Legislator Case Law & Legislation
1320/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of lawyer's power of attorney and invalid arbitration clause interpretation.

Case Number 1320/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Greek company Tekmor against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant's lawyer failed to appear, while the respondent's lawyer lacked valid power of attorney, rendering the respondent's representation invalid. The court also rejected substantive arguments regarding an arbitration clause, upholding the lower court's finding that the clause was valid despite historical changes in the Soviet Union. Consequently, the appeal was dismissed without further examination of the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 134 of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that an appeal requires proper representation by a lawyer with valid power of attorney, and that arbitration clauses must be interpreted according to the parties' true intent using established legal rules.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure power of attorney arbitration clause interpretation rules appellate review legal representation contractual dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 134 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1320 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1320/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΚΜΩΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στο Πλατύ Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ Α.Ε", την οποία απορρόφησε δια συγχωνεύσεως νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα.

Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει ... της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία φέρεται να εκπροσωπείται από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου, η οποία όμως δεν προσεκόμισε την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαΐου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4834/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 434/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Μαΐου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 155/19.5.2006 αιτήσεως για αναίρεση της 434/24.2.2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ..., ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Χρήστου Πλέγκα, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 155/19-5-2006 αίτηση για αναίρεση της 434/24.2.2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της σχετικής 158/25.9.2008 πράξεως ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (4.5.2009) νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την εδρεύουσα στο ...

της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν αναιρεσίβλητη εταιρεία (ΚΠολΔ 134) με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (4-5-2009). Κατ'αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη φέρεται να εκπροσωπείται, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.

Η τελευταία όμως δεν επικαλείται, ούτε σε κάθε περίπτωση βεβαιώνεται με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 96 § 1 ΚΠολΔ τρόπους ότι διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 104 εδ. 2), με άμεση δικονομική συνέπεια να θεωρείται ως απολιπόμενη.

Παρά την απουσία αυτής το Δικαστήριο επιτρεπτά προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 155/19.5.2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 434/24.2.2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 18107/16-5-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή της αποζημιώσεως κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσα από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση μεταφοράς. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 4834/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατ' αποδοχή σχετικής δικονομικής ενστάσεως της εναγομένης, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον της Επιτροπής Ναυτικής Διαιτησίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 3769/25-10-1999 έφεση της ενάγουσας, αρχικά η μη οριστική 1258/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, η 434/2006 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επ' αυτής, κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά την αντιγραφή τους, "Η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της, συμφώνησε με τον εκπρόσωπο της Παναμαϊκής εταιρείας ....

που ήταν στην Αθήνα να αγοράσει από την τελευταία 2.480 κιλά ηλιανθόσπορου και συνετάγη το από ... συμβόλαιο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο προσκομίζεται επισήμως μεταφρασμένο, που εκτός της ποσότητας και του τιμήματος του αγορασθέντος φορτίου, αναφέρεται ότι το αυτό θα φορτωθεί σε πλοίο και θα πληρωθεί σε μετρητά με την παρουσίαση των εγγράφων φόρτωσης, ενώ στο από ...τιμολόγιο της πώλησης, που επίσης προσκομίζεται επισήμως μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα από την Αγγλική, αναφέρεται το όνομα του πλοίου της εναγομένης στο οποίο την 15-11-1996 θα φορτώνετο το φορτίο στον λιμένα της Ρωσίας ...

και ότι το ποσό θα πληρωνόταν δια μέσου της Τράπεζας Πίστεως, τα οποία και απεστάλησαν στην ενάγουσα και έλαβε γνώση αυτών. Όταν την 19-11-1996 ολοκληρώθηκε η φόρτωση του φορτίου στο υπό σημαία Αζερμπαϊτζάν φορτηγό πλοίο της εναγομένης από τη ρώσικη εταιρία "...", εκδόθηκε από τον Πλοίαρχο της εναγομένης η υπ' αριθμ. ...

καθαρή φορτωτική σε διαταγή της φορτώτριας εταιρίας. Από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους διαδίκους φωτοτυπικό αντίγραφο της ως άνω φορτωτικής στην Αγγλική γλώσσα και σε νόμιμη αποσπασματική μετάφραση στην ελληνική, η οποία εκδόθηκε για την επίδικη μεταφορά και από την οποία άλλωστε η ενάγουσα ως παραλήπτρια του ως άνω φορτίου αντλεί τα ενασκούμενα με την αγωγή της δικαιώματα, ως κομίστρια της καθαρής φορτωτικής εις διαταγήν, στην εμπρόσθια πλευρά της αναφέρεται ότι "οποιαδήποτε διαφορά προκύψει από τη φορτωτική θα παραπεμφθεί σε διαιτησία ενώπιον της Επιτροπής Ναυτικής Διαιτησίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της ΕΣΔΔ, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανονισμούς της επιτροπής αυτής" και ότι "Με την αποδοχή της παρούσας φορτωτικής, ο έμπορος αποδέχεται και συμφωνεί με όλες τις προβλέψεις, εξαιρέσεις και τους όρους που περιλαμβάνονται και στις δύο όψεις, είτε γραπτούς, τυπωμένους, με σφραγίδα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ενσωματωμένους.

Μία από τις φορτωτικές αυτές πρέπει να παραδοθεί δεόντως οπισθογραφημένη με την ανταλλαγή των εμπορευμάτων". Η φορτωτική αυτή με ημερομηνία .... φέρει στο τέλος της εμπρόσθιας πλευράς της την υπογραφή του εκδώσαντος αυτή νομίμου εκπροσώπου (πλοιάρχου) της θαλάσσιας μεταφορέως εναγομένης παραπλεύρως της ημερομηνίας εκδόσεως (...) και του τόπου φορτώσεως (...), όσο και του νομίμου εκπροσώπου της παραλήπτριας του εμπορεύματος εναγούσης υπό την εταιρική της επωνυμία στο μέσον της δεύτερης σελίδας.

Η εν λόγω ρήτρα διαιτησίας στην φορτωτική παραπέμπει στην προαναφερόμενη Επιτροπή της Σοβιετικής Ένωσης που λειτουργούσε από το έτος 1930 με έδρα τη Μόσχα. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η ως άνω επιτροπή συνέχισε να λειτουργεί στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η διαδοχή και η συνέχεια της λειτουργίας της Επιτροπής Ναυτικής Διαιτησίας στα πλαίσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναγνωρίσθηκε επίσημα με το άρθρο 7 του Κανονισμού (STATUTE) 1993 που θεσπίσθηκε μαζί με το νόμο 5338-1 της 7-6-1993 για τη διεθνή εμπορική διαιτησία, ο οποίος ψηφίσθηκε στη Ρωσία και βασίζεται στον Πρότυπο Νόμο της UNCITRAL (Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών).

Στο άρθρο "1" του ως άνω νόμου (5338-1) ορίζεται ότι η Ναυτική Επιτροπή διαιτησίας είναι ανεξάρτητος Οργανισμός που λειτουργεί μόνιμα (Διαιτητικό Δικαστήριο) και ασχολείται με την επίλυση Διαφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του βάσει του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, στο οποίο ορίζεται ότι υπάγονται διαφορές που απορρέουν από συμβατικές και άλλες ιδιωτικού δικαίου σχέσεις που αφορούν την εμπορική ναυτιλία μεταξύ των οποίων και τη θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων.

Έχει δε την έδρα της, όπως και η προηγούμενη επιτροπή, στη Μόσχα της Ρωσίας και διατηρεί τα γραφεία της στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται στον αριθμ. 6 της οδού (μετά την μετονομασία της) ILΥΙΝΚΑ. Εξάλλου, με το πρωτόκολλο που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 13-12-1995 μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με το διμερές συμβατικό πλαίσιο των δύο αυτών χωρών ορίζεται ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είναι κράτος συνεχιστής της Ε.Σ.Σ.Δ.

και ανακοινώθηκε με την Φ-0544/4/ΑΣ890/Μ.4487 του Υπουργείου Εξωτερικών στις 29-12-95/16-1-96. Περαιτέρω, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ανωτέρω ρήτρας διαιτησίας στη φορτωτική και της ερμηνείας των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποδείχθηκε ότι τα μέρη ήθελαν τον αποκλεισμό όχι μόνον των ελληνικών δικαστηρίων, αλλά και κάθε άλλου δικαστηρίου και την επίλυση αυτών από την ως άνω Επιτροπή της Ρωσικής πλέον Ομοσπονδίας που, κατά τα προεκτεθέντα, αναγνωρίσθηκε επίσημα διάδοχος της προηγούμενης επιτροπής της Ε.Σ.Σ.Δ.

και έχει τις ίδιες αρμοδιότητες με αυτή, γεγονός που γνώριζαν οι διάδικοι. Περί αυτού σαφής και χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο είναι η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης..., αντιπροσώπου του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται το άνω πλοίο, ο οποίος, πλην των άλλων, κατέθεσε ότι "η Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας της Σοβιετικής Ένωσης, που μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ήταν διεθνώς γνωστή και σ' αυτή δεν προσφεύγουν μόνο ρωσικές εταιρίες, αλλά και άλλες διεθνείς εταιρίες που έχουν συναλλαγές με εταιρίες ρώσικων συμφερόντων ή με το Ρωσικό Δημόσιο και με τις άλλες χώρες της Ρωσικής Ομοσπονδίας και έπρεπε να το γνωρίζει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης".

Εξάλλου, ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας ..., υπεύθυνος του τμήματος εισαγωγών-εξαγωγών της ενάγουσας κατέθεσε, εκτός των άλλων ότι "η ενάγουσα έκανε πολλές εισαγωγές παρόμοιων εμπορευμάτων, ότι με την ... είχε κλείσει και άλλες αγορές ιδίων φορτίων, ότι έχουν φέρει την εποχή εκείνη και άλλα φορτία από την πρώην Σοβιετική Ένωση 4-5 φορές και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ε1 έχει πολλά χρόνια εμπειρία στις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων και όπου χρειάζεται υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου υπογράφει αυτός διότι γνωρίζει Αγγλικά, όλες δε οι φορτωτικές συνήθως είναι έντυπες".

Ο δεύτερος μαρτυράς της, που είναι υπεύθυνος λογιστηρίου...κατέθεσε ότι "γνώριζε η ενάγουσα τη ρωσική προέλευση του ηλιόσπορου, τη φόρτωσή του από ρωσικό λιμάνι και ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ε1 ασχολείται πολλά χρόνια με τις αγοραπωλησίες πρώτων υλών από το εξωτερικό". Εξ όλων αυτών αποδεικνύεται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Ε1 γνώριζε ότι στη Ρωσική Ομοσπονδία λειτουργούσε η Επιτροπή της Διαιτησίας που είχε τις ίδιες αρμοδιότητες και διαδικασίες με την Επιτροπή Διαιτησίας της Ε.Σ.Σ.Δ, λόγω ακριβώς των πολύχρονων και διαρκών εμπορικών σχέσεών του και της εκ μέρους του συνάψεως διεθνών εμπορικών συμφωνιών και θαλάσσιων μεταφορών και ιδιαίτερα με χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης κατά την επίδικη περίοδο και ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται ως όρος στην επίδικη θαλάσσια φορτωτική, την οποία προσυπέγραψε στις αρχές Δεκεμβρίου 1996 όταν το φορτίο έφθασε στη Θεσσαλονίκη και οπότε και την εμφάνισε προς παραλαβή του εμπορεύματος, καταρτίσθηκε σε τύπο που ανταποκρίνεται στις γνωστές σ' αυτόν και τις άνω συνθήκες και πρακτικές του διεθνούς εμπορίου, οι οποίες είναι και ευρέως γνωστές σε αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα απορριπτέα ελέγχονται.

Εξάλλου, δεν συντρέχει περίπτωση ανακλήσεως της μη οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου σχετικά με το ταχθέν θέμα απόδειξης περί της γνώσης των διαδίκων αναφορικά με την ύπαρξη της Επιτροπής Διαιτησίας της Ρώσικης Ομοσπονδίας και αν αυτή είχε τις ίδιες αρμοδιότητες με την Επιτροπή της ΕΣΣΔ, όπως αιτείται η εφεσίβλητη, ενόψει της προκύπτουσας αμφιβολίας από την αναγραφή στη φορτωτική της Επιτροπής της ΕΣΣΔ αντί της Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο, κατ' αντένσταση, ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εν λόγω φορτωτική υπογράφηκε από αυτή αποκλειστικά ως αναγκαία προϋπόθεση για την οπισθογράφηση αυτής προς παραλαβή και μόνο του εμπορεύματος και όχι να συμβληθεί σε σύμβαση αποκλειστικής δικαιοδοσίας, καθόσον, ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπός της, γνώριζε πλην των προαναφερομένων λόγων, ότι στις φορτωτικές που εκδίδονται στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων συνήθως περιέχονται ρήτρες και όροι με τους οποίους οι διαφορές που πηγάζουν από τις φορτωτικές αυτές παραπέμπονται είτε σε διαιτησία που διεξάγεται στην αλλοδαπή είτε στα δικαστήρια της αλλοδαπής χώρας.

Επιπροσθέτως, η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι αυτή τυγχάνει τρίτη καλόπιστη κομίστρια της ως άνω καθαρής φορτωτικής σε διαταγή χωρίς παρατηρήσεις, αποτελούσα γ' αυτήν η φορτωτική αμάχητο τεκμήριο και ότι τα εμπορεύματα παρελήφθησαν, όπως περιγράφονται στην φορτωτική, επικαλούμενη έτσι συγκεκριμένο όρο της φορτωτικής που αναγράφεται στην πρώτη παράγραφο των εντύπων όρων της πρώτης σελίδας αυτής.

Όμως στη δεύτερη παράγραφο των εντύπων όρων αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, ότι με την αποδοχή της φορτωτικής εκ μέρους της παραλήπτριας ενάγουσας και κατόχου της φορτωτικής αποδέχεται και συμφωνεί με όλες τις προβλέψεις, εξαιρέσεις και τους όρους που περιλαμβάνονται και στις δύο όψεις αυτής, είτε γραπτούς, έντυπους με σφραγίδα ή με άλλο τρόπο ενσωματωμένους, ενώ η τρίτη παράγραφος των όρων πρώτης σελίδας αποτελεί την προαναφερόμενη ρήτρα διαιτησίας.

Συνακόλουθα, αντίκειται στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να γίνεται επιλεκτική επίκληση όρου της φορτωτικής, την οποία άλλωστε η ενάγουσα ανεπιφύλακτα υπέγραψε, προς ενάσκηση των αξιώσεων της και να μη αποδέχεται τους λοιπούς όρους της, οι οποίοι συνεπάγονται ανάλογες δεσμεύσεις της, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα απορριπτέα ελέγχονται.

Περαιτέρω, η προδιαληφθείσα ρήτρα της διαιτησίας δεν προσκρούει ούτε στα χρηστά ήθη ούτε στη δημόσια τάξη, καθόσον η ενάγουσα μπορεί να επιδιώξει τις απαιτήσεις της ενώπιον της ως άνω Επιτροπής διαιτησίας στη Μόσχα της Ρωσίας, προς και από την οποία, σημειωτέον υπάρχει οδική, σιδηροδρομική και αεροπορική συγκοινωνία και με τη Θεσσαλονίκη και η οποία (Ρωσία) είναι κράτος που η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνωρίζει και εμπιστεύεται και ουδόλως επισφαλές, από απόψεως απονομής δικαιοσύνης και μπορεί η ενάγουσα προσλαμβάνοντας Δικηγόρο στη Μόσχα της Ρωσίας να διεκδικήσει τις αγωγικές της αξιώσεις, ενώπιον της ως άνω Επιτροπής, επιπροσθέτως δε, η εφεσίβλητη δεν είναι Ρωσική εταιρία, ώστε να υπάρχουν μεροληψίες από την επιτροπή διαιτησίας, όπως αβασίμως η εκκαλούσα ισχυρίζεται.

Εξάλλου, από τη διατύπωση της ως άνω ρήτρας και σύμφωνα με τα όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη, ευχερώς συνάγεται ότι αυτή περιλαμβάνει, όχι μόνον τις διαφορές που πηγάζουν από τη σύμβαση μεταφοράς ή τη φορτωτική, αλλά και όλες τις διαφορές που προκύπτουν από αυτή, δηλαδή περιλαμβάνει κάθε διένεξη από τη μεταφορά και τη φορτωτική και συνεπώς κάθε αξίωση των δικαιούχων (όπως η ενάγουσα), έστω και αν στηρίζεται στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, ενώ η υπό της εναγομένης - εφεσίβλητης προβολή της επίδικης ένστασης περί υπαγωγής της κρίσιμης διαφοράς στην ανωτέρω διαιτησία, ως αποτελούσα δικονομικό δικαίωμα της δεν υπόκειται στον έλεγχο περί καταχρηστικής ή μη ασκήσεως αυτού και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης απορριπτέος ελέγχεται.

Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν απ' όλο το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό, η επίμαχη στη φορτωτική ρήτρα διαιτησίας είναι καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύει και εξειδικεύει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και όταν, εκτός των άλλων, παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ερμηνεύεται και η συμφωνία περί διαιτησίας, η οποία είναι δυνατόν να περιληφθεί και στους έντυπους όρους της φορτωτικής, η οποία αποδεικνύει τη σύμβαση μεταφοράς πραγμάτων με πλοίο (ναύλωση) και εκδίδεται από τον πλοίαρχο (άρθρο 168 εδάφ ΚΙΝΔ), που είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του θαλάσσιου μεταφορέα ή από άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, όπως ο ναυτικός πράκτορας, ενώ η τοιαύτη φορτωτική, ως συνιστώσα ιδιωτικό έγγραφο, για να είναι έγκυρη, πρέπει να φέρει μόνον την υπογραφή του εκδότη της, είτε ο Πλοίαρχος είναι αυτός, είτε ο ρηθείς ναυτικός πράκτορας.

Οι ρήτρες που καταχωρίζονται ή περιλαμβάνονται στους έντυπους όρους της φορτωτικής, η οποία είναι δικαιόγραφο σε διαταγή (αρθρ. 168 έως 178 ΚΙΝΔ και άρθρο 78 Ν.Δ. 17/7/1983), όπως και η τέτοια ρήτρα περί διαιτησίας και κατά την οποία οποιαδήποτε διαφορά προερχόμενη από τη σύμβαση ναυλώσεως και που γι αυτήν εκδόθηκε η φορτωτική, θα επιλύεται διαιτητικώς κατ' αποκλεισμό οιασδήποτε άλλης δικαιοδοσίας, είναι ισχυρές και δεσμεύουν, όχι μόνον τους συμβαλλομένους, αλλά και τον παραλήπτη της και κάθε επόμενο κομιστή της φορτωτικής αυτής, ακόμη δε και τον ναυλωτή-φορτωτή άμα τη εκδόσει της, έστω και αν η τελευταία δεν υπογράφηκε υπό τούτων.

Εξάλλου, η ρήτρα της διαιτησίας μπορεί να περιλάβει όλες τις διαφορές που αφορούν τη σύμβαση, σε οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος νόμου και αν στηρίζονται οι απαιτήσεις ή τα δικαιώματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς και συνεπώς σ' αυτή υπάγονται και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία, συνισταμένη στην θετική παράβαση της συμβάσεως με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του οφειλέτη, η οποία και αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο επιλαμβανόμενο γενικό καθήκον της μη προκλήσεως ζημίας σε άλλον υπαιτίως, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν εξαιτίας των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται από τη σύμβαση διότι και αυτές έχουν σχέση με την τελευταία.

Στις σημειούμενες στην αρχή της αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ιδία, (α) ότι σε όρο στην εμπρόσθια όψη της επίμαχης φορτωτικής αναγραφόταν ότι κάθε διαφορά που θα προέκυπτε εξ αυτής θα επιλύετο από την Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ε.Σ.Σ.Δ., που έδρευε στη ..., (β) ότι η Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ε.Σ.Σ.Δ., λόγω διασπάσεως της Σοβιετικής Ενώσεως, δεν υφίστατο πλέον ως δημόσια υπηρεσία της Σοβιετικής Ενώσεως τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως όσο και κατά τον χρόνο οπισθογραφήσεως της ένδικης φορτωτικής και ότι στη νέα πλέον Ρωσική Ομοσπονδία λειτουργούσε η Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που εδρεύει στη Μόσχα οδός ILYINKA 6, όπως μετονομάσθηκε η οδός KUIBYSHEVASKIA, (γ) ότι η αναιρεσείουσα υπέγραψε την φορτωτική στην οπίσθια όψη της, ως νόμιμη κομίστρια αυτής, (δ) ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ε1 γνώριζε την ύπαρξη και λειτουργία της εν λόγω Επιτροπής Ναυτικής Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που είχε τις ίδιες αρμοδιότητες και διαδικασίες με την Επιτροπή της ΕΣΣΔ και ήταν έμπειρος στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και (στ) ότι κατά τον ένδικο χρόνο στην Επιτροπή Ναυτικής Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας προσέφευγαν, εκτός από τις ρωσικές, και άλλες διεθνείς εταιρείες που είχαν συναλλαγές με εταιρείες ρωσικών συμφερόντων, με το ρωσικό δημόσιο και με τις άλλες χώρες της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι κατά την αληθή βούληση των διαδίκων η διαιτητική ρήτρα, που περιέχεται ως έντυπος όρος στην επίδικη θαλάσσια φορτωτική, ήταν έγκυρη και ισχυρή, η ερμηνεία της οποίας κατέστη αναγκαία, ενόψει της προκύπτουσας αμφιβολίας από την αναγραφή στην φορτωτική της Επιτροπής της ΕΣΣΔ αντί της Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 155/19.5.2006 αίτηση για αναίρεση της 434/24.2.2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ