Supreme Court allows appeal against dismissal of commercial agent's lost profits claim due to lack of specificity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a commercial agent's claim for lost profits. The lower court rejected the claim as vague, but the Supreme Court found the agent had sufficiently detailed facts and specific calculations in the original complaint. Consequently, the appeal was granted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 914 of the Civil Code; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: A claim for lost profits by a commercial agent is admissible if the plaintiff specifies the circumstances making profit likely and calculates the amount based on actual commission, rather than relying on abstract repetition of statutory phrases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στη ... ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρείας με την επωνυμία "Friesland Cambina Hellas Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική εταιρεία γάλακτος, γαλακτοκομικών προϊόντων και παιδικών τροφίμων" (πρώην "Friesland Foods Hellas AEBE"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρώτσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Μαΐου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4217/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Αυγούστου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτού και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4217/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας, ας σημειωθεί, ότι δεν ασκήθηκε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Κατά το άρθρο 1 § 2 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ/τος αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 § 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος "1.
α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, ήτοι εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 § 1 εδ.
α' του ΠΔ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 1 του ΠΔ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π. 175/2010, Α.Π. 53/2007, Α.Π. 139/2006).
Τις εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του οφείλει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής, ο εμπορικός αντιπρόσωπος και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο αποκλειστικός διανομέας, σε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων του π.δ. 219/1991.
Αντίθετα δεν είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, ο προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών, των οποίων οι υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο αντιπροσωπευόμενος, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 734/2011).
Περαιτέρω, παράνομη συμπεριφορά, η οποία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά προεχόντως κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, όπως είναι και ο περιεχόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, υποχρέωση αποζημίωσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, επάγεται και το υπαιτίως ασκούμενο από το συμβαλλόμενο διαρκούς συμβάσεως δικαίωμα καταγγελίας αυτής, από την οποία προκλήθηκε ζημία του αντισυμβαλλομένου, αν η άσκηση του διαπλαστικού αυτού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.
Η ίδια υποχρέωση αποζημίωσης γεννάται, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Έτσι, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφο της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 1518/2013).
Τέλος, από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 § 1 Α.Κ., που ορίζει ότι "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος", συνάγεται ότι επί συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, αν αυτή είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο αντιπρόσωπος δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο (ΑΠ 175/2010).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 470/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (ΚΠολΔ 561 § 2) προκύπτει ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι το έτος 1999 καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στα πλαίσια της οποίας η πρώτη ανέλαβε την προώθηση και διάθεση των προϊόντων της δεύτερης στους νομούς Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης έναντι αμοιβής (προμήθειας), η οποία θα υπολογιζόταν επί του τζίρου του έτους, ότι και τα επόμενα έτη ήτοι 2000, 2001, 2002 και 2003 καταρτίστηκαν παρόμοιες συμβάσεις, ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία σύμβαση αορίστου χρόνου, της οποίας οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις συνεργασίας επιβεβαιώνονταν και τροποποιούνταν σε ετήσια βάση με σχετική έγγραφη συμφωνία, ότι η αναιρεσίβλητη με την από 23-2-2004 επιστολή της κατήγγειλε τη σύμβαση από 31-3-2004, χωρίς να εξηγεί τους λόγους της καταγγελίας, γεγονός που αιφνιδίασε την αναιρεσείουσα, καθόσον καθ' όλη τη διάρκεια που λειτούργησε η σύμβαση, είχε εργαστεί με ιδιαίτερο ζήλο προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις των προϊόντων της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο προκύπτει από το ότι ενώ κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας των διαδίκων ο τζίρος από πωλήσεις των προϊόντων της τελευταίας ανερχόταν σε 935.840 ευρώ, κατά το τελευταίο έτος είχε φτάσει σε 1.589.968 ευρώ, ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης έφερε νέους πελάτες στην αναιρεσίβλητη και προήγαγε σε σημαντικό βαθμό τις υποθέσεις της με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες, γεγονός που αποδεικνύεται από τη σημαντική αύξηση του τζίρου από τις πωλήσεις των προϊόντων της, που ήταν αποτέλεσμα της άοκνης και μεθοδικής δραστηριότητάς της και ότι η αναιρεσίβλητη διατήρησε μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικά οφέλη από την αύξηση του αριθμού των πελατών και τη γενικότερη εδραίωση των προϊόντων της στην περιοχή ευθύνης της, ενόψει μάλιστα και του ότι η διάθεσή τους συνεχίστηκε κανονικά και μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής α) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το ποσό των 165.132,17 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, το οποίο αντιστοιχεί στο μέσο όρο των προμηθειών που εισέπραξε κατά τα πέντε έτη που λειτούργησε η σύμβαση και β) να αναγνωριστεί ότι έχει υποχρέωση να της καταβάλει το ποσό των 93.052, 50 ευρώ, που αντιστοιχεί στα διαφυγόντα κέρδη της, με βάση υπολογισμού τουλάχιστον την προμήθεια του τελευταίου έτους λειτουργίας της σύμβασης, καθόσον η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση όχι προ έξι (6) μηνών αλλά προ ενός (1) μηνός, το δε ποσό αυτό θα εισέπραττε με βεβαιότητα μέχρι τη λήξη του χρόνου της προθεσμίας της καταγγελίας.
Επικουρικά, η αναιρεσείουσα και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν επρόκειτο για μία σύμβαση αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε το έτος 1999,αλλά για σύμβαση αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 26-6-2003, ζητεί να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 223.326 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο μέσο όρο των αμοιβών που έλαβε στα πλαίσια λειτουργίας της σύμβασης.
Με αυτό το περιεχόμενο και το αίτημα η ένδικη αγωγή, όσον αφορά το υπό στοιχ. α' κύριο αίτημα καταβολής αποζημίωσης πελατείας, καθώς και το επικουρικό ανάλογο αίτημά της είναι πλήρως ορισμένη, αφού η αναιρεσείουσα εξέθετε με σαφήνεια ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την αναιρεσίβλητη προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της στην περιοχή ευθύνης της και εισέφερε ο αυτήν νέους πελάτες και ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) διατήρησε μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικά οφέλη από την αύξηση του αριθμού των πελατών και τη γενικότερη εδραίωση των προϊόντων της στην περιοχή ευθύνης της, ενόψει μάλιστα και του ότι η διάθεσή τους συνεχίστηκε κανονικά και μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους και δεν ήταν αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, ούτε ο προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών, των οποίων οι υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο αντιπροσωπευόμενος, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον, κατά τις παραδοχές του, η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τον αριθμό και τα ονόματα των νέων πελατών ούτε τον αριθμό και τα ονόματα των παλαιών πελατών που διατήρησε από το χρόνο έναρξης λειτουργίας της σύμβασης μέχρι την καταγγελία της, δεν αναφέρει με ποιους συγκεκριμένα τρόπους συνέβαλε στη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες και δεν προσδιορίζει κατ' είδος και ποσό τα ουσιαστικά ωφελήματα που αποκόμισε η αναιρεσίβλητη μετά τη λήξη της σύμβασης.
Έτσι όμως που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή κατά το αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης πελατείας, κύριο και επικουρικό, λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 14 (και όχι 1) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και κατά το τρίτο σκέλος αυτού είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας για διαφυγόντα κέρδη κρίθηκε αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο ως απαράδεκτο. Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι στην ένδικη αγωγή "δεν εκθέτει η ενάγουσα πραγματικά περιστατικά επαρκή για τη θεμελίωση παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ κατά το παραπάνω εξάμηνο...
και δεν εξειδικεύει η ενάγουσα το διαφυγόν κέρδος, αλλά αντιθέτως αρκείται στην αφηρημένη επανάληψη των εκφράσεων της διάταξης του άρθρου 298 εδ. β' ΑΚ ... καθώς και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που λήφθηκαν ούτως ώστε να εξάγεται προσδοκία μετά πιθανότητας ορισμένου κέρδους και ειδικά της αιτούμενης με την αγωγή καταβολής προμήθειας για τους έξι μήνες μετά την καταγγελία ...".
Όμως, με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή και κατά το μέρος τούτο είναι πλήρως ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της προσδιορίζονται με σαφήνεια τα διαφυγόντα κέρδη της αναιρεσείουσας, καθώς και τα ωφελήματα που διατήρησε ή μπορούσε να διατηρήσει η αναιρεσίβλητη από την αξιοποίηση του πελατολογίου της και μετά την καταγγελία της σύμβασης, ενώ εξειδικεύονται τα περιστατικά, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ενόψει μάλιστα και του ότι αναφέρεται ότι το αιτούμενο για την αιτία αυτή ποσό υπολογίζεται με βάση την προμήθεια που εισέπραξε το τελευταίο έτος λειτουργίας της σύμβασης.
Κατά συνέπεια, έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας κατά το συγκεκριμένο της αίτημα, απαιτώντας για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 14 (και όχι 1) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων και κατά παραδοχή των παραπάνω λόγων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4217/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 13234854 διπλοτύπου σειρά VI της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ