Legislator Case Law & Legislation
1320/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on tort damages being disproportionately low and remands for recalculation.

Case Number 1320/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appellant's appeal against a first-instance judgment awarding only 3,000 euros in damages for a personality tort. The appellant argued this amount was disproportionately low compared to similar cases and violated the principle of proportionality. Consequently, the court set aside the specific damages award and remanded the case for a new determination of the appropriate compensation amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 932 of the Civil Procedure Code and Article 932 of the Civil Code; The court must set aside a damages award that is disproportionately low compared to similar cases and violates the principle of proportionality, remanding the case for a new determination of the appropriate compensation amount.

Keywords

AI generated
personality tort damages principle of proportionality disproportionate compensation remand for recalculation civil procedure appeal discretionary limits ethical damage award

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 932 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 580 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Case 764/2017 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1320 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1320/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. - Σ. Μ. του Σ., κατοίκου Μωραΐτικων Κερκύρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παπαδοπούλου - Διαμαντοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Ι., κατοίκου Κερκύρας, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 567/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/11/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 764/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10145/5-1-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κερκύρας Τ. Α. προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση, από τον επισπεύδοντα αυτήν αναιρεσείοντα. Όμως η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 567/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ'αριθμ. 199/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κερκύρας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 αρθμ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από τα δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 1264/2020,ΑΠ 80/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, που δίκασε ως Εφετείο, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: <Ο ενάγων ο οποίος είναι ιατρός και ασκεί το ιατρικό επάγγελμα στην Κέρκυρα κατά τους θερινούς μήνες, καθόσον κατά τους χειμερινούς μήνες διαμένει στο εξωτερικό, με συμφωνία που κατήρτισε με την εναγομένη, που είναι οικονομολόγος-λογίστρια και εξαδέλφη του, της ανέθεσε τη διεκπεραίωση των οικονομικών και λογιστικών του υποχρεώσεων καθώς και την πληρωμή των φόρων και λοιπών χρεών του προς το Δημόσιο, λόγω της πολύμηνης απουσίας του από τη χώρα αλλά και της σχέσης εμπιστοσύνης που τους συνέδεε λόγω της μεταξύ τους συγγενικής σχέσης.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας ο ενάγων απέστελλε ανά τακτά χρονικά διαστήματα εμβάσματα προς την εναγομένη, προκειμένου η τελευταία να προβαίνει στις απαιτούμενες προς τρίτους καταβολές χρηματικών ποσών. Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου του 2013 ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη το ποσό των 24.000 ευρώ, προκειμένου αυτή να τακτοποιήσει τους φόρους και τα λοιπά χρέη του προς το Δημόσιο.

Η εναγομένη όμως δεν κατέβαλε το εν λόγω χρηματικό ποσό, αλλά αντιθέτως το παρακράτησε για λογαριασμό της, χωρίς μάλιστα να ενημερώσει τον ενάγοντα για τη μη πληρωμή των οφειλών του. Για το λόγο αυτό ασκήθηκε ποινική δίωξη και ο ενάγων κλήθηκε ως κατηγορούμενος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας κατά τη δικάσιμο της 16-10-2013, για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος καθυστέρησε την καταβολή βεβαιωμένων στη ΔΟΥ χρεών προς το Δημόσιο ύψους 23.384,09 ευρώ.

Κατά την ως άνω δικάσιμο ο ενάγων δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και η υπόθεση αναβλήθηκε με πρωτοβουλία της εναγομένης. Επιπλέον το 2013 το Δημόσιο προέβη στην κατάσχεση στα χέρια της πρώην Τράπεζας Κύπρου των τραπεζικών καταθέσεων του ενάγοντος, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο ενημερώθηκε το πρώτον για την ύπαρξη της οφειλής του προς το Δημόσιο και απευθύνθηκε στην εναγομένη να ζητήσει εξηγήσεις.

Η τελευταία αποδέχθηκε την παρακράτηση εκ μέρους της του ως άνω ποσού και υπέγραψε την από 16-12-2013 δήλωση, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει σε δόσεις το εν λόγω ποσό....... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εξόφλησε τις οφειλές του ενάγοντος προς το Δημόσιο ποσού 23.384 ευρώ πριν την εκδίκαση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 8-10-2014 και έτσι ο ενάγων κρίθηκε αθώος της ως άνω πράξεως.... ....Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παρακράτηση του ως άνω χρηματικού ποσού ο ενάγων προσβλήθηκε στην προσωπικότητά του από την παράνομη δε αυτή προσβολή υπέστη ηθική βλάβη, συνισταμένη στην ψυχική ταλαιπωρία που βίωσε εξαιτίας της κατασχέσεως των τραπεζικών του καταθέσεων, η άρση της οποίας έλαβε χώρα ένα χρόνο μετά την επιβολή της και της ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, η οποία οδήγησε στην παράστασή του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κερκύρας ως κατηγορουμένου και την εμφάνισή του ως οφειλέτη του Δημοσίου στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περίγυρο.

Επομένως, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης της προσβολής, της υπαιτιότητας της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και όλων γενικά των συνθηκών που προκύπτουν από το ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και αναγκαίο>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με το να επιδικάσει στον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από την ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, τη συνδρομή των οποίων αυτό (Εφετείο) δέχθηκε, το ποσό των 3.000 ευρώ, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υστερεί, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως και είναι ευτελές.

Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ότι, με το να του επιδικάσει, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποίαν αυτός υπέστη, από την προσβολή, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, της προσωπικότητάς του, το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, που είναι δυσαναλόγως μικρό, σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, κατά την εφαρμογή του κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της, με το οποίο καθορίσθηκε και επιδικάσθηκε, με αυτή, στον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της, προς τούτο, διακριτικής ευχέρειας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, επομένως, κατά παραβίαση της απορρέουσας από τη διάταξη της παρ. 1 άρθρου 25 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, το ανωτέρω ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη (ο αναιρεσείων) από την, αναφερόμενη σ' αυτή (προσβαλλομένη), παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, εκ μέρους της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης.

Ακολούθως, η υπόθεση, κατά το άνω μέρος της που αναιρέθηκε, πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, ώστε να επανακαθορισθεί το ποσό της εύλογης αποζημιώσεως, που πρέπει να καταβάλει η ήδη αναιρεσίβλητη, εναγομένη στον ήδη αναιρεσείοντα, ενάγοντα, για την ένδικη αιτία, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε, προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (άρθρο 495 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο, σχετικό, αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 567/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ