1320/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρ. 62εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).
Legislator headnote
AI generated1320/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573§1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρ. 286επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγατέρας Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Καμπέρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. θυγατέρας Χ. Π., χήρας Π. Σ. και μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου αυτού, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιλτιάδη Κλωνάρη, που εμφανίστηκε ο ίδιος στο ακροατήριο αφού προηγουμένως ανακάλεσε την από 17.09.2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του αρχικά εναγομένου και μετέπειτα εφεσιβλήτου και αναιρεσιβλήτου Π. Σ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9018/1997 προδικαστική και 3859/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3925/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της.
Η υπόθεση προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την παραπάνω δικάσιμο ύστερα από την από 19.5.2009 κλήση της αναιρεσείουσας την οποία αυτή απηύθυνε προς τη μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του αποβιώσαντος μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης αρχικού αναιρεσιβλήτου Π. Σ., στη δικονομική θέση του οποίου αυτή υπεισήλθε ως αναιρεσίβλητη.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην του σύνθεση εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρ. 62εδ.α ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ).
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1εδ.δ ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 573§1 ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρ. 286επ.
ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι αν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης, πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 558 ΚΠολΔ, διαφορετικά η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του (ΑΠ 833/2005), οπότε η αναίρεση παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτησή της όμως, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, θα είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σ' αυτή ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΟλΑΠ 27/1987? ΑΠ 146/2002? ΑΠ 65/2006? ΑΠ 474/ 2006? ΑΠ 861/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 3925/15.5.2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αποβίωσε στις ... ο εφεσίβλητος στη δίκη στο Εφετείο Π. Σ. (βλ. το υπ' αριθ. 384/23.7.2003 αντίγραφο της υπ' αριθ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο του Δήμου Αθηναίων).
Ωστόσο η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, που ασκήθηκε στη συνέχεια από την εκκαλούσα με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 18.2.2004, απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος και όχι κατά της εν ζωή συζύγου του και μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου του Δ.
Σ. (βλ. το υπ' αριθ. ... πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών το αποβιώσαντος που εκδόθηκε από Δνση Μητρώων Δημοτολογίου του Δήμου Αθηναίων, σε συνδυασμό αφενός μεν με την από 20.10.1992 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε στα υπ' αριθ. 5241/21.11.2003 πρακτικά συνεδρίασης του ΜονΠρΑθηνών και αφετέρου με το υπ' αριθ. 34542/14.7.2004 πιστοποιητικό του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών σχετικά με την ανυπαρξία άλλης δημοσιευμένης διαθήκης του αποβιώσαντος).
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 18.9.2006 ματαιώθηκε για να επισπευσθεί στη συνέχεια με τις από 15.11.2006, 7.4.2008 και 19.5.2009 κλήσεις της αναιρεσείουσας προς την κληρονόμο πλέον του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσιβλήτου. Η τελευταία δεν αμφισβητεί ότι η αναιρεσείουσα απηύθυνε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά του Π.
Σ. αγνοώντας κατά την άσκησή της το γεγονός του θανάτου του. Συνάγεται έτσι κατ' εκτίμηση απόδειξη ότι πράγματι η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτησή της αγνοώντας τότε το θάνατο του Π. Σ.. Επομένως παραδεκτά παρίσταται και μετέχει πλέον στην αναιρετική δίκη ως αναιρεσίβλητη η ως άνω κληρονόμος του, η οποία υπεισήλθε στη δικονομική θέση του.
2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3925/2003 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 15.7.2002 έφεση και τους από 10.1.2003 πρόσθετους λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3859/2002 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε προηγουμένως απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 15.10.1996 αγωγή της με αίτημα να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος Π.
Σ. να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 6.000.000 δραχμών, κατά το οποίο αυτός κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της, αφού το ποσό αυτό, που του κατέβαλε ως συμπληρωματικό τίμημα για την αγορά απ' αυτόν δυο οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν αναγράφηκε στο μεταξύ τους αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και υπερέβαινε την αγοραία αξία των ακινήτων.
Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η ως άνω οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990? ΑΠ 40/1996? ΑΠ 157/2002? ΑΠ 645/2002).
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), αφού με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγινε κατά τα προεκτεθέντα τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας και οι πρόσθετοι λόγοι της.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
3. Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 237§1, 335, 338, 339, 340, 341, 346 και 524§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001 και κατά το άρθρο 22§2 του νόμου αυτού έχουν εφαρμογή και στην παρούσα υπόθεση, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1429/1997).
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).Τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995? 567/1996).
Εξ άλλου αφορά την εκτίμηση πραγμάτων η περιεχόμενη στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας βεβαίωση ότι προσκομίσθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν σ' αυτό τα επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, γι' αυτό και δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτόδικα, αλλά και κατ' έφεση, η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού της ότι η αγοραία αξία του πωληθέντος σ' αυτή διαμερίσματος ήταν 20.000.000 και όχι 26.000.000 δραχμές και ειδικότερα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ως συγκριτικά στοιχεία τέσσερα συμβόλαια πώλησης διαμερισμάτων στην αυτή περιοχή, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Γκρέκα-Μαυρακάκη που αφορά πώληση διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία με το διαμέρισμα της αναιρεσείουσας. Όμως, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά βεβαιώνεται, η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε τέτοια έγγραφα και απαράδεκτα κατά τα προεκτεθέντα αμφισβητεί αυτή με τον ως άνω αναιρετικό λόγο της την ακρίβεια της σχετικής βεβαίωσης, ισχυριζόμενη μάλιστα ότι θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε κάθε περίπτωση προκειμένου να προσκομίσει τα έγγραφά της.
Συνεπώς ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. 4. Από τις διατάξεις των άρθρ. 226§2, 270§§1&2, 341 και 524§1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι όταν πρόκειται για υπόθεση που δικάζεται από το πολυμελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία και ο πρόεδρος όρισε με πράξη του, που καταχωρήθηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 341 του Κώδικα αυτού, δηλαδή υπό καθεστώς αυστηρής απόδειξης, δεν επιτρέπεται στην περίπτωση αυτή να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που συντάχθηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 693/1997? ΑΠ 1470/1998? ΑΠ 248/1999? ΑΠ 732/1999), αφού τότε οι ένορκες βεβαιώσεις, που δεν κατονομάζονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων του άρθρ. 339 ΚΠολΔ, αποτελούν στην ουσία μαρτυρία χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις και συνεπώς απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/1987).
Από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών όρισε με την από 24.10.1996 πράξη του, που καταχωρήθηκε στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής αυτής, ότι η απόδειξη στην υπόθεση θα διεξαγόταν σύμφωνα με το άρθρ. 341 ΚΠολΔ, όπως και διεξήχθη, αφού προς το σκοπό αυτό εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9018/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διέταξε αποδείξεις και με μάρτυρες.
Επομένως ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε επίτηδες στο πλαίσιο της ένδικης υπόθεσης για να χρησιμεύσει κατ' αυτή ως αποδεικτικό μέσο, είναι κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτη και δεν λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε για πρώτη φορά στο Εφετείο την υπ' αριθ. ... ένορκη βεβαίωση του Π.
Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης-Αλίκης Λεμπέση, η οποία και δεν λήφθηκε υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού όπως από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση προκύπτει, η ένορκη αυτή βεβαίωση, που δόθηκε ύστερα από αίτηση της αναιρεσείουσας, κρίθηκε απαράδεκτη, επειδή κατά την ανέλεγκτη στο σημείο αυτό κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) έγινε για να χρησιμοποιηθεί ειδικά ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν αρνήθηκε παρά το νόμο να λάβει υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση και συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια και πάλι από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 5.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες όμως θα πρέπει να εντοπίζονται στο διατακτικό της, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΟλΑΠ 13/1995). Αντίθετα η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών, εφόσον δεν επέχουν θέση διατακτικού της απόφασης ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1231/2006? ΑΠ 1300/2006? ΑΠ 2096/2009), ο οποίος εξ άλλου για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες αντιφάσεις (ΑΠ 570/2010).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτή υπάρχει η εξής παραδοχή: "...η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), εκτός του ότι με τις προτάσεις της στο Δικαστήριο αυτό, με γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτόδικα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων που επανυπέβαλε, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, μη νόμιμα επικαλείται έγγραφα στην κατ' έφεση αυτή δίκη, δεν προσκομίζει έγγραφα στην παρούσα δίκη...".
Με την παραπάνω παραδοχή το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε μεν με τις προτάσεις της στο Δικαστήριο αυτό τα έγγραφα τα οποία και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, όμως η επίκληση των εγγράφων αυτών με γενική μόνον αναφορά σ' αυτά, δηλαδή χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα τμήματα των πρωτόδικων προτάσεών της, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των σχετικών εγγράφων της (ΟλΑΠ 9/2000? ΟλΑΠ 14/2005? ΟλΑΠ 23/2008), ούτε παραδεκτή ήταν ούτε και προσκομίσθηκαν τελικώς τα έγγραφα αυτά.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 17 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα εμφανίζεται να επικαλείται και να προσκομίζει στο Εφετείο τα έγγραφα τα οποία είχε και πρωτοδίκως επικαλεσθεί και προσκομίσει, συγχρόνως όμως κατά τρόπο αντιφατικό αναφέρεται στην ίδια απόφαση ότι αυτή δεν προσκόμισε στο Εφετείο έγγραφα, με εξαίρεση την προαναφερθείσα υπ' αριθ. ...
ένορκη βεβαίωση του Π. Α. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης-Αλίκης Λεμπέση. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίφαση, ανεξάρτητα από το ότι αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν υφίσταται, αφορά σε απλές αιτιολογίες της απόφασης χωρίς ισχύ διατακτικού και όχι σε διατάξεις του ίδιου του διατακτικού της. 6.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης , ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.
Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13§3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: " Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ' όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ' οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητά περιορίσθηκε η ακυρότητα της πώλησης ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πώλησης υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996). Επομένως το εκτός συμβολαίου μεγαλύτερο τίμημα, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ο αγοραστής απέκτησε το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία με βάση το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και συνεπώς έγκυρα συμφωνημένο μικρότερο τίμημα, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, που δεν κατέβαλε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος χωρίς νόμιμη αιτία.
Εξ άλλου αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, μπορεί μεν ο αγοραστής να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ' αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974? ΑΠ 543/1996? ΑΠ 1566/2001? ΑΠ 1126/2002).
Συνακόλουθα δεν στερείται έννομων συνεπειών η άτυπη συμφωνία πωλητή και αγοραστή ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα υπολείπεται του πραγματικού και μπορεί, χωρίς εμπόδιο από την παραπάνω διάταξη του άρθρ. 13§3 ν.1587/1950, να γίνει επίκληση της άκυρης για το επιπλέον τίμημα συμφωνίας, εφόσον από την επίκλησή της δικαιολογείται έννομο συμφέρον προκειμένου να προταθεί ή να αποκρουσθεί η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 560/1974? ΑΠ 543/1996).
Η απόδειξη της συμφωνίας αυτής δεν επιτρέπεται να γίνει με τη χρήση αντεγγράφου, το οποίο από την ίδια παραπάνω διάταξη χαρακτηρίζεται ως άκυρο και απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, όμως τα λοιπά αποδεικτικά μέσα είναι επιτρεπτά και η απόδειξη της συμφωνίας δεν συνιστά ανεπίτρεπτη απόδειξη κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ή τροποποιητικής αυτού συμφωνίας, αφού δεν αμφισβητείται το περιεχόμενό του, όπως εξωτερικά έχει, αλλά η σπουδαιότητα των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών ως προς το ύψος του τιμήματος, γι' αυτό και δεν ισχύουν οι περιορισμοί των άρθρ. 164 ΑΚ και 393, 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 586/2004? ΑΠ 713/2006).
Κατά την ίδια έννοια δεν ισχύουν οι περιορισμοί αυτοί και προκειμένου για την απόδειξη της αγοραίας αξίας του πωληθέντος ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού και πάλι η απόδειξη δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου του αγοραπωλητήριου συμβολαίου ούτε αφορά σε τροποποιητική αυτού συμφωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ότι αυτή, εκτιμώντας τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ' αριθ. 153/1999 έκθεση του ορισθέντος με την υπ' αριθ. 9018/1997 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εισηγητή δικαστή, σε συνδυασμό με τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον εφεσίβλητο (αρχικό αναιρεσίβλητο) έγγραφα, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: " Με το με αριθμό ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Λουίζας Βαγιάτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εφεσίβλητος πούλησε στην εκκαλούσα (αναιρεσείουσα): α) το με στοιχεία ... διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ευρισκόμενης στο ... και στη διασταύρωση των οδών ..., αριθμός …, πολυόροφης οικοδομής, το οποίο έχει επιφάνεια 96,68 τ.μ.
και αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους και β) τη με στοιχεία … θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου, η οποία έχει επιφάνεια 15 τ.μ. και βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της αυτής οικοδομής. Ως τίμημα πωλήσεως των άνω ιδιοκτησιών αναγράφεται στο πιο πάνω συμβόλαιο το ποσό των 20.500.000 δραχμών, ενώ η αντικειμενική αξία των ακινήτων αυτών με βάση τους πίνακες της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
ανερχόταν στο ποσό των 16.690.000 δραχμών. Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα πιστώθηκε και κατά τη συμφωνία των διαδίκων στο ίδιο συμβόλαιο θα καταβαλλόταν ως εξής: α) ποσό 18.000.000 δραχμών στις 15.2.1993 και θα προερχόταν από δάνειο που θα χορηγείτο στην εκκαλούσα από τράπεζα της επιλογής της και β) ποσό 2.500.000 δραχμών στις 15.3.1993.
Το τίμημα όμως της εν λόγω αγοραπωλησίας, που αντιπροσώπευε και την αγοραία αξία των άνω ιδιοκτησιών, είχε μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθεί, πριν από την κατάρτιση του πιο πάνω συμβολαίου, στο ποσό των 26.513.800 δραχμών συνολικά. Για το λόγο αυτό η εκκαλούσα για το πέραν του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τίμημα εξέδωσε στις 15.1.1993 την με αριθμό 3873429-0 επιταγή, ποσού 6.013.800 δραχμών, πληρωτέα σε διαταγή του εφεσιβλήτου από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.
Όπως ομολογείται από τον τελευταίο, τόσο το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ποσό (20.500.000 δραχμές) του τιμήματος όσο και το άνω ποσό της επιταγής έχουν εισπραχθεί από αυτόν. Κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, η σύμβαση πωλήσεως των άνω ιδιοκτησιών είναι άκυρη μόνο κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επιπλέον του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος με ποινή ακυρότητας συμβολαιογραφικός τύπος.
Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι κατά το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επιπλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος που έχει καταβάλει στον εφεσίβλητο, δηλαδή τις 6.013.800 δραχμές, λόγω ακυρότητας της περί αυτού κατά τα άνω συμφωνίας, έγινε ο τελευταίος αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της και ζητεί να της αποδοθεί η ισόποση ωφέλεια που αυτός αποκόμισε από την αχρεώστητη αυτή παροχή.
Όμως τέτοιο δικαίωμα έχει κατά του εφεσιβλήτου-πωλητή μόνο κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία των πωληθεισών ιδιοκτησιών. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το πωληθέν διαμέρισμα ήταν καινούριο και καλής κατασκευής, η δε πολυόροφη οικοδομή, στην οποία αυτό βρίσκεται, αποτελείται από έξι (6) υπέρ το ισόγειο ορόφους και είχε τότε πρόσφατα ανεγερθεί...
Η αγοραία αξία του εν λόγω διαμερίσματος, καθώς και του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως με το ως άνω συμβόλαιο, στις 15.1.1993, ανερχόταν στο ποσό των 26.513.800 δραχμών. Για την αξία τους αυτή κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν πρωτόδικα κατά πρόταση του εφεσιβλήτου, από τους οποίους ο μεν πρώτος, ασκώντας το επάγγελμα του κτηματομεσίτη με γραφείο στη Ν.
Σμύρνη και έχοντας αναλάβει από τον τελευταίο την πώληση άλλων διαμερισμάτων του στην ίδια οικοδομή, γνώριζε τις αγοραίες αξίες των ακινήτων της επίδικης περιοχής, αλλά και της πολυκατοικίας που βρίσκεται το άνω διαμέρισμα, η δε δεύτερη, που είναι σύζυγος του εφεσιβλήτου, ήταν παρούσα στις συζητήσεις ανάμεσα στους διαδίκους για τον καθορισμό του τιμήματος, καθώς και του τρόπου καταβολής και αναγραφής του στο άνω συμβόλαιο.
Κατά τις καταθέσεις τους, οι αγοραίες αξίες κατά τον άνω χρόνο ανέρχονταν για μεν τα διαμερίσματα στις 270.000 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο για τον πρώτο όροφο, για δε τους χώρους σταθμεύσεως σε υπαίθριους χώρους του οικοπέδου σε δραχμές από 500.000 έως 1.000.000. Εν όψει αυτών οι καταθέσεις τους δεν αναιρούνται από αυτές των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτόδικα κατά πρόταση της εκκαλούσας και οι οποίοι είναι φίλος και γνωστός αντίστοιχα αυτής και κατοικούσαν σε άλλη περιοχή, χωρίς να έχουν σχέση με αγοραπωλησίες ακινήτων, αναβιβάζουν δε αυτοί τις αγοραίες αξίες των ακινήτων στην άνω περιοχή, των μεν διαμερισμάτων από 140.000 έως 200.000 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο, των δε χώρων σταθμεύσεως από 140.000 έως 200.000 δραχμές ανά χώρο.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η αναγραφή στο επίδικο συμβόλαιο, αντί του συμφωνηθέντος ανάμεσα στους διαδίκους και αντιπροσωπεύοντος την αγοραία αξία των πωλούμενων ιδιοκτησιών τιμήματος των 26.513.800 δραχμών, αυτού των 20.500.000 δραχμών έγινε για το λόγο ότι το αναγραφέν αυτό τίμημα πιστώθηκε και η εξόφληση κατά το μεγαλύτερο μέρος του θα προερχόταν από στεγαστικό δάνειο, οπότε απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη αυτού ήταν η πίστωσή του να προκύπτει από το συμβόλαιο.
Η εκκαλούσα προς ενίσχυση του ισχυρισμού της ότι η αγοραία αξία των ως άνω πωληθέντων ανερχόταν στο ποσό των 20.500.000 δραχμών, ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι στην αυτή οικοδομή λίγο αργότερα πουλήθηκε από τον εφεσίβλητο με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Χρυσούλας Γκρέκα-Μαυράκη το με στοιχεία ...
διαμέρισμα του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της αυτής οικοδομής, της αυτής με το δικό της επιφάνειας, καθώς και η ... θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου και η αγοράστριά του Φ. Ο. κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 13.637.856 δραχμών. Την πώληση αυτή ο εφεσίβλητος συνομολογεί και δέχεται ότι στο συμβόλαιο αυτό πράγματι αναγράφεται ως τίμημα πωλήσεως το άνω ποσό που αποτελούσε την αντικειμενική τους αξία, χωρίς να αποδέχεται ότι το τίμημα της αγοραίας αξίας τους συμφωνήθηκε στο άνω ποσό.
Όμως, κατά το χρόνο που έγινε η άνω μεταβίβαση, είχαν με απόφαση του αρμόδιου υπουργού από το Μάρτιο του έτους 1993 μειωθεί οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων, όπως αυτό αποδεικνύεται από το επίδικο συμβόλαιο, στο οποίο για τις πωληθείσες ιδιοκτησίες έχει αναγραφεί αντικειμενική αξία κατά την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. 16.690.600 δραχμές.
Το συμβόλαιο αυτό, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί κατ' άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη ως προς την άνω αναγραφή, χωρίς να ανταποδειχθεί το αντίθετο. Όμως από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι στην αγοραπωλησία αυτή το τίμημα που πραγματικά συμφωνήθηκε και αντιπροσώπευε την αγοραία αξία του ήταν αυτό της αντικειμενικής του αξίας, δοθέντος ότι για λόγους που ανάγονται στους οικονομικούς σχεδιασμούς των συμβαλλομένων αναγράφεται στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια κατά κανόνα η αντικειμενική αξία των μεταβιβαζόμενων ακινήτων, που υπολείπεται της αγοραίας αξίας αυτών.
Κατά συνέπεια, αφού το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και το εκτός συμβολαίου καταβληθέν από την αγοράστρια-εκκαλούσα τίμημα ταυτίζεται με την αγοραία αξία των πωληθέντων ακινήτων, δεν υπάρχει κατά τα άνω εκτεθέντα πλουτισμός του πωλητή-εφεσιβλήτου και επομένως αντίστοιχη αξίωση της πρώτης για απόδοση του καταβληθέντος με την πιο πάνω επιταγή και μη περιληφθέντος στο πωλητήριο συμβόλαιο από 6.000.000 δραχμές (όπως περιόρισε το αίτημα της αγωγής της) μέρους του συμφωνηθέντος τιμήματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους της κατά της υπ' αριθ. 3859/2002 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας προηγουμένως με τον ίδιο τρόπο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο αγοραστής ακινήτου μπορεί να αναζητήσει το τίμημα που κατέβαλε επιπλέον του αναγραφόμενου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τιμήματος μόνο κατά το μέρος που αυτό υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Εξ άλλου το Εφετείο παραδεκτά έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων για την απόδειξη της αγοραίας και μόνον αξίας του πωληθέντος στην αναιρεσείουσα διαμερίσματος και θέσης στάθμευσης κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού κατά τα προεκτεθέντα η απόδειξη αυτή δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις των άρθρ. 164 ΑΚ και 393, 441 ΚΠολΔ.
Εφόσον λοιπόν ως προς τα λοιπά αποδεικτέα θέματα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, αλλά ως προς μεν τις περιεχόμενες στο υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας-Λουίζας Βαγιάτη δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών έλαβε υπόψη αποκλειστικά το συμβόλαιο αυτό, ενώ για το ποσό του τιμήματος που συνολικά καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα και σύμφωνα μ' αυτή ανήλθε σε 26.513.800 δραχμές έλαβε υπόψη τη σχετική δικαστική ομολογία του αντιδίκου της, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, την οποία η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου, ισχυριζόμενη ειδικότερα με το δεύτερο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης ότι ανεπίτρεπτα λήφθηκαν υπόψη προς απόδειξη στην ένδικη διαφορά οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, μολονότι η αξία του αντικειμένου της σύμβασης των διαδίκων ανερχόταν σε 26.513.800 δραχμές και υπερέβαινε έτσι το τιθέμενο από τη διάταξη του άρθρ. 393§1 ΚΠολΔ όριο των 500.000 δραχμών κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της ήδη αναιρεσίβλητης αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.2.2004 αίτηση της Α. θυγ. Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3925/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Αυγούστου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ