Legislator Case Law & Legislation
1320/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to award interest on unpaid wages, remanding case for retrial.

Case Number 1320/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the award of interest on unpaid wages but dismissed other claims. The appellate court had failed to order the payment of interest despite the plaintiff's request, which the Supreme Court identified as a procedural error under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the decision was annulled in part, and the case was remanded to the Athens Court of Appeals for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(9) K.Pol.D; Art. 561(2) K.Pol.D: An appellate court commits a ground for cassation if it fails to award interest on a debt when the plaintiff has duly requested it, necessitating the annulment of the decision and remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
cassation appeal interest on debt procedural error remittal for retrial Code of Civil Procedure unpaid wages appellate court

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(9) K.Pol.D
Art. 561(2) K.Pol.D
Art. 580(3) K.Pol.D

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1320 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1320/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Χ - ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΚΟ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, Χαρούλα Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και τον Κωνσταντίνο Νικόλη.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ψ, δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης- αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 6723/2002 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα Ψ με την από 15-10-2002 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1041/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκε η 2127/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν η Ψ με την από 19-6-2006 αίτησή της και η "ΠΑΚΟ ΑΕ" με την από 15-11-2006 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και η 548/2008 απόφαση η οποία απέρριψε την από 15-11-2006 αίτηση αναιρέσεως, αντίστοιχα.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 6753/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν η "ΠΑΚΟ ΑΕ" με την από 22-12-2008 αίτησή της και η Ψ με την από 4-4-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 1-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος της από 4-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι τόσον αυτής, όσο και της από 22-12-2008 αντίθετης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας- αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της και την απόρριψη της αντίθετης, η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς της και την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η α) από 22-12-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ, ΧΑΡΤΟΠΟΙΙΑ, ΧΑΡΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔ. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και η β) από 4-4-2009 αίτηση της Ψ, για αναίρεση της 6753/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα της δίκης (246, 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Α) Ως προς την από 22-12-2008 αίτηση αναίρεσης. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 92Α παρ 1 και 2 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν 1093/1980 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Αρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.

Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος. Περαιτέρω με την 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β'/21-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και ισχύει από 1-1-1997, επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του Ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.

Επιπλέον χορηγούνται σ' αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το Ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση τα έτη δικηγορίας, κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 1093/1980 προβλέπει ότι σε περίπτωση καθορισμού σ το μέλλον - μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (28-11-1997) - με συμφωνία των μέρων ποσού περιοδικής αμοιβής του δικηγόρου ανωτέρου του καθοριζομένου από το άρθρο 2 (άρθρο 92 Α του ΚΔ), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άνω άρθρου, με βάση το ποσό που θα συμφωνηθεί.

Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσίβλητη Ψ εξέθεσε στην ένδικη αγωγή της, ότι στις 4-11-1996 που κατάρτισε με την αναιρεσείουσα σύμβαση έμμισθης εντολής, ήταν δικηγόρος διορισμένη στο πρωτοδικείο Αθηνών με την 88526/24-9-1990 υπουργική απόφαση και με συνολικό χρόνο άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος 6 ετών και 2 μηνών και με την 51/18-1-1999 απόφαση του ΔΣΑ προήχθη σε δικηγόρο στο Εφετείο Αθηνών.

Ότι συμφωνημένη πάγια αμοιβή της διαμορφώθηκε σταδιακά, ύστερα από οικειοθελείς αυτξήσεις στο ποσό των 440.000 δραχμών και καταβαλόταν στο τέλος κάθε μήνα, χωρίς να υπάρχει συμφωνία, το καταβαλλόμενο ποσό θα κάλυπτε και τα τυχόν υφιστάμενα επιδόματα, Ότι κατά τη γενόμενη στις 20-6-2000 καταγγελία της συμβάσεώς της, καταβλήθηκε σ' αυτή αποζημίωση 3918000 δραχμών, η οποία δεν ήταν πλήρης, διότι δεν υπολογίστηκε στις μηνιαίες συμβατικές αμοιβές της, το επίδομα τριετίας 10% που εδικαιούτο, λόγω συμπληρώσεως τριών ετών υπηρεσίας στην αναιρεσίβλητη.

Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε επικουρικώς, για την περίπτωση που θα κρινόταν έγκυρη η ως άνω καταγγελία, να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει, εκτός από τα επιδόματα τριετίας του χρονικού διαστήματος από 30-11-1999 έως 31-5-2000, και τις νόμιμες πάγιες αμοιβές της, μαζί με τα επιδόματα τριετίας, άδειας και εορτών μέχρι την πλήρη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεώς της.

Με αυτό το περιεχόμενο το συγκεκριμένο αίτημα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής ήταν ορισμένο, αφού περιεχόταν στο δικόγραφο αυτής τα παραγωγικά περιστατικά της ένδικης αξίωσης και δη: 1) Η από 4-11-1996 σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία, 2) Η δικηγορική ιδιότητα της αναιρεσείουσας στο Εφετείο Αθηνών, 3) Οι μηνιαίες αποδοχές της, 4) τα νόμιμα επιδόματά της, 5) Η από 20-6-2000 έγγραφη καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως, 6) Η καταβληθείσα αποζημίωση απολύσεως και το ελλιπές μέρος αυτής για τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημιώσεως.

Το δε ύψος των αφιουμένων παροχών (αμοιβών, επιδομάτων) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται με αριθμητική ανάλυση και συγκεκριμένο ποσό, διότι στην περίπτωση αυτή η οφειλή της εναγομένης, που είναι το αντικείμενο της διαφοράς είναι συγκεκριμένη και οριστή, απλώς δε απομένει να προσδιοριστεί, με μαθηματικό (λογιστικό) υπολογισμό το ακριβές ύψος της.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την ένδικη επικουρική βάση της αγωγής ορισμένη, δεν παρέλειψε να κηρύξει, παρά το νόμο, ακυρότητα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως (στοιχ. 2.1) από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Κατά τη έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου απ' τους οποίους επέρχονταν έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις.

Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/12 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, κατά την οποία οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των 15.000 δραχμών και προκειμένου περί εργατικών διαφορών των 50.000 δραχμών, σύμφωνα με το άρθρο 71 Εισ.

Ν. Κ.Πολ.Δ, επιβάλλεται ορισμένο τέλος, η παράλειψη της καταβολής του οποίου συνεπάγεται την ερημοδικία του υποχρέου στην προκαταβολή, αυτού, γιατί η εν λόγω διάταξη εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, που καθορίζει ως προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας την προηγούμενη καταβολή δικαστικού ενσήμου στις οριζόμενες υποθέσεις, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων.

Συνεπώς, ο πρώτος (στοιχ. 2.2) από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο παραβίαση του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/12, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, είναι απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των παραγράφων 3 εδ. 1, 4α' και 5 εδ. 1 και 2 περ. 4 του άρθρου 63 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, επιτρέπεται όμως κατ' εξαίρεση στον δικηγόρο η, με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, παροχή καθαρώς νομικών εργασιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου. Η σχετική σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής που είναι αορίστου χρόνου, λύεται και με έγγραφη καταγγελία των μερών, η οποία κοινοποιείται προς τον εντολοδόχο ή τον εντολέα.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζει ότι "εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους αποζημιώσεως".

Από αυτή τη διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσον εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως.

Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί όμως ο εντολέας το μαχητό αυτό τεκμήριο να το ανατρέψει και να απαλλαγεί αν επικαλεστεί και αποδείξει, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

ΑΠ 570/1986) καθόσον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1,2 του Ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε αγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1β, 679 παρ. 1,115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους - όπως είναι αυτός περί συγγνωστής πλάνης του ή εύλογης αμφιβολίας ως προς το ύψος της αποζημιώσεως απολύσεως- προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις (Ολ.

ΑΠ 2/2005). Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτή που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν.

Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κλπ.

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας, ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 Κ.πολ.Δ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν προσδιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν μέρος επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.

Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις- εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση - από το ότι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται κατά τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνεται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκα μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ ως πράγματα των οποίων η μη λήψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, επί της από 31-7-2000 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης Ψ, για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της, ως δικηγόρου, με την αντίδικο της εταιρία, λόγω καταχρηοτικότητας κλπ, εκδόθηκε η 65/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή αυτή κατά την κύρια βάση της.

Κατά παραδοχή έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, το Εφετείο Αθηνών, με την 6723/2002 απόφαση του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε την ένδικη αγωγή και την απέρριψε, τόσο ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική, ως προς την οποία δεν είχε επιληφθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την οποία ζητείτο, (για την περίπτωση που η καταγγελία της επίδικης σύμβασης ήθελε κριθεί έγκυρη) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στην ενάγουσα τις νόμιμες πάγιες αμοιβές της με τα επιδόματα τριετίας, άδειας εορτών, γιατί η καταβληθείσα αποζημίωση υπολείπονταν της νόμιμης καθόσον δεν υπολογίσθηκε το εκ 10% επίδομα χρόνου υπηρεσίας και το αναλογούν σ' αυτό δώρο των Χριστουγέννων.

Με την 1041/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκαν οι αναφερόμενοι στην κύρια βάση της αγωγής αναιρετικοί λόγοι και αναιρέθηκε εν μέρει η απόφαση αυτή μόνο ως προς την ως άνω επικουρική βάση της, περί καταβολής στην ενάγουσα ελλιπούς αποζημίωσης. Με την 2127/2006 απόφαση του Εφετείου, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση, έγινε δεκτό ότι με την καταγγελία της ήδη αναιρεσείουσας λύθηκε η σύμβαση έμμισθης δικηγορικής αμοιβής μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσίβλητης δικηγόρου, στην οποία καταβλήθηκε ελλιπής αποζημίωση, λόγω συγγνωστής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας της πρώτης ως προς το ύψος της σχετικής αποζημίωσης και για το λόγο αυτό απέρριψε, εν μέρει, το επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση αμοιβής της μέχρι πλήρους αποζημίωσης.

Με την 549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι "από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά αυτά και συνακόλουθα δεν προτάθηκε νομίμως και δεν μπορούσε γι'αυτό να προταθεί παραδεκτά, ούτε στο Εφετείο (άρθρα 527 παρ.3 και 269 ΚΠολΔ)", κατά παραδοχή δε του πρώτου, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης της ενάγουσας, αναίρεσε την ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του Εφετείου, η ήδη αναιρεσείουσα, η οποία επείχε θέση εναγομένης, καθόσον, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ερευνάτο η επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, η οποία δεν είχε δικαστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέβαλε, με τις προτάσεις της καθώς και με δήλωση της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου, τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης προς την ενάγουσα δεν οφείλεται σε κακοβουλία της αλλά σε συγγνωστή πλάνη της ως προς το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης εξαιτίας της οποία δεν κατέβαλε πλήρη την εν λόγω αποζημίωση και ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται από την επικαλούμενη δικαστική ομολογία της ενάγουσας, η οποία περιέχεται στην ένδικη αγωγή.

Ο ισχυρισμός αυτός, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αποτελεί νόμιμη, εκ των άρθρων 3 παρ.1,2 Ν.2112/1920, 5 παρ.3 Ν.3198/1955 και 288ΑΚ, καταλυτική ένσταση της ένδικης αγωγή ως προς την ερευνώμενη επικουρική βάση της, παραδεκτώς προτάθηκε από την εναγομένη κατά τη νέα αυτή ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, υπό τις προϋποθέσει των άρθρων 527 περ.

γ και 269 περ. γ ΚΠολΔ. Ωστόσο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τέταρτο μέρος.

Θα πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν στις αιτιολογίες της πληττόμενη απόφασης υπάρχει και η αντίστοιχη ότι "...Ο αυτοτελής ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης εταιρίας -εκκαλούσης ότι ο μη υπολογισμός του προαναφερθέντος εκ 10% επιδόματος χρόνου υπηρεσίας της ενάγουσας στο δικαιούμενο απ' αυτήν συνολικό ποσό αποζημιώσεως δεν οφείλεται σε κακοβουλία των καταστατικών οργάνων της πρώτης εναγομένης, αλλά σε συγγνωστή πλάνη και εύλογη αμφιβολία αυτών ως προς το ακριβές ύψος, λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας και αγνοίας τους περί τη διακρίβωση αυτού (ακριβούς ύψους της),δεδομένου ότι η ίδια η ενάγουσα είχε αναλάβει τη σχετική διακρίβωση της μισθοδοσίας της, χωρίς ποτέ να έχει ενημερώσει σχετικά περί του αντιθέτου την πρώτη εναγομένη ή να έχει διαμαρτυρηθεί, καίτοι διέθετε ειδικές γνώσεις, ως νόμιμη σύμβουλος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν προβλήθηκε νόμιμα.

Συγκεκριμένα από το προσκομιζόμενο αντίγραφο πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά αυτά και συνακόλουθα δεν προτάθηκε νομίμως και δεν μπορούσε γι' αυτό να προταθεί παραδεκτά ούτε στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 527 παρ.3, 269ΚΠολΔ)...".

Από την αιτιολογία όμως αυτή δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε κατ' εκτίμηση από το Δικαστήριο, ότι ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της ήδη αναιρεσείουσας, που προτάθηκε στο Δικαστήριο της παραπομπής μετά την αναίρεση της 2127/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε, διότι από την ίδια αυτή αιτιολογία, και ιδίως από το γεγονός, ότι α) σ' αυτήν αναφέρεται ο ανωτέρω ισχυρισμός ως "ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης -εκκαλούσης" ενώ στη συγκεκριμένη δευτεροβάθμια δίκη συμμετείχε πλέον, ως εκκαλούσα, μόνο η ήδη αναιρεσείουσα (όχι δε και οι αρχικοί ομόδικοι της Χ και ...), β) γίνεται λόγος για μη παραδεκτή προβολή του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού λόγω μη καταχώρησης του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όχι δε και για αντίστοιχη μη καταχώρηση του στα πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου), στο οποίο προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την αναίρεση της 2127/2006 απόφασης του Εφετείου και την παραπομπή της υπόθεσης προς εκ νέου εκδίκαση, με την 549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, και γ) στην πληττόμενη απόφαση του Εφετείου επαναλαμβάνονται κατά λέξη οι παραδοχές της 549/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, που ανωτέρω εκτίθεται, βάσει των οποίων έγινε δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ως άνω λόγος αναίρεσης, αδιστάκτως προκύπτει ότι η ανωτέρω αιτιολογία του Εφετείου αναφέρεται στον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας ο οποίο όμως προβλήθηκε το πρώτον, χωρίς να καταχωριστεί στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος για το λόγο αυτό κρίθηκε, με την 549/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ότι προβλήθηκε απαραδέκτως, και όχι στο κρινόμενο αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα στο Εφετείο της παραπομπής, ο οποίος δε λήφθηκε καθόλου υπόψη από το Δικαστήριο αυτό.

Β) ως προς την από 4-4-2009 αίτηση αναίρεσης Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, τούτο υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη εταιρία να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα "τις πάγιες μηνιαίες αμοιβές της με τα επιδόματα χρόνου υπηρεσίας, αδείας και εορτών μέχρι την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως της", χωρίς να διαλάβει διάταξη και για την επιδίκαση τόκων καίτοι με την παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Αρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αγωγή της, η αναιρεσείουσα εζήτησε, για το λόγο αυτό, την επιδίκαση των ανωτέρω αμοιβών της, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα παροχής κάθε επιμέρους οφειλής μέχρι την πλήρη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης της.

Συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, που άφησε αδίκαστη αίτηση της αναιρεσείουσας σε σχέσει με το ανωτέρω κεφάλαιο της αγωγής, υπέπεσε στην πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη. Γι' αυτό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Οι λοιπές όμως, εις τον ίδιο λόγο αναφερόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να της καταβάλει τα ανωτέρω, χωρίς να προσδιορίσει το ποσό αριθμητικά, είναι αβάσιμα, αφού το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε το ως άνω αίτημα της αγωγής και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα, όσα αυτή ζητούσε με την αγωγή της. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα μέρη, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στην αρχή αιτήσεις αναιρέσεως, κατά τα ανωτέρω μέρη.

Αναιρεί την 6753/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει εν όλω τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ