Supreme Court allows appeal against appeal court judgment on vehicle sale contract registration dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a vehicle sale contract dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly required registration of a suspensive condition in the public register to prove the contract's existence and scope. The court found the appeal admissible because the lower court misinterpreted the law by conflating the evidentiary requirements for a suspensive condition with those for the transfer of ownership. Consequently, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 361, 201, 202 of the Civil Code; Law 1146/1972: A suspensive condition agreed upon in a vehicle sale contract does not require registration in the public register to be valid or proven, as it pertains to the obligation rather than the transfer of ownership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1320/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "... ..."), που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπατσίκη και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση: 1) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Μ. του Δ., 3) Φ. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ευσταθόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 15/9/2008 και 19/11/2010 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3757/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1705/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/11/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η διαδικαστική πορεία της κρινομένης υποθέσεως είναι η ακόλουθη: Με την ασκηθείσα, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 15-5-2006 αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσειούσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η ήδη αναιρεσίβλητη, Ε. Δ. Κ., ισχυριζομένη, ότι προήλθε σε συμφωνία με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", να της πωλήσει ένα όχημα οδικής βοηθείας βαρέων οχημάτων, εργοστασίου κατασκευής Mercedes τύπου Actor, αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 166.000 ευρώ, ότι έναντι του τιμήματος αυτού η αγοράστρια της κατέβαλε το ποσό των 15.000 ευρώ, ότι την καταβολή του υπολοίπου αυτού ανέλαβε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως, που συνήφθη μεταξύ αυτής και της ως άνω εταιρείας "..." και ότι, παρότι ολοκληρώθηκε η διαδικασία πωλήσεως με την καταχώρησή της στο οικείο βιβλίο μεταβολών, κατοχής και κυριότητας του πωληθέντος οχήματος, η εναγομένη αρνείται την καταβολή του υπ' αυτής οφειλομένου, κατά τα ανωτέρω, υπολοίπου του τιμήματος, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι η τελευταία, οφείλει, να της καταβάλει τούτο νομιμοτόκως.
Περαιτέρω, η ως άνω εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, με τις ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, από 15-5-2006 και 19-11-2010 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και τις, ενούμενες με αυτές, παρεμπίπτουσες αγωγές της, αντιστοίχως, κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και των Κ.
Μ. και Φ. Μ., επικαλούμενη το περιεχόμενο της εναντίον της ως άνω αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και περαιτέρω την κατάρτιση συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως μεταξύ αυτής και της προς την οποία η ανακοίνωση, προσεπικαλουμένης - παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως και ότι την τήρηση των όρων αυτής εγγυήθηκαν οι κατά των οποίων στρέφεται η άνω δεύτερη, από 19-11-2010, ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της, Κ.
Μ. και Φ. Μ., προσεπικάλεσε αυτούς να παρέμβουν υπέρ της στην δίκη, που, κατά τα ανωτέρω, ανοίχθηκε με την, εναντίον της, αγωγή της αναιρεσίβλητης και να καταβάλουν, εις ολόκληρο καθένας, νομιμοτόκως, στην τελευταία (ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), όποιο ποσό επιδικασθεί να καταβάλει η ίδια κατά παραδοχή της προαναφερόμενης αγωγής της, άλλως να καταβάλουν νομιμοτόκως στην ίδια (παρεμπιπτόντως ενάγουσα), όποιο ποσό ήθελε υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στην αντίδικό της κυρίως ενάγουσα.
Επί των αιτήσεων αυτών παροχής εννόμου προστασίας, αφού τις συνεκδίκασε, κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των προσεπικαλουμένων - παρεμπιπτόντως εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την 3757/2014, οριστική απόφασή του, με την οποία, αφ' ενός μεν δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 15-5-2006, πρώτη αυτών, αναγνωρίζοντας ότι η με αυτή κυρίως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, είναι υποχρεωμένη, να καταβάλει, νομιμοτόκως, στην κυρίως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό των 151.600 ευρώ, αφ' ετέρου δε δέχθηκε, επίσης κατ' ουσίαν, τις από 15-9-2008 και 19-11-2008 προσεπικλήσεις, με τις ενούμενες σε αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές, υποχρεώνοντας τους παρεμπιπτόντως εναγομένους, οι οποίοι ειρήσθω ότι δεν παρενέβησαν κυρίως ή προσθέτως, να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, το ποσό των 151.600 ευρώ, νομιμοτόκως από 9-1-2006.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εφέσεις, αιτούμενοι την εξαφάνισή της και την απόρριψη των εναντίον τους αγωγών, αφ' ενός μεν η κυρίως εναγομένη τραπεζική εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία άσκησε την από 20-12-2014 έφεσή της, την οποίαν απηύθυνε κατά των κυρίας ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (Ε.
Κ.) και επί πλέον κατά των, ως άνω προσεπικληθέντων - παρεμπιπτόντως εναχθέντων υπ' αυτής, εταιρείας με την επωνυμία "...", Κ. Μ. και Φ. Μ. και οι ως άνω προσεπικληθέντες - παρεμπιπτόντως εναγόμενοι (εταιρεία "...", Κ. Μ. και Φ. Μ.), οι οποίοι άσκησαν την από 17-7-2015 έφεσή τους, την οποίαν απηύθυναν κατά της προσεπικαλεσάσης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και επίσης, κατά της κυρίως, ως άνω, ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης (Ε.
Κ.). Επί των ως άνω εφέσεων αφού τις συνεκδίκασε, το Εφετείο Αθηνών, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλομένη 1705/2016 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε αυτές, ως απαράδεκτες, κατά το μέρος που στρέφονταν, η πρώτη κατά των εταιρείας με την επωνυμία "...", Κ.
Μ. και Φ. Μ., ως μη όντων διαδίκων στην δίκη, που ανοίχθηκε με την από 15-5-2006 κύρια αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (Ε. Κ.) κατ' αυτής (εκκαλούσης και ήδη αναιρεσειούσης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...") και η δεύτερη (καθ' ο μέρος στρεφόταν) κατά της κυρίως ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Κ., επίσης ως μη ούσης διαδίκου στην δίκη, που ανοίχθηκε με τις από 15-9-2008 και 19-11-2008 προσεπικλήσεις και τις ενούμενες σε αυτές παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας κυρίως εναγομένης και παρεμπιπτόντως ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας.
Στην συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-12-2014 έφεση της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσειούσης τραπεζικής εταιρείας, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά της κυρίως ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ε. Κ.. Ακολούθως δέχθηκε, κατά τα λοιπά, κατ' ουσίαν την 17-7-2015 έφεση των παρεμπιπτόντως εναγομένων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε, δίκασε κατ' ουσίαν τις από 15-9-2008 και 19-11-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές, δέχθηκε αυτές κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τους με αυτές παρεμπιπτόντως εναγομένους, να καταβάλουν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον έκαστος, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό των 151.600 ευρώ, υπό τον όρο της καταβολής υπ' αυτής του ποσού αυτού στην κυρίως ενάγουσα.
Υπό τα εκτεθέντα, η, κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου ασκηθείσα από την κυρίως εναγομένη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", από 18-11-2016 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως απευθυνομένη μόνον κατά της αντιδίκου της κυρίως ενάγουσας Ε. Κ., και πλήττουσα, κατά την περί τούτου ρητή δήλωση της αναιρεσειούσης, μόνον τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αφορούν την απόρριψη των πρώτου και δευτέρου λόγου της ως άνω από 20-12-2014 εφέσεώς της, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), σημειουμένου ότι δεν απαιτείτο η κοινοποίηση του δικογράφου της (αιτήσεως αναιρέσεως) στους ως άνω προσεπικληθέντες - παρεμπιπτόντως εναγομένους (εταιρεία με την επωνυμία "...", Κ.
Μ. και Φ. Μ.), διότι, οι τελευταίοι, δεν παρενέβησαν στην δίκη ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση, υπέρ της προσεπικαλεσάσης αυτούς κυρίως εναγομένης και ήδη αναιρεσειούσης τραπεζικής εταιρείας και συνεπώς δεν κατέστησαν ομόδικοι αυτής.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.
Ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017). Εξ άλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθ. 11(γ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο:
α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010, 1065/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 11(γ) ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι, από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, δεν καθίσταται "αδιάστικτα βέβαιο", ότι, το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως με επίκληση προσκόμισε και κυρίως την από 29-12-2005 επιστολή της, από την οποία αποδεικνύονταν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της, ότι είχε ρητά συμφωνηθεί και εξαρτηθεί η καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως του επιδίκου φορτηγού αυτοκινήτου από την έκδοση πινακίδων και αδείας κυκλοφορίας του και ότι υπήρχε αδυναμία εκδόσεως αδείας και πινακίδων κυκλοφορίας γι' αυτό, πράγμα που συνιστούσε πραγματικό ελάττωμα, ως και ότι, στην περίπτωση που τα έλαβε υπόψη του, αν τα εκτίμησε με την ανάλογη βαρύτητα, με αποτέλεσμα, έτσι να δημιουργείται αμφιβολία, αν τα έγγραφα αυτά τα έλαβε υπόψη του και δεν στηρίχθηκε μόνον στις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος αφορά όλα τα λοιπά έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, εκτός από την από 29-12-2005 επιστολή της προς την αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους, που προσκομίσθηκαν και, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο.
Καθ' όσον δ' αφορά την μη λήψη υπόψη της ανωτέρω επιστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή αναφορά στο περιεχόμενό της, που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης και επισκοπούμενης αποφάσεως προκύπτει, αναμφιβόλως, ότι ελήφθη υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος αυτός λόγος αναιρέσεως, καθ' ο μέρος υπό την επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος.- Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (ΑΠ 1710/2017). Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 98/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλείτο με τις ενώπιόν του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, τις οποίες αυτούσιες ενσωμάτωσε στις ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις της, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(α), άλλως 10, άλλως 11, άλλως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού έτσι, αντιστοίχως:
α) έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά από την κυρίως ενάγουσα εφεσίβλητη, και ειδικότερα, ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υπαναχώρησε από την εν επίδικη σύμβαση πωλήσεως, όχι λόγω ελλείψεως πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά λόγω διακοπής της συνεργασίας της με την ανώνυμη εταιρία "Αττική Οδός", η παρεμπιπτόντως εναγομένη εγνώριζε, ότι δεν επρόκειτο να είναι σε θέση να εκδώσει νέα άδεια κυκλοφορίας ιδιωτικής χρήσεως του πωληθέντος αυτοκινήτου, ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία δεν ενδιαφερόταν για το είδος της αδείας κυκλοφορίας, ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσεως, του αυτοκινήτου που θα μπορούσε να εκδώσει για το εν λόγω αγορασθέν υπ' αυτής φορτηγό αυτοκίνητο και ότι επίσης η παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρεία είχε θέσει σε κυκλοφορίας ιδίου τύπου γερανοφόρο αυτοκίνητο με άδεια δημοσίας χρήσεως, β) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που η εφεσίβλητη, κυρίως ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις, κατά τον ανωτέρω τρόπο, υποβληθείσες ενώπιόν του (Εφετείου) προτάσεις της της πρωτοβάθμιας δίκης και γ) διότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την κατά τα ανωτέρω επαναφορά ενώπιόν του των πρωτοδίκως υποβληθέντων αυτών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης καθώς και την επίκληση και προσκομιδή από αυτήν των αποδεικτικών μέσων, που με τις ίδιες αυτές προτάσεις της επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, καθόσον αφορά την αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται περιστατικά, που στοιχειοθετούν τον αναιρετικό αυτόν λόγο. Καθ' όσον δ' αφορά τους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ. 8(α), 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων, που η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο Εφετείο, πράγματι ενσωματώνοντας σε αυτές τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης και γίνεται επίκληση προσκομιδής αποδεικτικών μέσων, όμως στο τέλος τους οι προτάσεις αυτές, καλύπτονται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Π.
Παπατσίκη, δια του οποίου παρέστη κατά τη συζήτηση στο Εφετείο της υποθέσεως και επομένως αφού κατέστησαν ενιαίες με τις κατ' έφεση προτάσεις της, παραδεκτώς με αυτές η εφεσίβλητη επανέφερε ενώπιόν του τους εν λόγω πρωτόδικους ισχυρισμούς της και επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί.- Με τις διατάξεις των άρθρων 1034, 1036 παράγραφος 1 και 1037 του ΑΚ, ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ` αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα" (άρθρο 1034). "Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034, εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ` αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη" (άρθρο 1036 παράγραφος 1).
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι επί κινητών πραγμάτων και ο μη κύριος τούτων εγκύρως μεταβιβάζει την κυριότητά τους, με την παράδοση της νομής τους προς τον αποκτώντα και τη συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητα, εκτός αν κατά το χρόνο παράδοσης της νομής αυτός που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, ήτοι αν γνωρίζει ή αγνοεί αυτός από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ` αυτόν που το εκποιεί.
Όμως, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 6 παρ.1, 2 και 3 του ν.δ. 1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων" που εξακολουθούν να ισχύουν, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του Ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητας των αυτοκινήτων οχημάτων", αφού δεν προκύπτει ότι το δεύτερο νομοθέτημα κατάργησε το πρώτο, (ΑΠ 615/2007 και 2/2004), εφαρμόζονται δε (οι διατάξεις του Ν.Δ. 1146/1972), στην κατηγορία των φορτηγών αυτοκινήτων, προκύπτουν τα εξής:
α) καθιερώνεται η τήρηση του βιβλιαρίου μεταβολών κυριότητας και κατοχής για τη μεταβίβαση του φορτηγού, β) κάθε και με οποιοδήποτε τύπο καταρτιζόμενη σύμβαση (εμπράγματη) μεταβίβασης αυτής της κυριότητας επί αυτοκινήτου φορτηγού οχήματος καταχωρίζεται υποχρεωτικά από το αρμόδιο όργανο περί του οποίου η παρ. 4 του άρθρ. 5 του Ν.Δ. 1146/1972 στην οικεία θέση του κατά το άρθρο 1, βιβλιαρίου, γ) σε περίπτωση μεταβίβασης μόνο της νομής ή κατοχής του οχήματος με παρακράτηση της κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, γίνεται η καταχώρηση με ειδική αναφορά στη σχετική θέση του βιβλιαρίου, δ) "μοναδική απόδειξη" της κτήσεως του δικαιώματος της κυριότητας επί φορτηγού αυτοκινήτου αποτελεί η κατά τις διατάξεις του ίδιου Ν.Δ.
γενομένη εγγραφή της σχετικής συμφωνίας στο πιο πάνω καθιερούμενο βιβλιάριο, η οποία αποτελεί και τον μοναδικό "τίτλο κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας" επί του φορτηγού αυτοκινήτου, ε) κάθε ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1 του ίδιου Ν.Δ. εγγραφής αφορώσα στα πρόσωπα των συμβληθέντων ή στο αντικείμενο ή οιονδήποτε στοιχείο της συμφωνίας ή του δικαιώματος είναι απαράδεκτος και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο (ούτε και ο ισχυρισμός της εικονικότητας), επιφυλασσόμενων μόνο των περί ουσιώδους πλάνης απάτης ή απειλής διατάξεων του ΑΚ, στ) το αρμόδιο δημόσιο όργανο και εν προκειμένω ο υπάλληλος της Υπηρεσίας Συγκοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, κατά τη σχετική καταχώριση στο πιο πάνω βιβλιάριο της αντίστοιχης μεταβολής, δεν ενεργεί απλώς προς βεβαίωση της δήλωσης ξένης βούλησης για την επελθούσα μεταβολή, αλλά εκδηλώνει δική του, αυτοτελή και ανυπόστατη, βούληση παραγωγικής έννομης σχέσης, δημοσίου δικαίου που είναι διαπιστωτική με βάση όλες τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου, της συνδρομής κατά το χρόνο της καταχώρισης της μεταβολής των νομίμων όρων, της ύπαρξης δικαιώματος κυριότητας επί του φορτηγού αυτοκινήτου, που αναγράφεται σ` αυτήν (καταχώριση) υπέρ του κυρίου αυτού, που επίσης αναγράφεται σε αυτή, η οποία εκφεύγει από το πεδίο εφαρμογής του ιδιωτικού δικαίου και ζ) στην περίπτωση που με την καταχωρηθείσα στο βιβλιάριο μεταβολή μεταβιβάζεται μόνο η νομή ή η κατοχή του οχήματος γιατί παράλληλα στην οικεία θέση του βιβλιαρίου έγινε η σχετική καταχώριση για την επιφύλαξη της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος από τον αγοραστή, απαιτείται μετά την πλήρωση της αίρεσης της εξόφλησης κατά την ίδια διαδικασία η καταχώριση της δήλωσης για την πλήρωση και την άρση της επιφύλαξης (ΑΠ 69/2013).
Επομένως, με βάση τις ως άνω διατάξεις του Ν.Δ 1146/1972, με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας επί αυτοκινήτου φορτηγού και για τη μεταβίβασή της θεσπίζεται ειδικός πανηγυρικός "αποδεικτικός τύπος", που διασφαλίζει την κυριότητα του αποκτώντος, προκύπτει, ότι επί μεταβιβάσεως της κυριότητας φορτηγού αυτοκινήτου από τον μεταβιβάζοντα προς τον αποκτώντα, ακόμα και με την παράδοση της νομής του, στοιχείο που δεν είναι αναγκαίο κατά νόμο, και με τη συμφωνία αυτών ότι μετατίθεται η κυριότητά του, ο αποκτών δεν καθίσταται κύριος του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου, εάν ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριός του, με βάση τις σχετικές εγγραφές του βιβλιαρίου, κατοχής, και δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις των άρθρων 1036, 1039 και 1040 του ΑΚ (ΑΠ 1313/2009).
Εξ άλλου, με τον ν.1665/1986 "Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της χρηματοδοτικής μισθώσεως, ένας σύγχρονος οικονομικός - νομικός θεσμός, γνωστός διεθνώς με τον όρο "Leasing". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-3 του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 παρ. 1-6 του Ν. 2367/1995, συνάγεται ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως μπορεί να συνάψει μόνο ανώνυμη εταιρία, που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών.
Η εταιρία αυτή υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση κινητού ή ακινήτου πράγματος, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτόν το δικαίωμα ή να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στην απόκτηση εκ μέρους του μισθωτή κεφαλαιουχικών αγαθών μεγάλης αξίας, με ολική χρηματοδότηση της αξίας τους από την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία αγοράζει το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενός της μισθωτής, και το παραχωρεί κατά χρήση σ' αυτόν, ενδιαφερόμενη μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου, πλέον του κέρδους της, που επιτυγχάνεται με την είσπραξη του μισθώματος που συμφωνήθηκε.
Στο βασικό τύπο της χρηματοδοτικής μισθώσεως ο υποψήφιος επαγγελματίας, που χρειάζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του ορισμένο κεφαλαιουχικό αγαθό, απευθύνεται στον αντίστοιχο επιχειρηματία, που εμπορεύεται το αγαθό αυτό, και διαπραγματεύεται μαζί του την τιμή, τις τεχνικές προδιαγραφές και γενικότερα οτιδήποτε έχει σχέση με το εν λόγω αγαθό.
Ακολούθως, προσφεύγει σε μία ανώνυμη εταιρία Leasing, η οποία αγοράζει το αγαθό, που της υπέδειξε ο επιχειρηματίας, καταβάλλοντας το τίμημα. Η εταιρία Leasing δίνει εντολή στον προμηθευτή να παραδώσει κατευθείαν το πράγμα στον ενδιαφερόμενο, με τον οποίο έχει συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση. Η παραχώρηση της χρήσεως του πράγματος γίνεται έναντι μισθώματος.
Έτσι, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μισθώσεως πράγματος, αλλά σύνθετη σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: 1) συμβάσεως μισθώσεως, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, 2) συμβάσεως εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, 3) συμβάσεως εκχωρήσεως της απαιτήσεως από την εταιρία Leasing - εκμισθώτρια προς το μισθωτή, την οποία έχει αυτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πωλήσεως, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις, ως δικαιούχος, να εξαναγκάζει τον προμηθευτή - πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεών του.
Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων (λόγω υπάρξεως ελαττωμάτων ή ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.λ.π.) και όχι για τη μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και 4) συμφώνου προαιρέσεως, συμφωνίας δηλαδή μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Η σύμβαση Leasing και η πώληση αποτελούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις, με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, δηλαδή υπάρχει τριγωνική απλή σχηματική σχέση και όχι τριμερής. Στη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως ο εκμισθωτής (εταιρία χρηματοδοτικής μισθώσεως) και ο προμηθευτής (κατασκευαστής ή έμπορος) συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πωλήσεως, την οποία ο πρώτος καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος και, εκτός από άλλα, πρέπει να συμφωνείται:
α) ότι η παράδοση του πράγματος από τον προμηθευτή θα γίνει απευθείας στο μισθωτή, χωρίς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή παρέμβαση του εκμισθωτή, β) ότι τα δικαιώματα του εκμισθωτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση πώλησης λόγω μη εκπλήρωσης, πλημμελούς εκπλήρωσης, υπερημερίας ως προς την παράδοση ή εγκατάσταση του πράγματος, ελαττωμάτων αυτού κλπ εκχωρούνται στο μισθωτή.
Έτσι, ενώ ο μισθωτής, κατά κανόνα, δεν συνδέεται με κάποια συμβατική σχέση με τον προμηθευτή, με βάση τα δικαιώματα από την πώληση, που του έχουν εκχωρηθεί από τον εκμισθωτή, μπορεί, ασκώντας αυτά στο όνομά του και για λογαριασμό του, να στραφεί κατά του προμηθευτή και να τον εξαναγκάσει σε τήρηση των υποχρεώσεών του, ζητώντας π.χ.
την αποκατάσταση της δικής του ζημίας, αφού η σύμβαση εκχωρήσεως, ως εκποιητική δικαιοπραξία, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα όχι την ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρεώσεως από τον εκχωρητή, αλλά την απώλεια της απαιτήσεως γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα (ΑΠ 239/2015, ΑΠ 454/2013, ΑΠ 646/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα, , πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα στην κύρια αγωγή, Ε.
Κ., ήταν κυρία ενός φορτηγού οχήματος και συγκεκριμένα ενός ειδικού οχήματος οδικής βοήθειας, τύπου βαρέων οχημάτων, μάρκας Mercedes, τύπου actors, χρώματος λευκού, με αριθμό κυκλοφορίας ...4, αριθμό πλαισίου W...5823, αριθμό κινητήρα O...AII/1 και με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας, 2-9-2005, το οποίο είχε την πρόθεση να πωλήσει.
Το ειδικό αυτό όχημα μπορούσε να κυκλοφορεί μέχρι τις 31-12-2005, εντός του νομού της έδρας του, όπως αναγραφόταν ρητά στην άδεια κυκλ κυκλοφορίας του. Για την αγορά του οχήματος εκδήλωσε ενδιαφέρον, η ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "..." (παρεμπιπτόντως εναγομένη), η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων, στους τομείς της εκμετάλλευσης, φορτηγών, γερανών, περονοφόρων και ανυψωτικών μηχανημάτων και της παροχής οδικής βοήθειας, δια του νομίμου εκπροσώπου της Κ.
Μ.. Το εν λόγω δε όχημα επιθυμούσε να προμηθευτεί για τις ανάγκες της επιχείρησής της, καθώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είχε καταρτίσει σύμβαση με την ανώνυμη εταιρία "...", βάσει της οποίας θα παρείχε στην τελευταία, υπηρεσίες οδικής βοήθειας. Ωστόσο, επειδή δεν διέθετε τα αναγκαία για την καταβολή του τιμήματος κεφάλαια, συμφώνησε με την ενάγουσα - πωλήτρια στην κύρια αγωγή, για την απόκτησή του μέσω σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που θα κατάρτιζε με την εναγομένη στην κύρια αγωγή, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία, "...", η οποία είναι εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια του ν. 1665/1986.
Έτσι, στις 2-11-2005, μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για την αγορά του οχήματος, συμφωνήθηκε ότι η τελευταία εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης θα αποκτούσε το όχημα κατά κυριότητα, ακολούθως δε θα παραχωρούσε την κατοχή του στην παρεμπιπτόντως εναγομένη, ανώνυμη εταιρία, μέσω σύμβασης Leasing, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα.
Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 166.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, ποσοστού 19% και συνολικά σε 166.600 ευρώ. Έναντι του τιμήματος, η παρεμπιπτόντως εναγομένη, κατέβαλε στην πωλήτρια, Ε. Κ., σε μετρητά, το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί από την εναγομένη στην κύρια αγωγή, εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Για την πώληση, η ενάγουσα εξέδωσε το με αριθμό …/2-11-2005 προτιμολόγιο στο όνομα της παρεμπιπτόντως εναγομένης και την από 2-11-2005 απόδειξη είσπραξης ποσού 15.000 ευρώ, με αναγραφόμενη αιτία, "προκαταβολή" για την αγορά του παραπάνω οχήματος. Ωστόσο, επειδή η παρεμπιπτόντως εναγομένη χρειαζόταν άμεσα το όχημα αυτό, την επόμενη ημέρα (3-11 - 2005), καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ενάγουσας - πωλήτριας, δυνάμει του υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση μίσθωσης, με την οποία η ενάγουσα εκμίσθωσε στην τελευταία το όχημα για το χρονικό διάστημα από 3-11-2005 μέχρι 17-11-2005, αντί μισθώματος 300 ευρώ, η δε παρεμπιπτόντως εναγομένη - μισθώτρια παρέλαβε το αυτοκίνητο αυθημερόν.
Ακολούθως, η παρεμπιπτόντως εναγομένη υπέβαλε αίτηση προς την εναγομένη στην κύρια αγωγή, εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, ζητώντας τη χρηματοδότησή της, για την απόκτηση του οχήματος. Το αίτημά της έγινε δεκτό και στις 30-11-2005, υπογράφηκε μεταξύ τους, η με αριθμό ...60 συμφωνία περί σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης, που περιλαμβάνει τους γενικούς όρους της σύμβασης αυτής.
Με τον υπό στοιχ. 1.1 όρο της άνω συμφωνίας, η εναγομένη - εκμισθώτρια δήλωσε ότι προτίθεται να εκμισθώνει στη μισθώτρια κινητά πράγματα και στην προκειμένη περίπτωση το προαναφερόμενο όχημα, υπό τους αναφερόμενους όρους, όπως αυτοί θα εξειδικεύονται με την υπογραφή της συμφωνίας, με τους ειδικότερους όρους της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ενώ με τους όρους υπό στοιχεία 2.1 και 2.2 της ίδιας όπως παραπάνω συμφωνίας, η εναγομένη (εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης), ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα στην προμηθεύτρια - ενάγουσα στην ίδια αγωγή, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, αμέσως μετά την υπογραφή του σχετικού παραρτήματος, υπό τους όρους ότι, α) η μισθώτρια θα έχει παραδώσει στην εναγομένη το πιστοποιητικό αποδοχής μισθίου, το τιμολόγιο του προμηθευτή και αντίγραφο του δελτίου αποστολής, β) δεν υφίσταται ανεξόφλητη οφειλή προς την εναγομένη από οποιαδήποτε αιτία, γ) έχουν συσταθεί νόμιμα οι εμπράγματες ή άλλες ασφάλειες που θα ασφαλίζουν τη σύμβαση και δ) η μισθώτρια θα προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε το όχημα να λάβει αριθμό κυκλοφορίας εντός μηνός από την έναρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης.
Επιπλέον, στην ίδια όπως παραπάνω συμφωνία (με αριθμό ...60) συνομολογήθηκε, ότι, "η επιλογή του προμηθευτή και του μισθίου και η συνομολόγηση του τιμήματος και των λοιπών όρων αγοράς του μισθίου είναι αποκλειστική ευθύνη του μισθωτή...", ότι ' 'η παραγγελία και ο έλεγχος του μισθίου γίνονται απευθείας από το μισθωτή, ο οποίος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για την ακρίβεια και ορθότητα της παραγγελίας, καθώς επίσης και για τις προδιαγραφές ή οδηγίες που έχουν σχέση με την κατασκευή, ποιότητα, σχεδιασμό, λειτουργία, αγορά, μεταφορά παράδοση, εγκατάσταση και συντήρηση του μισθίου....", ότι, "η εκμισθώτρια παρέχει στο μισθωτή την εντολή παραλαβής του μισθίου" (όρος 3.1, 2) και ότι σε περίπτωση, που το μίσθιο είναι μηχάνημα έργου ο μισθωτής υποχρεούται να προβεί αμέσως σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε το μίσθιο να λάβει αριθμό κυκλοφορίας εντός μηνός από την έναρξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης (όρος 30.2).
Στη συνέχεια, η εναγομένη χρηματοδοτική εκμισθώτρια, με την από 29-12-2005 επιστολή, αφού γνωστοποίησε στην κυρίως ενάγουσα- πωλήτρια, ότι είχε συμφωνήσει με την παρεμπιπτόντως εναγομένη για την κατάρτιση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ότι είχαν υπογραφεί μεταξύ τους, οι με αριθμούς ...60 και ...60-10/30-11-2005 συμφωνίες γενικών και ειδικών όρων χρηματοδοτικής μίσθωσης, δήλωσε ότι θα εξοφλήσει την αξία του μισθίου (τίμημα) πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, εφόσον πληρωθούν οι αναφερόμενοι στην επιστολή όροι.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, η μεν ενάγουσα - προμηθεύτρια έπρεπε να της παραδώσει, α) τιμολόγιο πώλησης, εκδιδόμενο σύμφωνα με τον ΚΒΣ, νόμιμα συμπληρωμένο στο όνομά της, ως αγοράστριας, με πλήρη περιγραφή του οχήματος, των τεχνικών χαρακτηριστικών του, του σειριακού αριθμού, του έτους κατασκευής καθώς και για το ότι αυτό είναι καινούργιο ή μεταχειρισμένο, κατά περίπτωση και β) αντίγραφο του δελτίου αποστολής στο όνομα της μισθώτριας, με την ένδειξη, "κατ' εντολή και για λογαριασμό της "... ...", υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από τη μισθώτρια.
Επίσης, η μισθώτρια έπρεπε, α) να της παραδώσει τη συμβολαιογραφική πράξη της χρηματοδοτικής μίσθωσης, από την οποία θα προκύπτει ότι η μισθώτρια παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο και είναι της απολύτου αποδοχής της, με ανέκκλητη εντολή εξόφλησης του τιμολογίου, β) να της έχει καταβάλει το πρώτο μίσθωμα και τα διαχειριστικά έξοδα της χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και τα λοιπά έξοδα που επιρρίπτονται στο μισθωτή, γ) να αποστείλει στην εταιρία αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας και δ) να έχουν πληρωθεί τυχόν άλλοι όροι, που έχει ειδικώς συνομολογήσει η εναγομένη με τη μισθώτρια.
Στην ανωτέρω επιστολή αναφέρεται ακόμη, ότι, "η ως άνω σύμβαση πώλησης θεωρείται ολοκληρωμένη μόνο μετά τη σύναψη των ανωτέρω και με την προϋπόθεση, ότι θα έχουν εκδοθεί οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αναφερόμενου φορτηγού" και ότι η ματαίωση για οποιοδήποτε λόγο της υπογραφής της (χρηματοδοτικής μίσθωσης), επιφέρει και τη ματαίωση της πώλησης, χωρίς να θεμελιώνεται οποιαδήποτε υποχρέωσή της προς αποζημίωση, αντίθετα στην περίπτωση αυτή, η πωλήτρια οφείλει να της επιστρέψει την τυχόν δοθείσα προκαταβολή, εντόκως.
Περαιτέρω, στα πλαίσια της σύμβασης πώλησης, η ενάγουσα πωλήτρια απέστειλε στην εναγομένη αγοράστρια το με αριθμό 1/4-1-2006 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής προς αυτήν, με πλήρη περιγραφή του πωλούμενου οχήματος, υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από την παρεμπιπτόντως εναγομένη εταιρία, με την ένδειξη κατ' εντολή και για λογαριασμό της "... ...".
Παράλληλα, η ενάγουσα κατέθεσε στην αρμόδια Υπηρεσία της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών του Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, την άδεια κυκλοφορίας και τις πινακίδες του άνω ενάριθμου μέχρι τότε φορτηγού αυτοκινήτου, εκδοθείσας προς τούτο της με αριθμό πρωτοκ. …0/2-1-2006 βεβαίωσης της ανωτέρω Υπηρεσίας.
Επίσης, καταβλήθηκαν οι ανάλογες για τη μεταβίβαση οικονομικές επιβαρύνσεις και ο ειδικός φόρος υπεραξίας. Το πιο πάνω τιμολόγιο και αντίγραφο της υποβληθείσας δήλωσης υπεραξίας, προσκομίστηκαν στην αρμόδια Υπηρεσία, μετά δε την ολοκλήρωση όλων των διατυπώσεων, στις 9-1-2006, καταχωρήθηκε η σχετική μεταβίβαση στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, λαμβάνοντας αριθμό …87.
Έτσι, ολοκληρώθηκε και η εμπράγματη σύμβαση της μεταβίβασης της κυριότητας του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου και η εναγομένη, εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, από 9-1-2006 κατέστη, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, κυρία του οχήματος. Οι ισχυρισμοί της τελευταίας (εναγομένης), οι οποίοι διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο της από 20-12-2014 έφεσής της, ότι η εν λόγω σύμβαση πώλησης, δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον τα συμβαλλόμενα μέρη κατά το χρόνο συνομολόγησης της, εξάρτησαν την ολοκλήρωσή της από την έκδοση άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων του οχήματος, υπό τον τύπο αναβλητικής αίρεσης, απαραδέκτως προτείνονται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα νομική σκέψη, αφού ουδεμία τέτοια αίρεση καταχωρήθηκε στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, ούτε επιτρέπεται ανταπόδειξη στη μεταβίβαση κυριότητας αυτοκινήτου, λόγω πώλησης, η οποία αποδεικνύεται από τη σχετική πράξη των συμβαλλομένων μερών της, που όπως εν προκειμένω, είναι καταχωρημένη στην άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.
Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων του πωληθέντος οχήματος, δεν αφορούσε την ενάγουσα - πωλήτρια αυτού, αλλά τη μισθώτρια εταιρία, η οποία, σύμφωνα με όσα είχαν συνομολογηθεί μεταξύ αυτής και της εναγομένης εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης, ανέλαβε την υποχρέωση της έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του οχήματος.
Περαιτέρω, την επομένη ημέρα της μεταβίβασης της κυριότητας του οχήματος στην εναγομένη, ήτοι στις 10-1-2006, με το με αριθμό …52/10-1-2006 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Π., καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης - κυρίας του οχήματος και της παρεμπιπτόντως εναγομένης, σε εκτέλεση των με αριθμούς ...60 και ...60-0/30-11-2005, γενικών και ειδικών όρων, που είχαν συναφθεί μεταξύ τους, σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με την οποία η εναγομένη - εκμισθώτρια, δηλώνοντας, ότι έχει την πλήρη και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του άνω οχήματος, από 9-1-2006, δυνάμει σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας αυτού από την (ενάγουσα - πωλήτρια) Ε.
Κ. (άρθρο 1 της σύμβασης), εκμίσθωσε αυτό στην παρεμπιπτόντως εναγομένη, σύμφωνα με τους όρους που διαλαμβάνονται στη σύμβαση αυτή. Με την εν λόγω σύμβαση η παρεμπιπτόντως εναγομένη - μισθώτρια δήλωσε, ότι παρέλαβε το όχημα ανεπιφύλακτα, ότι αυτό είναι της απόλυτης αποδοχής της, σε άριστη κατάσταση και σύμφωνο με τη χρήση που το προορίζει και παρείχε στην εναγομένη εκμισθώτρια την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε κάθε σχετική πράξη, προκειμένου να καταβάλει στην ενάγουσα - πωλήτρια, το συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, πλέον ΦΠΑ (άρθρα 7.2 και 8.4 της σύμβασης).
Η δε εναγομένη - εκμισθώτρια δήλωσε, ότι παρέδωσε στη μισθώτρια τη χρήση του οχήματος, το οποίο, όμως, ήδη βρισκόταν στην κατοχή της, κατά τα προεκτεθέντα. Παράλληλα, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση, με δική της φροντίδα και δαπάνες να λάβει όλες τις απαραίτητες άδειες ή εγκρίσεις για τη χρήση του μισθίου οχήματος, που αφορούν είτε το ίδιο το φορτηγό αυτοκίνητο, στις οποίες περιλαμβάνονται η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων κυκλοφορίας (άρθρο 7. 4 της σύμβασης).
Επίσης, λόγω του γεγονότος ότι η εναγομένη δεν μετείχε στη διαδικασία επιλογής του άνω οχήματος και του προμηθευτή, αποκλείστηκε οποιαδήποτε ευθύνη αυτής ως εκμισθώτριας, για ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, για μη εκπλήρωση, υπερημερία ή πλημμελή εκπλήρωση της παροχής. Επιπλέον, η εναγομένη εκχώρησε στη μισθώτρια όλα τα δικαιώματα και τις αξιώσεις της, κατά της ενάγουσας πωλήτριας, εξαιτίας ελαττωμάτων, ή έλλειψης συνομολογημένων ιδιοτήτων, περιλαμβανομένων ιδίως του δικαιώματος υπαναχώρησης και της αξίωσης αποζημίωσης, από τη σύμβαση πώλησης.
Σύμφωνα δε, με τους υπό στοιχεία 13.1 και 13.2 όρους της σύμβασης αυτής, σε συνδυασμό και με το άρθρο 18 της από 30-11-2005 συμφωνίας, πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων και όχι για μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και έτσι, ακόμα και μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, υπόχρεη για την καταβολή του τιμήματος, έναντι της ενάγουσας πωλήτριας, είναι η εναγομένη αγοράστρια του οχήματος, δυνάμει της σύμβασης πώλησης που κατάρτισαν.
Η ύπαρξη δε τυχόν ελαττωμάτων ή η έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του οχήματος παρείχαν στην τελευταία τη δυνατότητα να ασκήσει τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ δικαιώματα, πριν, όμως, την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφού με αυτή εκχώρησε τα άνω δικαιώματά της κατά της πωλήτριας, στη μισθώτρια - παρεμπιπτόντως εναγομένη.
Η τελευταία, μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ενώ το όχημα βρισκόταν στην κατοχή της, με την από 21-3-2006 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε στην ενάγουσα - προμηθεύτρια (πωλήτρια), στις 6-4-2006, επικαλούμενη έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, άλλως πραγματικό ελάττωμα του οχήματος, λόγω του γεγονότος ότι κατέστη αδύνατη η έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από την από 9-1-2006 σύμβαση πώλησης.
Τη δήλωση δε κοινοποίησε και στην εναγομένη - αγοράστρια, ενώ παράλληλα με την από 22-3-2006 εξώδικη δήλωση, δήλωσε στην τελευταία, ότι μετά την εκ μέρους της ασκηθείσα υπαναχώρηση, ουδεμία υποχρέωση έχει για την καταβολή μισθωμάτων με βάση τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης. Η άνω δήλωση υπαναχώρησης αποκρούστηκε από την ενάγουσα - πωλήτρια, η οποία ήδη, με την από 9-2-2006 εξώδικη δήλωσή της, είχε διαμαρτυρηθεί προς την εναγομένη - αγοράστρια, για τη μη καταβολή του τιμήματος, τάσσοντας προθεσμία δέκα ημερών από τη λήψη της εξώδικης, για την καταβολή του.
Στη δήλωση υπαναχώρησης, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν προσδιορίζει τους λόγους για τους οποίους κατέστη αδύνατη η έκδοση νέας άδειας και πινακίδων κυκλοφορίας, αναφέροντας ότι πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τις λοιπές διαδίκους, συμβαλλόμενες στη σύμβαση πώλησης. Ωστόσο, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε, ότι το άνω πωληθέν όχημα, τόσο κατά το χρόνο της πώλησης, όσο και κατά τη μεταβίβαση της κυριότητάς του στην εναγομένη εκμισθώτρια, έφερε ελάττωμα συνιστάμενο στην αδυναμία έκδοσης νέας άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων.
Ειδικότερα, το όχημα αυτό διέθετε άδεια κυκλοφορίας φορτηγού ιδιωτικής χρήσεως, οχήματος οδικής βοήθειας, σύμφωνα δε με την άδεια αυτή, μπορούσε να κυκλοφορεί εντός των ορίων του νομού του, μέχρι τις 30-12-2005, γεγονός το οποίο αναγραφόταν στην άδεια κυκλοφορίας αυτού, όπως ήδη εκτέθηκε. Τούτο οριζόταν και στην από 29-6-2004 Απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία η ισχύς της άδειας των φορτηγών αυτοκινήτων οδικής βοήθειας, τοπικού χαρακτήρα, είχε παραταθεί μέχρι 31-12-2005.
Το γεγονός αυτό, το οποίο αναγραφόταν ρητά στην άδεια κυκλοφορίας και ήταν γνωστό στην παρεμπιπτόντως εναγομένη, λόγω και της δραστηριοποίησης της επιχείρησής της, στην εκμετάλλευση αυτοκινήτων τέτοιου τύπου, όπως δεν αμφισβητείται από αυτή, δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την απόκτηση από την ίδια του άνω φορτηγού οχήματος, διότι για το όχημα αυτό η τελευταία θα μπορούσε να εκδώσει άδεια φορτηγού δημόσιας χρήσης, είτε με την καταβολή χρηματικού ποσού, είτε με την απόσυρση από το στόλο της ενός παλαιού τύπου αυτοκινήτου, θέτοντας αντ' αυτού σε κυκλοφορία το νέο όχημα με μηδενικό κόστος.
Κατά την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην έκδοση νέας άδειας, ανεξάρτητα από το αν αυτή θα ήταν ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης, αιτία για την οποία η παρεμπιπτόντως εναγομένη, δήλωσε ότι το αυτοκίνητο είναι σύμφωνο με τη χρήση για την οποία το προορίζει.
Η δήλωση μάλιστα αυτή συμπεριλήφθηκε στην άνω σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, που καταρτίστηκε στις 10-1-2006, ήτοι μετά το χρόνο λήξης της παλαιάς άδειας του αυτοκινήτου, στις 30-12-2005. Και τούτο διότι η ίδια, η οποία είχε ήδη θέσει σε κυκλοφορία ένα ίδιου τύπου γερανοφόρο όχημα με άδεια φορτηγού δημοσίας χρήσης, μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σκόπευε πράγματι να θέσει σε κυκλοφορία το πωλούμενο όχημα με τον ίδιο τρόπο, αποσύροντας ένα παλαιού τύπου αυτοκίνητο και αντικαθιστώντας αυτό με το επίδικο όχημα.
Ωστόσο, διακόπηκε η συνεργασία της με την ανώνυμη εταιρία "...", για την εξυπηρέτηση της οποίας μίσθωσε το επίδικο αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρεται πλέον για τον εφοδιασμό του, με νέα άδεια κυκλοφορίας και πινακίδες. Ενόψει αυτών, η παραπάνω δήλωση υπαναχώρησης δεν επέφερε την ανατροπή των αποτελεσμάτων της πώλησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη στην κύρια αγωγή, με το δεύτερο λόγο της από 20-12-2014 έφεσής της.".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε, ως απαραδέκτως προβαλλόμενο, τον ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που διαλαμβανόταν στον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίον παρεπονείτο για την απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του ισχυρισμού της ότι, η, βάσει της ανωτέρω χρηματοδοτικής συμβάσεως, συνδέουσα αυτήν (εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα) και την εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσίβλητη), σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου φορτηγού αυτοκινήτου, δεν ολοκληρώθηκε, διότι δεν επληρώθη η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούσε, της εκδόσεως αδείας και πινακίδων κυκλοφορίας για το εν λόγω φορτηγό αυτοκίνητο, καθ' όσον, όπως ειδικότερα, δέχθηκε, "ουδεμία τέτοια αίρεση καταχωρήθηκε στο βιβλιάριο μεταβολών του οχήματος, ούτε επιτρέπεται ανταπόδειξη στη μεταβίβαση κυριότητας αυτοκινήτου, λόγω πώλησης, η οποία αποδεικνύεται από τη σχετική πράξη των συμβαλλομένων μερών της, που όπως εν προκειμένω, είναι καταχωρημένη στην άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου.
Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση άδειας κυκλοφορίας και πινακίδων του πωληθέντος οχήματος, δεν αφορούσε την ενάγουσα - πωλήτρια αυτού, αλλά τη μισθώτρια εταιρία, η οποία, σύμφωνα με όσα είχαν συνομολογηθεί μεταξύ αυτής και της εναγομένης εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης, ανέλαβε την υποχρέωση της έκδοσης της άδειας κυκλοφορίας και των πινακίδων του οχήματος.".
Όμως, με την ανέλεγκτη παραδοχή, ότι στο βιβλίο μεταβολών του πωληθέντος οχήματος δεν είχε καταχωρηθεί η ανωτέρω αναβλητική αίρεση, ότι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν.δ.1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων" και ακολούθως με την κρίση ότι τούτο απαιτείτο, προκειμένου έτσι να αποδεικνύεται το αντικείμενο, η έκταση και τα λοιπά στοιχεία της συμφωνίας ή του δικαιώματος επί του μεταβιβαζομένου αυτοκινήτου, αποκλειομένης κάθε ανταποδείξεως ως προς τα στοιχεία αυτά (επιφυλασσόμενων μόνο των περί ουσιώδους πλάνης απάτης ή απειλής διατάξεων του ΑΚ), το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 513, 361, 201, 202, 1034, 1036, 1037, 1038, 1039, 1040 ΑΚ, 1 παρ. 1 και 3, 3 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 6 παρ.1, 2 και 3 του ν.δ. 1146/1972 "περί του τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων", και 1 παρ.1 και 2 του Ν. 722/1977 "περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητας των αυτοκινήτων οχημάτων".
Και τούτο διότι από την εν λόγω αίρεση, υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της, η οποία, όπως περαιτέρω δέχεται ανελέγκτως το Εφετείο, συνομολογήθηκε μεταξύ της κυρίως ενάγουσας πωλήτριας και της κυρίως εναγομένης αγοράστριας και απετέλεσε περιεχόμενο της μεταξύ τους επίδικης συμβάσεως πωλήσεως, εξαρτήθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 201, 202 και 513 ΑΚ, η υποσχετική σύμβαση της πωλήσεως και όχι η εμπράγματη σύμβαση της μεταβιβάσεως της κυριότητας του εν λόγω φορτηγού αυτοκινήτου, με συνέπεια, η αίρεση αυτή, να μην απαιτείται να καταχωρηθεί στο βιβλίο μεταβολών του πωληθέντος αυτοκινήτου, για να μπορεί έτσι μόνον να αποδεικνύεται και να τίκτει τις συνέπειές της, όπως εσφαλμένως δέχθηκε (το Εφετείο).
Συνεπώς, τα αυτά, που υποστηρίζει με τον σχετικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, είναι βάσιμα.
Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1705/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό.-
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Αυγούστου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ