Legislator Case Law & Legislation
1321/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank decisions due to failure to consider applicant's electrician license documents.

Case Number 1321/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the second-instance judgment regarding his admission to the professional registration list. The appellant argued that the lower court failed to consider his declaration to the tax authority, his cessation of activity, and his vocational school diploma as an electrician, which he had submitted to the appellate court. The court found the appeal admissible because the lower court's explicit statement that it had considered all documents did not make the omission of these specific items legally certain, thus establishing a valid ground for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the lower court's failure to consider specific evidence submitted by the appellant creates a legally certain error, necessitating a new trial to re-evaluate the case.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest requirement failure to consider evidence professional registration list Code of Civil Procedure retrial remand legal certainty standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1072/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1321 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1321/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σφέτσιο του Βασιλείου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις .

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά 2. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα και 3. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Ευγενία Βελώνη, Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1 Ιουλίου 2002, 3 Ιουλίου 2002 και 23 Ιουλίου 2002 αγωγές αντίστοιχα, των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2003, 6/2003 και 7/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 87/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2.1.2007 αίτησης αναίρεσης ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, την παραδοχή του πρώτου και τρίτου κατά το δεύτερο μέρος του λόγων της αναίρεσης ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες, την απόρριψη των λοιπών λόγων, και την αναίρεση της υπ' αριθ. 87/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της που απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους των από 22.3.2003 δύο εφέσεων του αναιρεσιβλήτου κατά της Εθνικής Τράπεζας και της Αγροτικής Τράπεζας, και στη συνέχεια δέχτηκε τις από 1.7.2002 ανακοπές τους, και τις κατέταξε στον ένδικο μεταρρυθμιζόμενο πίνακα κατάταξης για τα ποσά των 17.472,44 Ευρώ και 5.161,33 Ευρώ αντίστοιχα. Οι παραστάντες πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που να προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξάλλου όπως, προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 979 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 985 έως 980 του ίδιου Κώδικα, όταν το εκπλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν ο υπέρ ου η εκτέλεση και όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών για τη διανομή του γίνεται μεν με ενιαία πράξη ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.

Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο από τους δανειστές-κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Έτσι μεταξύ των δανειστών που μετέχουν στη σχετική δίκη δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή που απευθύνθηκε κατά άλλου δανειστή.

Συνεπώς δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών και για τον ίδιο λόγο δεν είναι απαράδεκτο και ένδικο μέσο, κατά της απόφασης που εκδόθηκε για την ανακοπή, αν δεν απευθύνεται εναντίον όλων των δανειστών που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομοδίκων του δανειστών. (ΑΠ 1510/2005).

Εάν όμως ασκήθηκαν περισσότερες ανακοπές για την αποβολή από τον πίνακα του ίδιου δανειστή, στην περίπτωση που η απαίτηση του αποβαλλομένου δανειστή δεν καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων των ανακοπτόντων που νικούν, μεταξύ των τελευταίων θα γίνει σύγκριση από το δικαστήριο και προτίμηση των δανειστών εκείνων που έχουν ισχυρότερο προνόμιο, και μεταξύ τους διαμορφώνεται επί γενομένη αναγκαστική ομοδικία (μεταξύ των περισσοτέρων ανακοπτόντων), γιατί η εκ της ακυρώσεως της κατατάξεως του καθ' ου η ανακοπή κατάταξή τους επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση (Α.Π. 1229/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 6/2003 πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή του ίδιου αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο τη μεταρρύθμιση του ένδικου προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης, μόνο ως προς τα προαναφερθέντα έξοδα εκτέλεσης, δέχθηκε την ίδια ανακοπή κατά ένα μέρος της και περιόρισε τα έξοδα εκτέλεσης κατά 1.760,82 Ευρώ, ποσό στο οποίο κατέταξε το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο με την ένδικη ανακοπή του δεν προσέβαλε την προνομιακή κατάταξη του αναιρεσείοντος ως επισπεύδοντος στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, για απαιτήσεις από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζοντας επί των συνεκδικαζομένων τότε δύο εφέσεων του αναιρεσείοντος κατά των υπ' αριθ. 5/2003 και 7/2003 πρωτοδίκων αποφάσεων, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ανακοπές αντίστοιχα της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Εθνικής και Αγροτικής Τράπεζας, μεταρρύθμισε τον ίδιο προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, και αφού επικύρωσε την αποβολή που είχε διαταχθεί πρωτόδικα από τις ίδιες αποφάσεις του αναιρεσείοντος από τον ίδιο πίνακα, κατέταξε στη συνέχεια, μετά από αφαίρεση του ποσού των 4.957,44 Ευρώ για τα έξοδα εκτέλεσης (εκτός από το Ελληνικό Δημόσιο για το προαναφερθέν ποσό των 1706,82 Ευρώ), τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Αγροτική Τράπεζα για το ποσό των 5.161,33 Ευρώ, και την πρώτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα για το ποσό των 17.472,44 Ευρώ.

Ήδη, με το σύνολο των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 87/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος της αποκλειστικά που αφορά την επικύρωση της αποβολής που είχε διαταχθεί πρωτόδικα από τον ίδιο πίνακα του αναιρεσείοντος και την κατάταξη (μετά τη μεταρρύθμιση) των δύο αναιρεσιβλήτων Τραπεζών για τα πιο πάνω ποσά, στα οποία με τον προσβαλλόμενο πίνακα είχε καταταγεί αρχικά ο αναιρεσείων δανειστής ως επισπεύδων εργαζόμενος του καθ' ου η εκτέλεση.

Με τα πιο πάνω δεδομένα, εφόσον οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης δεν αφορούν το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε επηρεάζουν την πιο πάνω κατάταξή του από το Εφετείο, ούτε συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας με το δεδομένο ότι η κατάταξη των λοιπών αναιρεσιβλήτων Τραπεζών δεν αφορά και το ποσό των 1.706,82 Ευρώ, για το οποίο κατατάχθηκε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, απαράδεκτα ασκήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα αλλά και προτείνεται και από το ίδιο αναιρεσίβλητο με τις έγγραφες προτάσεις του (αρθ. 68,577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτό.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) την υπ' αριθ. ...δήλωσή του προς τη Δ.Ο.Υ. ... για την έναρξη εργασιών του ως ηλεκτρολόγος. β) την από 16-1-2001 δήλωση παύσης των δραστηριοτήτων του ως ηλεκτρολόγου και γ) το υπ' αριθ. ...πτυχίο του της σχολής μαθητείας ως ηλεκτρολόγου, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση για την ουσιαστική ευδοκίμηση των δεύτερων λόγων των εφέσεών του που αφορούσαν την αποβολή του από τον ένδικο πίνακα κατάταξης.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για, την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ'όσον αφορά τις δύο αναιρεσίβλητες Τράπεζες κατά τα εις το διατακτικό, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι ίδιες αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.1.2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 87/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας καθόσον αφορά το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Αναιρεί την ίδια υπ'αριθμ. 87/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος της που απέρριψε τους αντίστοιχους δεύτερους λόγους των από 22.3.2003 δύο εφέσεων του αναιρεσείοντος κατά της Εθνικής Τράπεζας και της Αγροτικής Τράπεζας, και στη συνέχεια δέχθηκε τις από 1.7.2002 και 3.7.2002 ανακοπές τους, και τις κατέταξε στον ένδικο μεταρρυθμιζόμενο πίνακα κατάταξης για τα ποσά των 17.472,44 Ευρώ και 5.161.33 Ευρώ αντίστοιχα.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει κατ' ισομοιρία σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ, γιατί δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ