά την ως άνω προαγωγική κρίση της 27.4.2001, δεν υπερέχουν απλώς αυτού (αναιρεσιβλήτου).

Ειδικότερα: Α.- Ο αναιρεσίβλητος, σε σύγκριση με τον Κ, μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 27.4.2001: α.- Είναι ισοδύναμος στην Ε.Υ.Α., στον βαθμό του Υποδιευθυντή [28.6.1995, ο εφεσίβλητος και ο Κ] και στη βαθμολογία [ο Κ, στα Φύλλα Ποιότητος των ετών 1988 - 1994, χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 392 - 396, ενώ δεν υπάρχουν άλλα Φύλλα Ποιότητος ή Δελτίο Αξιολογήσεως στο έτος 2000 και ο εφεσίβλητος, στα Φύλλα Ποιότητος όλων των ετών μέχρι το έτος 1999, χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 384 - 392, δεν έχει συνταχθεί Φύλλο Ποιότητος για το έτος 1999 και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, αξιολογείται στα πιο πάνω κριτήρια με (Α)].

Επίσης ο Κ δεν έχει πειθαρχικές ποινές, β.- Υστερεί στους τίτλους σπουδών [πτυχία Α.Σ.Σ.Ο.Ε. και Παντείου ο Κ, πτυχίο Α.Β.Σ.Ο. ο εφεσίβλητος], γ. Υπερτερεί σε όλα τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα. Στην Γ.Υ.Α. [16.10.1972 ο εφεσίβλητος, 17.4.1974 ο Κ]. Στο βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, χωρίς πτυχίο [από την εκκαλούσα βαθμολογείται με (8) ο εφεσίβλητος, με (6) ο Κ].

Στην επιμόρφωση προς όφελος της αναιρεσείουσας [σε θέματα τραπεζικών εργασιών, 7 επιμορφωτικά Κ]. Στη συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές και στην εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας [ο Κ υπήρξε εκπρόσωπος της εκκαλούσας στο Διοικητικό Συμβούλιο της Συνεταιριστικής Εταιρίας Λιπασμάτων ΑΕ καθώς και στις διαδικασίες αξιολογήσεως προσφορών σχετικά με θέματα μεταφοράς και κατασκευής νέου Ιπποδρόμου, μέλος της Ειδικής Επιτροπής για την έρευνα στις εγχώριες βιομηχανίες και βιοτεχνίες παραγωγής εξοπλισμού γραφείων, μέλος της Ειδικής Επιτροπής αξιολογήσεως δραστηριοτήτων των Τμημάτων Δημοσίων Σχέσεων και Εκδόσεων της Υποδιευθύνσεως Διοικήσεως και Προϊστάμενος της Ομάδας Υποστηρίξεως του Προγράμματος Υλοποιήσεως του Έργου για τη δημιουργία Κεντρικού Μηχανισμού Παρακολουθήσεως και Ελέγχου Υλοποιήσεως των έργων της εξυγιάνσεως, αναδιοργανώσεως, εκσυγχρονισμού και αναπτύξεως της εκκαλούσης, ακόμη, εκκαθαριστής εκλεγμένος της ΣΥΝΕΔΙΜ ΑΕ και Γραμματέας του Πρωτοβαθμίου και του Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακών - Πειθαρχικών Συμβουλίων της εκκαλούσας, ενώ ο εφεσίβλητος συμμετείχε στις Ειδικές Επιτροπές ως Πρόεδρος ή Αναπληρωτής Πρόεδρος και εκπροσώπησε την εκκαλούσα σε σύμβαση σημαντική με αλλοδαπή εταιρία, ως άνω].

Στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, κατά το χρόνο και το αντικείμενο τους [ο Κ άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος του Γραφείου Ε' του Τμήματος Προσωπικού της Διευθύνσεως Προσωπικού από 16.6.1983 μέχρι 29.8.1984, Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Επιμελητείας Κτιρίων και Λειτουργίας Συνεργείων της Διευθύνσεως Προσωπικού από 30.8.1984 μέχρι 21.2.1985, Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Ασφαλείας και Διακινήσεως Χρημάτων και Αξιών της Διευθύνσεως Δικτύου Υπηρεσιακών Μονάδων Λεκανοπεδίου Αττικής από 22.2.1985 μέχρι 16.4.1985, Προϊστάμενος του Τμήματος Παρακολουθήσεως και Προωθήσεως Τραπεζικών Εργασιών της Διευθύνσεως Δικτύου Υπηρεσιακών Μονάδων Λεκανοπεδίου Αττικής από 17.4.1985 μέχρι 6.3.1988, Προϊστάμενος του Τμήματος Εργασιακών Υποθέσεων και Συμβουλίων της Διευθύνσεως Προσωπικού από 7.3.1988 μέχρι 24.2.1991, Προϊστάμενος του Τμήματος Μεγάλων Πελατών της Διευθύνσεως Τραπεζικών Εργασιών από 25.2.1991 μέχρι 25.7.1995, Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Τραπεζικών Εργασιών από 26.7.1995 μέχρι 9.11.1997 και Προϊστάμενος της Υποδιευθύνσεως Διοικήσεως από 10.11.1997 μέχρι 16.11.2001, ενώ ο αναιρεσίβλητος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1977, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Υποδιευθύνσεως από το έτος 1985 με καθήκοντα Διευθυντή από το έτος 1999], Β.- Ο αναιρεσίβλητος, σε σύγκριση με τον Θ, μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 27.4.2001:

α.- Είναι ισοδύναμος στην Ε.Υ.Α., στον βαθμό του Υποδιευθυντή [28.6.1995, ο εφεσίβλητος και ο Θ] και στη βαθμολογία [ο Θ, στα Φύλλα Ποιότητος, των ετών 1989 - 1996, χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 381 - 400, δεν υπάρχουν άλλα Φύλλα Ποιότητος και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, στα κριτήρια "προσανατολισμός στην επίτευξη αποτελεσμάτων", "πρωτοβουλία / διορατικότητα", "αναλυτική σκέψη", "συνθετική ή επαγωγική σκέψη", "επιρροή και πειθώ", "ηγεσία ομάδας" καθώς και "επαγγελματική εμπειρία και επάρκεια" αξιολογείται με (Α), ο αναιρεσίβλητος, στα Φύλλα Ποιότητος όλων των ετών μέχρι το έτος 1999 χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 384 - 392, δεν έχει συνταχθεί Φύλλο Ποιότητος για το έτος 1999 και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, στα πιο πάνω κριτήρια, αξιολογείται με (Α)].

Επίσης, ο Θ δεν έχει πειθαρχικές ποινές, β.- Υστερεί στους τίτλους σπουδών [πτυχίο Α.Σ.Ο.Ε.Ε. με MASTER OF ARTS, Πανεπιστημίου YORK του Καναδά ο Θ, πτυχίο Α.Β.Σ.Ο. ο εφεσίβλητος] και στη γνώση της αγγλικής γλώσσας, χωρίς πτυχίο [ο αναιρεσίβλητος βαθμολογείται από την εκκαλούσα με (8), ο Θ βαθμολογείται από την αναιρεσείουσα με "άριστα" και του χορηγείται επίδομα ξένης γλώσσας], γ.- Υπερτερεί σε όλα τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα.

Στη Γ. Υ.Α. [16.10.1972 ο εφεσίβλητος, 8.7.1977 ο Θ]. Στην επιμόρφωση προς όφελος της εκκαλούσης [σε θέματα τραπεζικών εργασιών, 7 επιμορφωτικά σεμινάρια, μέχρι την 27.4.2001, ο εφεσίβλητος, 3 επιμορφωτικά σεμινάρια ο Θ]. Στη συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές και στην εκπροσώπηση της εκκαλούσης [ο Θ δεν είχε συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές και δεν εκπροσώπησε την εκκαλούσα].

Στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, κατά το χρόνο και το αντικείμενο τους [ο Θ άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, ως αποσπασμένος στο Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών / Ι.Γ.Μ.Ε. από 9.3.1982 μέχρι 17.8.1989, Αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Βιομηχανίας Ξύλου, Αλιείας και Λοιπών της Διευθύνσεως Γεωργικών Βιομηχανιών από 15.11.1991 μέχρι 1.12.1993, Προϊστάμενος της Υποδιευθύνσεως Διοικήσεως με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 2.12.1993 μέχρι 27.6.1995, Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Οικονομικών Υπηρεσιών από 14.1.1997 μέχρι 22.2.2001 και Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Οργανώσεως από 23.2.2001 μέχρι 20.11.2001, ενώ ο αναιρεσίβλητος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1977, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Υποδιευθύνσεως από το έτος 1985 [καθήκοντα Διευθυντή από το έτος 1999], Γ.- Ο αναιρεσίβλητος, σε σύγκριση με τον Β, μέχρι την 27.4.2001:

α.- Είναι ισοδύναμος στην Ε.Υ.Α., στον βαθμό του Υποδιευθυντή [28.6.1995, ο εφεσίβλητος και ο Β], στους τίτλους σπουδών [πτυχίο Α.Β.Σ.Θ. ο αναιρεσίβλητος, πτυχίο Πανεπιστημίου Πειραιώς / προηγουμένως Α.Β.Σ.Π. ο Β] και στη βαθμολογία [ο Β, στα Φύλλα Ποιότητος των ετών 1988 - 1993, χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 370 - 395, δεν υπάρχουν άλλα Φύλλα Ποιότητος και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, στα κριτήρια "προσανατολισμός στην επίτευξη αποτελεσμάτων", "πρωτοβουλία / διορατικότητα", "αναλυτική σκέψη", "συνθετική ή επαγωγική σκέψη", "επιρροή και πειθώ", "ηγεσία Ομάδας" καθώς και "επαγγελματική εμπειρία και επάρκεια" αξιολογείται, αντιστοίχως, με (Α), (Α), (Α), (Β), (Α), (Α) και (Α), ο εφεσίβλητος, στα Φύλλα Ποιότητος όλων των ετών μέχρι το έτος 1999, χαρακτηρίζεται "άριστος", με μονάδες 384 - 392, δεν έχει συνταχθεί Φύλλο Ποιότητος για το έτος 1999 και στο Δελτίο Αξιολογήσεως, του έτους 2000, στα πιο πάνω κριτήρια, αξιολογείται με (Α)], β.- Υστερεί στην Γ.Υ.Α. [16.10.1972 ο εφεσίβλητος, 7.8.1970 ο Β], γ.- Υπερτερεί σε όλα τα υπόλοιπα και συγκεκριμένα.

Στο βαθμό γνώσεως της αγγλικής γλώσσας, χωρίς πτυχίο [από την εκκαλούσα βαθμολογείται με (8) ο αναιρεσίβλητος, με (5) ο Β]. Στην επιμόρφωση προς όφελος της αναιρεσείουσας [σε θέματα τραπεζικών εργασιών, 7 επιμορφωτικά σεμινάρια, μέχρι την 27.4.2001, ο εφεσίβλητος, 4 επιμορφωτικά σεμινάρια ο Β]. Στις πειθαρχικές ποινές [ο αναιρεσίβλητος δεν έχει πειθαρχική ποινή, ο Βέχει την πειθαρχική ποινή του προστίμου αποδοχών (5) ημερών "για σύμπραξη του, με τη θετική του ψήφο, ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου Χορηγήσεων, σε δανειοδοτήσεις εταιριών και στην υποβάθμιση των διασφαλίσεων", κατά την απόφαση 6/12.4.2006 του Δ.Σ.

της εκκαλούσας]. Στη συμμετοχή σε Ειδικές Επιτροπές και στην εκπροσώπηση της εκκαλούσας [ο Β δεν υπήρξε εκπρόσωπος της εκκαλούσας, συμμετείχε, μόνο, ως μέλος, σε Ομάδες Εργασίας ή σε Ειδικές Επιτροπές και υπήρξε μέλος του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού - Πειθαρχικού Συμβουλίου της εκκαλούσας, ενώ ο αανιρεσίβλητος συμμετείχε στις Ειδικές Επιτροπές ως Πρόεδρος ή Αναπληρωτής Πρόεδρος και εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα σε σημαντική σύμβαση με αλλοδαπή εταιρία, ως άνω].

Στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, κατά τον χρόνο και το αντικείμενο τους [ο Β άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου στο Κατάστημα Πόρου από 3.1.1980 μέχρι 31.12.1981, Προϊστάμενος του Γραφείου Υποδιοικήσεως από 2.4.1984 μέχρι 30.4.1985, Προϊστάμενος του Τμήματος βραχυπροθέσμων Χορηγήσεων της Διευθύνσεως Αγροτικής Πίστεως από 3.5.1985 μέχρι 3.5.1987, Προϊστάμενος του Τμήματος Πιστωτικών Εργασιών Γενικής Φύσεως της Διευθύνσεως Αγροτικής Πίστεως από 4.5.1987 μέχρι 27.4.1994, Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Αγροτικής Πίστεως με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 28.4.1994 μέχρι 27.6.1995 και Αναπληρωτής Προϊσταμένου της Διευθύνσεως Ιδιωτών - Αγροτών για τα θέματα της Υποδιευθύνσεως Αναπτύξεως Εργασιών Πιστοδοτήσεων της Διευθύνσεως αυτής από 2.10.2000 μέχρι 11.11.2001, ενώ ο αναιρεσίβλητος άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 1977, Αναπληρωτής Προϊσταμένου Υποδιευθύνσεως από το έτος 1985 με καθήκοντα Διευθυντή από το έτος 1999].

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας αφενός ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος υπερείχε ολοφάνερα του προαχθέντος συναδέλφου του Σ ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και ότι οι εκ μέρους της αναιρεσείουσας προταθέντες προς σύγκριση με τον αναιρεσίβλητο (και μη προαχθέντες υπάλληλοι της) δεν υπερείχαν αυτού ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και αφετέρου ότι έπρεπε να είχε προαχθεί αυτός αντί εκείνου (Σ) και, ότι, επομένως, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ενεργώντας διά του ως άνω αρμοδίου οργάνου της, κατά κατάχρηση του παρεχομένου σ' αυτήν σχετικού διευθυντικού δικαιώματος της, δεν προήγαγε τον αναιρεσίβλητο στο βαθμό του Διευθυντή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της, κατά κατάχρηση του παρεχομένου στην αναιρεσείουσα σχετικού διευθυντικού δικαιώματος, παράλειψης προαγωγής του αναιρεσίβλητου στο βαθμό του Διευθυντή, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας σκέψης ουσιαστικών διατάξεων του Οργανισμού Λειτουργίας Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας καθώς και εκείνης του άρθρου 281 Α.Κ., τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου το Δικαστήριο της ουσίας, αφού, παραθέτει αναλυτικά τα υπηρεσιακά προσόντα του αναιρεσιβλήτου καθώς και των προς σύγκριση με αυτόν συναδέλφων του, τόσο για τη θεμελίωση της αγωγής όσο και για την απόρριψη της, κατά τα ανωτέρω, διακωλυτικής ένστασης, που προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι, αφενός μεν αυτός υπερέχει ολοφάνερα του προαχθέντος συναδέλφου του Σ, αφετέρου δε ότι οι προταθέντες από την αναιρεσείουσα προς σύγκριση με αυτόν συνάδελφοι του δεν υπερείχαν αυτού.

Επομένως οι λόγοι αναίρεσης τέταρτος, πέμπτος, έκτος, δεύτερος,έβδομος, όγδοος, και ένατος κατ' ορθή υπαγωγή από το αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ. , με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον έβδομο, δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στο Εφετείο ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, του ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα επιθεωρητή, ισότιμα με αντίστοιχα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης τα οποία άσκησε μέχρι την ημερομηνία προαγωγής του στο βαθμό του υποδιευθυντή στις 28-6-1995.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την αναγνώριση των υπεύθυνων καθηκόντων που άσκησε ο αναιρεσίβλητος, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, όλων των εγγραφων, τα οποία νόμιμα μ' επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που κατέχει η αναιρεσείουσα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση και βαθμολογική εξέλιξη του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-12-2008 αίτηση της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2788/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.