Supreme Court dismisses appeal in commercial agency contract termination case regarding damages calculation. The court rejects the claim for additional compensation based on lost future sales. The court upholds the lower court's decision on damages calculation. The court rejects the claim for additional compensation based on lost future sales. The court upholds the lower court's decision on damages calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's judgment regarding the termination of a commercial agency contract. The appellant argued that the lower court failed to account for lost future sales with new clients when calculating damages. The court ruled that the lower court correctly determined that the principal's benefit from the contract's continuation was the primary basis for compensation, rendering the appellant's claim for additional amounts based on hypothetical future transactions unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(8) and 9(1)(a) and (c) of Presidential Decree 219/1991 on commercial agents; The termination of a commercial agency contract entitles the agent to compensation based on the loss of commissions from existing clients, not on hypothetical future sales with new clients.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1321 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1321/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και δ.τ. "ΝΤΑΕΛΛΑΣ Α.Ε", η οποία μετονομάστηκε σε Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "CHEVELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και δ.τ. "CHEVELLAS Α.Ε.", που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Μπαχά.
Της αναιρεσίβλητης : Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε.", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαϊόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 133/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 29/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Απριλίου 2005 αίτησή της, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο Ι παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος, στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 9 παρ. 1 εδ. α΄ και γ΄ και 3 του ίδιου ΠΔ ορίζουν: "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 στην περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (8 παρ. 8), "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες...." (9 παρ. 1 εδ.
α΄), "η χορήγηση αυτής της αποζημιώσεως δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (9 παρ. 1 εδ. γ΄), "η αποζημίωση ή αποκατάσταση της ζημίας σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται:
α) όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο, β)..." (9 παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου με την οποία ζητείται η από το άρθρο 9 παρ. 1 του άνω π.δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του, κατ' ένσταση (άρθ. 9 παρ. 3 ) ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης αυτής (υπαίτια καταγγελία).
Η ένσταση αυτή είναι προφανές ότι είναι διαφορετική της θεμελιούμενης στο άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου να αξιώσει αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, αφού η τελευταία αυτή ένσταση (από το άρθρο 281 ΑΚ) προϋποθέτει ύπαρξη δικαιώματος, η άσκηση του οποίου όμως υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ( Ολ ΑΠ 12/1991).
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση - που επικύρωσε την πρωτόδικη, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης για πληρωμή σ' αυτήν της κατ' άρθρο 9 παρ. 1 α του άνω 219/1991 ΠΔ αποζημιώσεως - οι πλημμέλειες, με επίκληση των αριθ. 8, 1, και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που αποτελούσε και περιεχόμενο σχετικού λόγου της εφέσεώς της, κατά τον οποίο η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας έγινε από αυτήν, ως εντολέα, λόγω σοβαρού πταίσματος της αντιπροσώπου της, αναιρεσίβλητης εταιρείας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ίδιου ΠΔ, και συγκεκριμένα διότι ενώ είχε συμφωνηθεί να συσταθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της εταιρείας ΠΡΙΜΑ ΜΟΤΟΡΣ ΑΕ, ετερόρρυθμη εταιρεία με έδρα ακίνητο επί της Ε.Ο.
Λάρισας - Θεσσαλονίκης, που η αναιρεσείουσα εκμίσθωσε αντί μισθώματος 1.250.000 δρχ. μηνιαίως, για τη δημιουργία κάθετου συγκροτήματος, ώστε η δραστηριότητα της νέας εταιρείας να επεκτεινόταν, εκτός από την πώληση αυτοκινήτων και στην πώληση ανταλλακτικών, σέρβις και φανοποιεία, η αναιρεσίβλητη στη συνέχεια αρνήθηκε τη μορφή αυτή της συνεργασίας και προέβη, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση σε αγορά ακινήτου επί της ίδιας Ε.Ο.
για να κατασκευάσει εκεί το κάθετο συγκρότημα, λύση όμως ασύμφορη για την αναιρεσείουσα διότι είχε ήδη δαπανήσει 82.009.446 δρχ., για την ανακαίνιση και εξοπλισμό του κτιρίου που είχε μισθώσει, γι' αυτό αφού ανέμενε κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, δήλωσε στην αναιρεσίβλητη ότι ήταν αναγκασμένη να διακόψει τη συνεργασία τους, από δική της (της αναιρεσίβλητης) υπαιτιότητα, και συνεπώς με βάση τα άρθρα 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του άνω ΠΔ και 713 του ΑΚ, δεν νομιμοποιείτο να ζητεί αποζημίωση, β] παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις (281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του άνω ΠΔ και 713 του ΑΚ), και γ] κατά κακή εκτίμηση των περιστάσεων που δικαιολογούν την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, δέχθηκε τους αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και κατέληξε έτσι σε εσφαλμένα συμπεράσματα, χωρίς νόμιμη βάση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, ως προς την αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι τον άνω ισχυρισμό που διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι είχε το εν λόγω περιεχόμενο, και ο οποίος δεν φέρει τα στοιχεία της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αξιώσει την από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 αποζημίωση, αλλά της ένστασης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου 9 του ΠΔ, περί καταγγελίας της σύμβασης λόγω υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, το Δικαστήριο ερεύνησε, και μάλιστα όλα τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, και την απέρριψε στην ουσία της.
Ο αυτός λόγος, κατά την αιτίαση από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου [παραβίαση των άρθρων 281 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του άνω ΠΔ και 713 του ΑΚ] ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο οι επικαλούμενες διατάξεις του ουσιαστικού νόμου, ούτε με βάση τις παραδοχές του συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους.
Υπό την αιτίαση δε από τον αριθ. 19 [ανεπάρκεια αιτιολογιών, όπως εκτιμάται, ως προς την απόρριψη της ένστασης για ύπαρξη υπαιτίου για την αναιρεσίβλητη λόγου καταγγελίας] ο ίδιος λόγος είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο και στα οποία στήριξε την φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του.
Τα περαιτέρω παράπονα που περιέχονται στον ίδιο λόγο πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κρίση του Εφετείου, περί πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα περί των λόγων που η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων, το κατά την εκδοχή του πραγματικό μέρος της υποθέσεως και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα - και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά - οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως.
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, από την ορθότητα, όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται στην απόφαση επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (δηλαδή, χωρίς η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.
Τέλος, δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998). Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις τους από τους αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α΄ του προαναφερόμενου ΠΔ 219/91, που ορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την επιδίκαση στον αντιπρόσωπο αποζημίωσης πελατείας. Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται μόνο το κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας πραγματικό και νομικό μέρος της υποθέσεως αυτής και το συμπέρασμα του Εφετείου και δεν παρατίθενται καθόλου οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό για να στηρίξει την κρίση του καθ' όσον αφορά το εν λόγω ζήτημα, ούτε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση των αιτιολογιών και αν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι είναι γι' αυτό απορριπτέοι ως αόριστοι.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά την αιτίαση από το άρθρο 559 παρ. 1 β΄ ΚΠολΔ, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "στην εμπορία αυτοκινήτων, στη σύγχρονη εποχή, η επιλογή του υποψήφιου αγοραστή δεν γίνεται ποτέ με προσήλωση στην ίδια μάρκα αλλά στο ποια αντιπροσωπεία προσφέρει, για αναλόγου κατηγορίας αυτοκίνητα, μεγαλύτερα ευκαιριακά κίνητρα" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
ΙV.- Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τον ίδιο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τις αιτιάσεις του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τους ισχυρισμούς ότι: 1) οι πελάτες που απέκτησε η αναιρεσίβλητη παρέμειναν δικοί της πελάτες και μετά τη διακοπή της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα, 2) κανένας πελάτης δεν ήταν σταθερός, αλλά ευκαιριακός, 3) η προώθηση των πωλήσεων οφείλεται κυρίως στις πολυδάπανες διαφημίσεις της ίδιας 4) υπάρχει έντονος ανταγωνισμός στην αγορά αυτοκινήτων, η δε αγορά του αυτοκινήτου στην Ελλάδα είναι φθίνουσα, 5) η αναιρεσίβλητη μπορούσε να συνεργαστεί με όποια αντιπροσωπεία ήθελε διότι στη σύμβαση δεν υπήρχε ρήτρα μη ανταγωνισμού, στα πλαίσια δε εφαρμογής του νέου κανονισμού 14400/02 θα μπορούσε να πωλεί αυτοκίνητα της ίδιας μάρκας DAEWOO ως ανεξάρτητος μεσολαβητής και να επισκευάζει ως εξουσιοδοτημένο συνεργείο τέτοια αυτοκίνητα, δοθέντος και του ότι το όνομα της κατέστη γνωστό στο ....., 6) λόγω της διακοπής της συνεργασίας της με την αναιρεσίβλητη απώλεσε μεγάλο μέρος από τα κέρδη της από τις πωλήσεις στη ...., και 7] δεν ήταν βέβαια τα οφέλη από τους σταθερούς πελάτες, διότι τα αυτοκίνητα DAEWOO μετονομαστήκαν σε CHEVROLET, και απευθύνονται σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό.
Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της βάσης της αγωγής, αφού υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι σε δικές της ενέργειες οφείλεται η αύξηση των πελατών και όχι σε ενέργειες της αναιρεσίβλητης, ότι δεν διατήρησε ουσιαστικά οφέλη από τους νέους πελάτες που της έφερε, και ότι η αποζημίωση δεν ανερχόταν στο ποσό που ζητείτο με την αγωγή.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, γι' αυτό και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
V. - Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται από την αναιρεσείουσα οι πλημμέλειες, με επίκληση των αριθ. 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, ότι μετά την ψήφιση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1400/2002 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, επήλθαν αλλαγές στο χώρο του αυτοκινήτου τόσο ως προς την πώληση των αυτοκινήτων όσο και ως προς την πώληση των ανταλλακτικών τους και την επισκευή των αυτοκινήτων, εξ αιτίας των οποίων αυτή [αναιρεσείουσα] θα υποστεί τεράστια ζημία για τους ειδικότερους αναφερόμενους λόγους, με συνέπεια και αν ακόμη η αναιρεσίβλητη της έφερε νέους πελάτες να μην έχει οφέλη από αυτούς, και β] παραβίασε τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
Ο λόγος αυτός, υπό τις αιτιάσεις από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, όπως προεκτέθηκε, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι "πράγματα" αλλά αρνητικοί της αγωγής ως προς το ύψος της αποζημίωσης, αφού η αναιρεσείουσα αποκρούει με επιχειρήματα τους λόγους για τους οποίους δεν θα διατηρήσει ουσιαστικά οφέλη από τους νέους πελάτες που της έφερε η αναιρεσίβλητη.
Υπό τις αιτιάσεις δε από τους από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν εφαρμόστηκαν από το Εφετείο οι διατάξεις του επικαλούμενου Κανονισμού, ούτε και υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους.
VΙ. Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ετήσιος μέσος όρος των αμοιβών που η αναιρεσίβλητη εισέπραξε από τις προμήθειες κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, ανερχόταν στο ποσό των 23.226.576 δρχ., που είχε επιδικάσει το πρωτοδικείο, και ότι το ποσό αυτό ως αποζημίωση "πελατείας" ήταν εύλογο, διότι α] η αναιρεσίβλητη είχε φέρει νέους σταθερούς πελάτες στην αναιρεσείουσα, η οποία θα διατηρούσε τα οφέλη από αυτούς [αντικατάσταση παλαιών μοντέλων με την πώληση νέων, πώληση ανταλλακτικών και σέρβις αυτοκινήτων], και β] κυρίως διότι ενόψει του ότι κατά το τελευταίο έτος της συνεργίας των διαδίκων, οι προμήθειές της αναιρεσίβλητης είχαν ανέλθει στο ποσό των 28.380.000 δρχ., με αναμενόμενη διάρκεια ζωής των κρίσιμων πελατειακών σχέσεων επί πέντε έτη από την καταγγελία, η συνολική απώλεια των προμηθειών της ανέρχονταν στο ποσό των 52.336.000 δρχ.- Επομένως το Εφετείο που προσδιορίζοντας τα οφέλη που θα είχε η αναιρεσείουσα από τους νέους πελάτες, δέχθηκε ότι θα είχε όφελος, εκτός άλλων, και από τα σέρβις των αυτοκινήτων της πελατείας που της είχε φέρει η αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, μολονότι το περιστατικό αυτό δεν είχε περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, διότι πρόκειται για επουσιώδες περιστατικό που βεβαιώθηκε από τις αποδείξεις.
Γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
VII.- Η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, που λαμβάνονται υπόψη και στην τακτική διαδικασία κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 γ΄ ΚΠολΔ. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρεται όχι μόνο ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε στο Εφετείο, αλλά και ότι έγινε επίκλησή του από τον ενδιαφερόμενο διάδικο κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προβλήθηκε απ' αυτόν, ο οποίος και πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, ο από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 γ΄ ΚΠολΔ. πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 58.325/22.1.04 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Παπακωνσταντίνου, μετά από κλήτευση της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε και επίκληση αυτής της ένορκης βεβαίωσης, καθώς και της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως της κλήσεως, ενώπιον του Εφετείου από την αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος.
VIIΙ.- Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του προαναφερόμενου ΠΔ 219/1991, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, κατά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωσης εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες στον εντολέα ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί σημαντικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, το δε ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.
α΄ του άνω ΠΔ 219/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον αντιπροσωπευόμενο - εντολέα, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης, και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως, και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Τις άνω προϋποθέσεις γέννησης της απαίτησής του, καλείται να επικαλεστεί για το ορισμένο της αγωγής του (ΚΠολΔ. 111 παρ. 2, 118 περ. 4 και 216 παρ. 1) και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όπως προκύπτει από την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να της επιδικαστεί ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 23.226.576 δρχ., που αντιστοιχούσε με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε από τις προμήθειες της κατά τους 38 μήνες λειτουργίας της σύμβασης, ισχυρίστηκε δε ότι η αποζημίωση αυτή ήταν δίκαιη ενόψει:
α) των νέων σταθερών πελατών που έφερε στην αναιρεσείουσα, αφού είχε πραγματοποιήσει 21, 115, 225, και 202 πωλήσεις αυτοκινήτων, αντιστοίχως, κατά τα έτη 1997 έως. 2000, β] των ωφελειών που θα είχε από αυτούς στα επόμενα πέντε χρόνια από τη λύση της σύμβασης, τόσο από την αγορά νέων αυτοκινήτων σε αντικατάσταση των παλαιών, όσο από την αγορά ανταλλακτικών, και γ) των προμηθειών που θα αποκόμιζε στο ίδιο χρονικό διάστημα, τις οποίες προσδιόρισε στο ποσό των 38.996.000 δρχ.
κατ' έτος, διότι στη χρονική διάρκεια των εννέα μηνών του 2000, τελευταίου έτους της συνεργασίας τους, οι προμήθειές της ανήλθαν σε 29.995.000 δρχ. Επομένως, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα κρίσιμα στοιχεία για τον προσδιορισμό της εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α΄ του π.δ. 219/1991, την έλλειψη των οποίων επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα με την έφεσή της και επαναλαμβάνει με την αναίρεση, ήτοι α) τους νέους πελάτες, β) τα οφέλη που θα αποκόμιζε από αυτούς η αναιρεσείουσα και γ] το ύψος των προμηθειών που απώλεσε η αναιρεσίβλητη.
Δεν ήταν δε αναγκαία κατά τα άρθρα 216 ΚΠολΔ και 9 παρ. 1 εδ. α΄ του π.δ. 219/1991, ως στοιχείο του νομικά βάσιμου της αγωγής ή για το ποσοτικά ορισμένο αυτής, μεγαλύτερη εξειδίκευση των περιστατικών αυτών, όπως το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που θα προέκυπτε από τις υποθέσεις με τους νέους πελάτες που θα διατηρούσε και μετά τη λύση της σύμβασης ώστε να επιδικασθεί, κατά την αναιρεσείουσα, το ποσό τούτο αν είναι μικρότερο σε σχέση με το τυχόν μεγαλύτερο ποσό που εμφανίζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως δίκαιο, με βάση κυρίως την απώλεια προμηθειών της αντιπροσώπου από συναλλαγές που θα μπορούσαν να υλοποιηθούν (μετά τη λύση της σύμβασης) με πελάτες που η ίδια απέκτησε κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Και τούτο διότι, από τις διατάξεις αυτές ουδόλως προκύπτει ότι για τη νομική θεμελίωση της αποζημίωσης, που δικαιούται ο εμπορικός αντιπρόσωπος σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας απαιτείται επιπλέον ο προσδιορισμός του ύψους των ετήσιων συναλλαγών των νέων πελατών, όπως δε προαναφέρθηκε, κατά την ορθή έννοια του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, το όφελος του εντολέα συνίσταται τουλάχιστον στο ποσό της αξίας των προμηθειών που θα εδικαιούτο ο αντιπρόσωπος αν δεν είχε καταγγελθεί η σύμβαση, ήτοι ως βάση του υπολογισμού της αποζημίωσης είναι οι προμήθειες από συμβάσεις που προβλέπεται να καταρτισθούν με πελάτες του αντιπροσώπου και τις οποίες προμήθειες, λόγω της καταγγελίας, χάνει αυτός, με δυνατότητα, από την ίδια διάταξη, του εντολέα να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι τα οφέλη που διατηρεί μετά την καταγγελία είναι μικρότερα κατά ποσό από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επομένως που δέχθηκε τα ίδια, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε κρίνει ομοίως, ορθά και σύμφωνα με το νόμο, α) αρκέστηκε σε όσα στοιχεία απαιτούνται για το νομικώς ορισμένο της αγωγής ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας, β) δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο αυτής, λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της, και γ] δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν σ' αυτή και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Γι' αυτό, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 14 (όχι 19 όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα) ΚΠολΔ, έκτος λόγος της αιτήσεως.
ΙΧ.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως καθώς και η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ώστε να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το ποσό των 40.000 ευρώ που έχει ήδη καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, αφού η επαναφορά προϋποθέτει απόφαση που αναιρέθηκε [ΚΠολΔ 579], και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4.4.2005 αίτηση της εταιρείας "ΝΤΑΕΛΛΑΣ Α.Ε.Β.Ε. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" και ήδη "CHEVELLAS Α.Ε.Β.Ε. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ & ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ" για αναίρεση της 29/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, καθώς και την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ