1320/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1320/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Full text
Απόφαση 1320 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Ό. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5)Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 6)Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7)Ε. Ν. του Λ., κατοίκου ..., 8)Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 9)Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 10)Φ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 11)Δ. Χ. του Π., κατοίκου .... Οι 1ος, 2η, 4η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η και 11ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασιλείου και οι 3η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", όπως μετονομάσθηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. χωρίς να καταθέσει προτάσεις, και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο - Ιωάννη Περλίγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία δηλώνει ότι η 2η ανώνυμη εταιρεία έχει ήδη μετονομασθεί σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε." και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών διαδίκων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2481/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5638/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1315/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε ως προς ορισμένους διαδίκους και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 7556/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/12/2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 10/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά δε την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή την παρέλευση του χρονικού σημείου, παύει αυτή να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη.
Και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, τα οποία αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση, ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τους δικαιοπρακτούντες ή από το νόμο χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων πάγιων και διαρκών αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης του εργαζομένου από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του ισχύοντος εσωτερικού δικαίου παρεχομένη προστασία είναι μάλιστα πληρέστερη εκείνης που παρέχεται βάσει της μεταγενέστερης υπ' αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας που άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας συμμόρφωσης μέχρι τις 10.7.2002, και είχε ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία ειδικότερα δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΟΤΑ ή φορείς του δημοσίου πριν από την έναρξη εφαρμογής (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ, η οποία με το άρθρο 2 αυτής παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας συμμόρφωσης μέχρι τις 10.7.2002, της οποίας η Ελλάδα έκανε χρήση, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 17 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή του ΟΤΑ ή του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται και (3) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ/τος 164/2004, που εκδόθηκε καθυστερημένα σε συμμόρφωση της ανωτέρω Οδηγίας για μισθωτούς απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα (στον ιδιωτικό τομέα τυγχάνει εφαρμογής από 2.4.2003 το ΠΔ 81/2003) και άρχισε να ισχύει από 19.7.2004, στο οποίο διαγράφονται οι προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που κατά τη φύση τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε αορίστου, δεν εφαρμόζονται οι τελευταίες ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν, κατ' εφαρμογή του άνω άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.
και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011). Αυτονόητη προϋπόθεση όμως της κατά τα ανωτέρω εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος είναι οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να καταρτίσθηκαν απ' ευθείας μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους.
Ως εργοδότης δε στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 648 του ΑΚ, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο τη παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να του καταβάλλει τον συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό. Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά τη κατάρτιση της σύμβασης εργασίας.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 651 και 361 του ΑΚ προκύπτει ότι είναι καθόλα δυνατή, με συμφωνία ή με συναίνεση του εργαζομένου, η παροχή των υπηρεσιών του τελευταίου για ορισμένο ή αόριστο χρόνο σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού). Στη περίπτωση του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο αρχικός (άμεσος) εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητά του αυτή, είναι δε υποχρεωμένος, ως αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση εργασίας, να καταβάλει τις αποδοχές στον μισθωτό, εκτός τυχόν αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 1240/2014, ΑΠ 800/2014, ΑΠ 1580/2012).
Ο τρίτος (έμμεσος εργοδότης) που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, ασκεί κατά τη διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα κατά τη παροχή των υπηρεσιών του μισθωτού προς αυτόν και αποκτά και αυτός, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του εργοδότη κατά το μέρος αυτό, επέρχεται δηλαδή κατάτμηση της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων (ΑΠ 17/2012).
Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια παραχώρηση του εργαζόμενου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας. Λόγω δε της μη μεταβολής της εργασιακής σχέσης μεταξύ εργοδότη (άμεσου) και μισθωτού, σε περίπτωση αρχικής σύμβασης δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού σε τρίτο (έμμεσο εργοδότη), η εν λόγω αρχική σύμβαση δανεισμού δεν προσμετράται στις τυχόν επακολουθήσασες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του τρίτου, ως άμεσου εργοδότη πλέον, και του μισθωτού ως μέρος μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εκτός εάν αυτή (σύμβαση δανεισμού) κατά την περί τούτου ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας καταρτίσθηκε εικονικά με πραγματικό εργοδότη τον τρίτο και με σκοπό την καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 από τον τρίτο (έμμεσο εργοδότη).
Τούτο άλλωστε ορίσθηκε ρητώς και νομοθετικά με τις μεταγενέστερες του επίδικου χρόνου διατάξεις του άρθρου 3 περ. α του Π.Δ/τος 81/2003 και του άρθρου 3 παρ. α του Π.Δ/τος 164/2004, που εκδόθηκαν καθυστερημένα προς ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο της υπ' αριθ. 1999/70 οδηγίας, κατά τις οποίες ως εργαζόμενος ορισμένου χρόνου νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ εργοδότη και του εργαζομένου, περίπτωση που δεν υφίσταται επί δανεισμού εργαζόμενου (ΑΠ 674/2012).
Η προαναφερθείσα γνήσια σύμβαση δανεισμού εργασίας διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του μη έχοντος εν προκειμένου εφαρμογή ως εκ του κρίσιμου χρόνου μεταγενέστερου Ν. 2956/2001 (ισχύοντος από 6 Νοεμβρίου 2001), κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης, στις οποίες οι εργαζόμενοι τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ` αυτές, αλλά σε τρίτους που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία - αρχικός εργοδότης, και επί της οποίας είναι δυνατή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 20 έως 26 του νόμου αυτού, η μετατροπή της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη (ΑΠ 674/2012).
Εξ άλλου µε την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, µε τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται, ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται µε το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα µε υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα µε το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται μετά την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, ήτοι μετά τις 17.4.2001, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συµβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισµό της έννομης σχέσης, ως συµβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι δυνατή υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος η εφαρμογή στις ανωτέρω συμβάσεις της προαναφερόμενης ρύθμισης από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920. Εξ άλλου, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η προμνησθείσα υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισµό των συµβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συµβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (ΑΠ 1678/2011, ΑΠ 1315/2012).
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 του Ν. 2636/1998 (ΦΕΚ Α 198) ιδρύθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και σκοπός αυτής, κατ' άρθρ. 13 παρ. 1 και 3 του ίδιου νόμου, είναι η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και το Καζίνο Πάρνηθας .
Με το άρθρο 9 παρ.4 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ Α 178) η παραπάνω εταιρεία μετονομάσθηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν.3270/2004 σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Με το άρθρο 10 παρ. 5 εδ. β' του Ν. 2837/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του Ν. 3139/2003 "Ρύθμιση για τα Καζίνα Πάρνηθας και Κέρκυρας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 100) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ορίσθηκε ότι "με την ανάληψη της διοίκησης, διαχείρισης ή εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", Καζίνο - Ξενοδοχείο- Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1 ...
όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζομένους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς τα "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...
Για πέντε χρόνια από τη μεταφορά του παραπάνω προσωπικού στις εταιρείες της παραγράφου 1 δεν χωρεί καταγγελία των ατομικών συμβάσεων εργασίας λόγω αναδιάρθρωσης των λειτουργικών υπηρεσιών ή διακοπής λειτουργίας τμήματος ή τμημάτων των εταιρειών αυτών ή άλλους οικονομοτεχνικούς λόγους". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθ. 12 παρ. 2 εδ.
β' του Ν. 2636/1998, που προστέθηκε με το άρθρ. 4 παρ. 3 του Ν. 3139/2003 "η εταιρεία, καθώς και οι εταιρείες που συνιστά δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από τις κείμενες διατάξεις, μετά την ανάθεση της διοίκησης και διαχείρισής του σε ιδιώτες".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3139/2003 στην παραπάνω εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" χορηγήθηκε αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (30.4.2003) η άδεια λειτουργίας καζίνο στη θέση "Μον Παρνές" στην Πάρνηθα και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" (αναλυτικά άρθρ. 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου).
Κατά το άρθρο 4 παρ. 7 του νόμου αυτού το προσωπικό της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 μπορεί α) μέσα σε ένα έτος από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση μεταφοράς είτε στο Δημόσιο είτε σε ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή σε ΟΤΑ, και β) μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις ως άνω εταιρείες να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχώρησης από την εργασία του, υπό τους διαλαμβανόμενους στην ίδια διάταξη όρους και προϋποθέσεις.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ. "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της".
Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998, ΑΠ 1580/2012).
Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998).
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού εκπαιδεύθηκαν ως τεχνικοί τυχερών παιγνίων (κρουπιέρηδες) στο Καζίνο της Πάρνηθας, κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου του έτους 2000, προσελήφθησαν από την εταιρεία με την επωνυμία "...
SA" (μη διάδικο στη παρούσα δίκη) που είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών προμήθειας εργασίας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με διάρκεια α) από 18.12.2000 έως 27.5.2001 για τους πρώτο έως και όγδοη των αναιρεσειόντων και β) από 7.3.2001 έως 27.5.2001 για τους ένατη ως ενδέκατο των αναιρεσειόντων, δυνάμει των οποίων αυτοί απασχολήθηκαν με την ειδικότητα του βοηθού τεχνικού παιγνίων, στο Καζίνο Πάρνηθας.
Ότι στις σχετικές έγγραφες συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτών και της προαναφερόμενης εταιρείας με την επωνυμία "... SA", αναγραφόταν ως "πελάτης" η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ" (ήδη μετονομασθείσα σε "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ"), ενώ επίσης περιεχόταν σχετικός όρος (υπό στοιχείο 3.1) στον οποίο αναγραφόταν κατά λέξη ότι "ο εργαζόμενος αναγνωρίζει και αποδέχεται χωρίς επιφύλαξη ότι καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης θα προσφέρει τις υπηρεσίες του με σχέση δανεισμού προς τον πελάτη που αναγράφεται στη πρώτη σελίδα της παρούσας και στις εγκαταστάσεις του σύμφωνα με τις ειδικότερα οδηγίες που θα λάβει από τον πελάτη.
Συνεπώς ο εργαζόμενος δέχεται με τη παρούσα σύμβαση να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον παραπάνω πελάτη, χωρίς να έχει από αυτόν το δανεισμό καμία απολύτως απαίτηση για πρόσθετη αποζημίωση ή άλλα δικαιώματα, καθώς ρητώς συμφωνεί και συνομολογεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον πελάτη για όσο χρονικό διάστημα η εταιρεία θα είναι και θα παραμείνει ο εργοδότης του εργαζομένου και θα έχει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις, βάσει της παρούσης".
Ότι με βάση τις έγγραφες αυτές συμφωνίες ορισμένου χρόνου οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με τη προαναφερομένη ειδικότητά τους κατά τα άνω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα ο καθένας αντίστοιχα, με τη μορφή του δανεισμού στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των άνω δανεισθέντων μισθωτών ως έμμεση εργοδότρια και έναντι των συμφωνημένων με τις άνω συμβάσεις αποδοχών τους, τις οποίες τους κατέβαλε η άνω αρχική - άμεση εργοδότρια τους με την επωνυμία "...
SA". Ότι μετά τη λήξη των άνω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι προαναφερόμενοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με διάρκεια α) από 8.6.2001 έως 8.2.2002 οι 1ος, 2η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η και 10η και β) από 11.6.2001 έως 8.2.2002 οι 3η, 9η και 11ος εξ αυτών και βάσει αυτών απασχολήθηκαν από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια τους στο Καζίνο Πάρνηθας με την ειδικότητα των τεχνικών τυχερών παιγνίων και έναντι των συμφωνημένων και προβλεπομένων από την ισχύουσα τότε οικεία επιχειρησιακή ΣΣΕ αποδοχών για την ειδικότητα αυτή.
Ότι ακολούθως, μετά τη λήξη των προαναφερομένων άνω συμβάσεων εργασίας τους, οι προαναφερόμενοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Χ. Μ., ο οποίος διέθετε ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και υποστήριξης λειτουργίας επιχειρήσεων, (χωρίς όμως να προκύπτει ότι αυτός διέθετε την απαιτουμένη ειδική άδεια του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 2956/2001) με διάρκεια από 18.2.2002 έως 16.6.2002 για όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν με την ίδια ειδικότητα των τεχνικών τυχερών παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας και έναντι των συμφωνημένων και προβλεπομένων από την ισχύουσα τότε οικεία επιχειρησιακή ΣΣΕ αποδοχών για την ειδικότητα αυτή.
Ότι μετά τη λήξη των τελευταίων αυτών συμβάσεων εργασίας με τον Χ. Μ., οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη με διάρκεια α) από 1.7.2002 έως 4.3.2003 για τον 1ο ενάγοντα και β) από 4.7.2002 έως 4.3.2003 για τους λοιπούς και βάσει αυτών απασχολήθηκαν από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως εργοδότρια τους στο Καζίνο Πάρνηθας με την ως άνω ειδικότητα των τεχνικών τυχερών παιγνίων και έναντι των συμφωνημένων και προβλεπομένων από την ισχύουσα τότε οικεία επιχειρησιακή ΣΣΕ αποδοχών για την ειδικότητα αυτή.
Ότι στη συνέχεια, μετά τη λήξη των αμέσως ανωτέρω συμβάσεων εργασίας τους, οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατάρτισαν νέες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τον προαναφερόμενο Χ. Μ., με διάρκεια από 4.3.2003 έως 30.6.2003 για όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν με την ίδια ανωτέρω ειδικότητα των τεχνικών τυχερών παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας και έναντι των συμφωνημένων και προβλεπομένων από την ισχύουσα τότε οικεία επιχειρησιακή ΣΣΕ αποδοχών για την ειδικότητα αυτή.
Ότι όταν έληξε ο αμέσως ανωτέρω συμφωνημένος χρόνος διάρκειας των τελευταίων αυτών συμβάσεων εργασίας τους (30.6.2003), η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία από τις 30.4.2003 είχε υπεισέλθει, όσον αφορά την εκμετάλλευση του άνω Καζίνου Πάρνηθας, στη θέση της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτής, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους [...].
Ότι περαιτέρω με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2481/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε δεκτό, χωρίς να προσβληθεί με έφεση ή αντέφεση κατά το κεφάλαιό της αυτό, ότι η πρόσληψη των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων με τις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας, έγιναν προς εξυπηρέτηση των αναγκών της πρώτης [ενν.
δεύτερης] εναγομένης ΕΤΑ ΑΕ και ότι δεν υπήρχε πραγματική βούληση για την απασχόλησή τους από τον Χ. Μ., ο οποίος ουδέποτε άσκησε στους ενάγοντες διευθυντικό δικαίωμα, ενώ και η μισθοδοσία αυτών ήταν η ίδια με τη μισθοδοσία των λοιπών τεχνικών υπαλλήλων τεχνικών παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας και συνεπώς ο Χ.
Μ. δεν υπήρξε πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, με συνέπεια να νομιμοποιείται παθητικά η πρώτη εναγομένη (ΕΚΠ ΑΕ) που διαδέχθηκε αυτοδικαίως και κατά καθολική διαδοχή την επίσης νομιμοποιουμένη παθητικά δεύτερη εναγομένη (ΕΤΑ ΑΕ) στη σχέση εργασίας, την οποία είχε η τελευταία με τους ενάγοντες και όχι ο Χ.
Μ.. Ότι η παραδοχή αυτή της εκκαλουμένης απόφασης αφορά μόνο τον Χ. Μ. και όχι τη προαναφερομένη πρώτη - αρχική εργοδότρια των εναγόντων εταιρεία με την επωνυμία "... SA", ως προς την οποία αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι κατά τον άνω χρόνο διάρκειας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που κατάρτισαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με αυτή, η τελευταία ήταν στη πραγματικότητα άμεση εργοδότρια των εναγόντων, η οποία τους κατέβαλλε και τις συμφωνημένες αποδοχές τους, ενώ η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των άνω εναγόντων στα πλαίσια της σχέσης δανεισμού των τελευταίων ως μισθωτών, χωρίς να αποκοπεί ο ενοχικός δεσμός της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε με την ως άνω άμεση εργοδότριά τους εταιρεία ("...
SA"), ενώ η δεύτερη εναγομένη δεν υπήρξε πραγματική άμεση εργοδότριά τους, αλλά μόνο έμμεση με βάση την άνω τριμερή σχέση εργασίας που στηριζόταν και στη βούληση των τριών μερών. Ότι ο διαλαμβανόμενος στην ένδικη αγωγή ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά την απασχόλησή τους στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής και κατά συνέπεια συνδέονταν με αυτή, κατά το χρόνο μεταβίβασης του Καζίνο Πάρνηθας (30.4.2003) στη πρώτη εναγομένη, με μία ενιαία σχέση εργασίας αορίστου χρόνου δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες κατάρτισαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον Χ. Μ. και τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς τις οποίες έχει κριθεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι πραγματικός εργοδότης ήταν η δεύτερη εναγομένη, ήταν μεν διαδοχικές, πλην όμως η επί μέρους διάρκεια καθεμίας των ανωτέρω συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και η συνολική κατά τα άνω διάρκεια αυτών, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ώστε από αυτό να συνάγεται ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ανωτέρω επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης και συνεπώς ελλείπει το στοιχείο της πολύ μακροχρόνιας και επί σειράς ετών απασχόλησής τους, που υποδηλώνει κάλυψη παγίων, μονίμων και διαρκών αναγκών της προκείμενης επιχείρησης του Καζίνο Πάρνηθας της δεύτερης εναγομένης.
Ότι επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολούνταν σε θέσεις μόνιμου και τακτικού προσωπικού, ούτε ότι χρειάζονταν σε μόνιμη και σταθερή βάση τις υπηρεσίες τους για τη λειτουργία της άνω επιχείρησης, ο καθορισμός δε της διάρκειάς τους ως ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από τη φύση και το είδος της εργασίας τους ως τεχνικών υπαλλήλων στη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, που υπαγορεύονταν από λόγους αναγομένους στο είδος και τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης του Καζίνο Πάρνηθας, η οποία, εκτός από το προσωπικό που κάλυπτε τις μόνιμες και πάγιες ανάγκες της, κατά καιρούς χρειαζόταν εκτάκτως για περιοδικές ή και παροδικές ανάγκες της και άλλους εργαζομένους, ανάλογα με τη πελατειακή της κίνηση που κατά καιρούς εμφάνιζε και δη τη προσέλευση και συμμετοχή των παικτών στα διεξαγόμενα στο άνω Καζίνο παίγνια, η οποία δεν ήταν μόνιμη και σταθερή, αλλά εμφάνιζε διακυμάνσεις, άλλοτε με μικρή προσέλευση και συμμετοχή, οπότε δεν απαιτείτο η απασχόληση επί πλέον του υφισταμένου τακτικού προσωπικού και άλλοτε με μεγάλη προσέλευση και συμμετοχή παικτών στα άνω παίγνια και συνακόλουθη ανάγκη περιοδικής και παροδικής απασχόλησης επί πλέον προσωπικού της άνω ειδικότητας, των τεχνικών τυχερών παιγνίων, τέτοιες δε ανάγκες όχι πάγιες και διαρκείς, αλλά παροδικές και πρόσκαιρες κάλυπταν οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [...].
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 648, 671, 281 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και κατά συνέπεια οι επίδικες συμβάσεις εργασίας δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντιθέτως δε κατά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό τους ήταν και παρέμειναν όλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και ως εκ τούτου λύθηκαν αυτοδικαίως κατά τη λήξη του εκάστοτε χρόνου διαρκείας τους, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δέχθηκε ανελέγκτως ότι η παροχή της εργασίας των αναιρεσειόντων στο Καζίνο Πάρνηθας που εκμεταλλευόταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά το αρχικό διάστημα από 18.12.2000 έως 27.5.2001 για τους οκτώ πρώτους αναιρεσείοντες και από 7.3.2001 έως 27.5.2001 για τους τρεις τελευταίους αναιρεσείοντες έλαβε χώρα σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που αυτοί είχαν καταρτίσει με την εταιρεία "...
SA" (τρίτη) ως άμεση εργοδότρια αυτών, η οποία τους κατέβαλλε και τις συμφωνηθείσες με τις πιο πάνω συμβάσεις αποδοχές των, ότι αυτοί παρείχαν την εργασία τους στο πλαίσιο σχέσης δανεισμού στη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία ως έμμεση εργοδότρια αυτών και ότι οι ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με την άνω εταιρεία "...
SA" ήταν καθόλα έγκυρες και στηρίζονταν στη βούληση και των τριών μερών (σε αντίθεση με τις μεταγενέστερες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που αυτοί είχαν καταρτίσει με τον Χ. Μ., όπου πραγματικός εργοδότης των ήταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη, στην οποία παρείχαν την εργασία τους αμειβόμενοι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αμείβονταν οι λοιποί τεχνικοί τυχερών παιγνίων) κατέληξε σε ορθό διατακτικό, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, αν και με εσφαλμένη νομική αιτιολογία.
Ειδικότερα, οι αρχικές από 18.12.2000 έως 27.5.2001 και από 7.3.2001 έως 27.5.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των αναιρεσειόντων και της άμεσης εργοδότριας εταιρείας "... SA", κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορούν κατά νόμο να αποτελέσουν τμήμα μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών με την έμμεση εργοδότρια δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, στο πλαίσιο του δανεισμού αυτών, αφού δεν είχαν καταρτισθεί απ' ευθείας με αυτήν, ούτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου είχαν καταρτισθεί εικονικά με σκοπό τη καταστρατήγηση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (η με αριθμό 1999/70 Οδηγία δεν είχε αρχίσει να ισχύει κατά το πιο πάνω χρόνο), με συνέπεια η κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία ως πραγματικό τους εργοδότη έλαβε χώρα το πρώτον μετά τις 17.4.2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με τις οποίες απαγορεύθηκε, ακόμα και με νόμο, η μετατροπή των συμβάσεων του προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, στον οποίο υπαγόταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη, σε αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι ορθό, η νομική της όμως αιτιολογία εσφαλμένη, εφόσον με βάση την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, εφαρμοστέες ήταν οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις και όχι πλέον εκείνη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 671, 281 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, η οποία μετά τις 17.4.2001 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής.
Επομένως ο πρώτος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες συνιστάμενες σε κακή εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και σε αντιφατικές αιτιολογίες αυτής κατά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 του ΚΠολΔ να απορριφθεί.
Ο ίδιος αληθώς εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθ. 1315/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή (όπου γινόταν επίκληση ότι όλες οι καταρτισθείσες διαδοχικά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, περιλαμβανομένων εκείνων που καταρτίσθηκαν με τον Χ.
Μ. και εκείνων που καταρτίσθηκαν με την εταιρεία "... SA", έγιναν από τη πραγματική εργοδότρια δεύτερη αναιρεσίβλητη με σκοπό τη καταστρατήγηση των διατάξεων του εθνικού και κοινοτικού δικαίου και υπέκρυπταν στη πραγματικότητα ενιαία σχέση εξαρτημένης εργασίας με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη) συμμορφούμενο με την πιο πάνω αναιρετική απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε (με εσφαλμένη νομική αιτιολογία) ότι με βάση τις αποδείξεις δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.
Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι η συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον αυτού θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.
Τέτοια βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.
Το έννομο δε συμφέρον πρέπει να υπάρχει για κάθε ένα των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1241/2008, ΑΠ 1710/2005). Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση, εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 342/2009).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί (ΟλΑΠ 7/2013).
Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 324 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, ως ενιαίο όλο, ήτοι τη νομική αιτία (μείζονα πρόταση), την ιστορική αιτία (ελάσσονα πρόταση) και το δικαίωμα (συμπέρασμα). Επομένως δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο η διαπίστωση πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτοτελώς (ΑΠ 1012/2004, ΑΠ 362/2006).
Τέλος ο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 25/2006). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ παράβαση, αφού δέχθηκε τη συνδρομή ανύπαρκτου δεδικασμένου, βάσει των παραδοχών αυτής ότι σύμφωνα με όσα δέχθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμό 2481/2003 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς να προσβληθεί κατά το κεφάλαιο αυτό με έφεση ή αντέφεση, πραγματικός εργοδότης των αναιρεσειόντων κατά το χρονικό διάστημα που αυτοί παρείχαν την εργασία τους στο Καζίνο Πάρνηθας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δυνάμει συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Χ.
Μ., ήταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη και όχι ο Χ. Μ., ο οποίος δεν υπήρξε πραγματικός εργοδότης αυτών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, διότι με το πιο πάνω σκεπτικό η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό αυτών ότι κατά τα χρονικά διαστήματα που συνδέονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Χ.
Μ., πραγματικός εργοδότης αυτών ήταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Ο ίδιος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτήν επαρκείς αιτιολογίες που διαφοροποιούν τις εν λόγω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Χ.
Μ. με την αρχική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αυτών με την εταιρεία "... SA", παρόλο που αυτοί κάλυπταν τις ίδιες ανάγκες στο Καζίνο Πάρνηθας και κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα είχαν εκπαιδευθεί για την εκτέλεση της εργασίας αυτής με συνέπεια όλες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας αυτών να συνιστούν εξ υπαρχής μία συνεχή σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δεν ιδρύεται, διότι η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα με εκτενή αναφορά σε αποδεικτικά μέσα κατέληξε με σαφήνεια και πληρότητα σε αποδεικτικό πόρισμα της εγκυρότητας των αρχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με την εταιρεία "...
SA" ως άμεσο εργοδότη αυτών και της παροχής της εργασίας τους στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια αυτών, ως έμμεσης εργοδότριας αυτών, στο πλαίσιο δανεισμού της εργασίας των. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν απαιτείτο η μνεία των λόγων για τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε διαφορετικά αναφορικά με τις αρχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσειόντων με την εταιρεία "...
SA" σε σχέση με τις επακολουθήσασες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αυτών με τον Χ. Μ., εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν ο αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων εταιρειών, που παρέστησαν χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 7556/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων εταιρειών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ