Legislator Case Law & Legislation
1320/2007 AI generated

1320/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1320/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4239/2000 μη οριστική, 402/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8683/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1320/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων λόγω κλοπής μπορεί κατ' αρχήν ο μεταφορέας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη μόνον αν αποδείξει ότι η κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικά υπό συνθήκες ασυνήθιστες που ο μεταφορέας ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποφύγει.

Keywords

AI generated
freight carrier liability counterfeiting of goods products from third countries customs tax fraud importer liability international carriage by road
AI generated
487/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1025/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2211/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1772/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
487/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1485/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5152/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/1/2009 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1320 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1320/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1 και 2) Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σύριο.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4239/2000 μη οριστική, 402/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8683/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 της διεθνούς συμβάσεως της Γενεύης της 19-5-1956 "επί του συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (CMR)", η οποία κυρώθηκε με το ν. 557/1997 και από της θέσεώς του σε ισχύ (12-3-1977) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διατάξεως νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική ή μερική απώλεια των εμπορευμάτων και για τη βλάβη τούτων που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του χρόνου της παραδόσεως, καθώς επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση παραδόσεως, απαλλάσσεται όμως από την ευθύνη, εκτός άλλων, και όταν η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω συνθηκών τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

Το βάρος της αποδείξεως ότι η απώλεια, η βλάβη ή η καθυστέρηση οφειλόταν σε ένα από τα αίτια που αναφέρονται στο άρθρο 17 παρ. 2 εναπόκειται στο μεταφορέα (άρθρο 18 παρ. 1). Από τις διατάξεις αυτές που ρυθμίζουν το θέμα κατά τρόπο αποκλειστικό προκύπτει ότι ο μεταφορέας απαλλάσσεται εάν επικαλεστεί και αποδείξει ότι η απώλεια, βλάβη ή καθυστέρηση παραδόσεως των εμπορευμάτων έγινε υπό συνθήκες τις οποίες δεν θα μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας.

Έτσι σε περίπτωση απώλειας των εμπορευμάτων λόγω κλοπής μπορεί κατ' αρχήν ο μεταφορέας να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη μόνον αν αποδείξει ότι η κλοπή έγινε με τη χρήση βίας ή με τη χρήση άγνωστων τρόπων ή μέσων ή γενικά υπό συνθήκες ασυνήθιστες που ο μεταφορέας ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποφύγει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης, στις περιπτώσεις όπου με βάση την κείμενη νομοθεσία η απώλεια ή η ζημία ή η καθυστέρηση που προκύπτει από μεταφορά διεπόμενη από τη Σύμβαση αυτή δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν την ευθύνη αυτού ή οι οποίες ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.

Κατά το άρθρο όμως 29 παρ. 1 της αυτής Σύμβασης, ο μεταφορέας δεν θα δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της Σύμβασης οι οποίες αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνη του ή οι οποίες μεταφέρουν το βάρος της αποδείξεως, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψής του η οποία, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ως ισοδυναμούσα με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

Τέλος, κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου 29 της συμβάσεως, ορίζεται ότι η ίδια διάταξη θα έχει εφαρμογή, εάν η ηθελημένη κακή διαχείριση ή παράλειψη διαπραχθούν από τους πράκτορες ή τους υπαλλήλους του μεταφορέα ή από οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα τις υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιεί για την εκτέλεση της μεταφοράς, όταν οι εν λόγω πράκτορες, υπηρέτες ή λοιπά πρόσωπα, ενεργούν μέσα στα πλαίσια της απασχόλησής τους.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς, εφόσον ανακύψει αξίωση για αποζημίωση από εξωσυμβατική ευθύνη, εξαιτίας απώλειας, βλάβης ή καταστροφής μεταφερόμενου εμπορεύματος, ο μεταφορέας μπορεί να επικαλεστεί την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης που αποκλείουν την ευθύνη του ή ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλόμενη αποζημίωση.

Κατ' εξαίρεση όμως ευθύνεται προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, χωρίς τους ποσοτικούς περιορισμούς της Σύμβασης, αν ο δικαιούχος της αποζημίωσης ενάγων ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η ζημία επήλθε από ηθελημένη κακή διαχείριση του μεταφορέα, πρακτόρων, υπαλλήλων του κλπ. ή από πταίσμα το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του δικαστηρίου της Χώρας, που επιλήφθηκε της υπόθεσης, ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση.

Ο όρος "ηθελημένη κακή διαχείριση", που αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου "wilful misconduct" από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της ως άνω διεθνούς Σύμβασης, που υιοθέτησε η Ελλάδα, ως βαθμός πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ή προβλέπει αυτό ως αναγκαίο και το αποδέχεται, ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται.

Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως και από την έννοια της βαριάς αμέλειας, κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια διότι από μεγάλη αδιαφορία ή απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του.

Τούτο δε διότι, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας, που απαιτείται, κρίνεται αντικειμενικώς, στην ηθελημένη (willful) κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, ήτοι της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα που γνωρίζει ότι η ενέργειά του ή η παράλειψή του επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού της ως άνω Σύμβασης, που απέβλεψε στην ομοιομορφία διεθνώς των όρων και της έκτασης της ευθύνης του μεταφορέα προς απεριόριστη αποζημίωση και για πταίσμα του ελαφρότερο του ενδεχόμενου δόλου, ο ανωτέρω όρος της "ηθελημένης κακής διαχείρισης", ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από το δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και τη συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη ή η παράλειψή του οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (Ολ.

ΑΠ 18/98). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Στις 20-11-1997, η εδρεύουσα στη Γερμανία εταιρία "MILCHWERKE OBERFRANKEN WEST" πώλησε στην εταιρία "ΦΑΓΕ Α.Ε." που έχει την έδρα της στη Μεταμόρφωση Αττικής, σκληρό τυρί, τύπου ".....", καθαρού βάρους 19.344 χιλιογράμμων, έναντι τιμήματος 172.161,6 γερμανικών μάρκων.

Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος με σύμβαση ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει το εμπόρευμα έναντι αμοιβής από τη Γερμανία και να το παραδώσει στην αγοράστρια, στη Μεταμόρφωση Αττικής, διέθεσε το με αριθμό κυκλοφορίας...... Δ.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, για την πραγματοποίηση της μεταφοράς, με οδηγό τον προστηθέντα από αυτόν δεύτερο εναγόμενο.

Το εμπόρευμα, συσκευασμένο σε 3224 χαρτοκιβώτια, τοποθετήθηκε σε έξι παλέτες, και φορτώθηκε, στις εγκαταστάσεις της πωλήτριας, στο άνω αυτοκίνητο, το οποίο αυθημερόν αναχώρησε για τον τόπο του προορισμού του. Στις 21-11-1997 το φορτηγό αυτό, οδηγούμενο από τον προστηθέντα δεύτερο εναγόμενο βρισκόταν στην Ιταλία, έξω από την πόλη της ΒΟLOGNA, σταθμευμένο κάτω από μία γέφυρα, και ενώ ο οδηγός κοιμόταν μέσα σ' αυτό, το εμπόρευμα εκλάπη από άγνωστους δράστες.

Έτσι η αγοράστρια εταιρία, η οποία από τη φόρτωση έφερε τον κίνδυνο της μεταφοράς του εμπορεύματος, ζημιώθηκε κατά το ποσό των 172.161,60 γερμανικών μάρκων [27.402.052 δραχμές]. Η απώλεια του φορτίου οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση των εναγομένων διότι δεν έλαβαν τα προσήκοντα μέτρα προστασίας για την ασφαλή διέλευση του φορτηγού από την Ιταλία.

Ειδικότερα δεν φρόντισαν για την πρόσληψη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και δευτέρου οδηγού, καθώς και για τον εξοπλισμό του αυτοκινήτου με επαρκές αντικλεπτικό σύστημα, επιπλέον δε ο δεύτερος ως οδηγός δεν φρόντισε για τη στάθμευση του αυτοκινήτου σε φυλασσόμενο χώρο σταθμεύσεως, αλλά στάθμευσε αυτό σε μη φυλασσόμενο και προστατευόμενο χώρο, κάτω από μία γέφυρα, με αποτέλεσμα να εκθέσει το εμπόρευμα στον κίνδυνο της κλοπής, παρά το ότι είναι σε όλους γνωστό και ιδιαίτερα στους μεταφορείς, ότι στην Ιταλία είναι συνηθισμένο φαινόμενο οι κλοπές σε έμφορτα αυτοκίνητα.

Μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέβαλε στις 12-3-1998 το ποσό του ασφαλίσματος [27.402.052 δραχμές] στην ασφαλισμένη μη διάδικο αγοράστρια εταιρία "ΦΑΓΕ ΑΕ" και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτής. Με τα δεδομένα αυτά, κατέληξε το Εφετείο, αφού η απώλεια του εμπορεύματος επήλθε εξαιτίας των παραπάνω ενεργειών και παραλείψεων των εναγομένων, οι οποίοι ηθελημένα διαχειρίστηκαν κακώς την ως άνω μεταφορά, δεδομένου ότι λαμβάνοντας αυτοί τα παραπάνω μέτρα ασφάλειας του φορτηγού, μπορούσαν με βεβαιότητα να αποφύγουν και να προλάβουν την κλοπή, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση των εναγομένων με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα και να γίνει δεκτή η αγωγή.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές δέχθηκε ότι ήταν βάσιμη η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη (ως υποκατάστατη της ασφαλισμένης παραλήπτριας των εμπορευμάτων) το προαναφερόμενο ποσό των 27.402.052 δρχ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η απώλεια των επίδικων εμπορευμάτων προκλήθηκε λόγω της ηθελημένης κακής διαχείρισης εκ μέρους των αναιρεσειόντων, μεταφορέα και προστηθέντος οδηγού, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 της πιο πάνω από 19-5-1956 Σύμβασης που εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 της ίδιας Σύμβασης με τη μη εφαρμογή της, αφού τα προαναφερόμενα περιστατικά, με βάση τα οποία έκρινε ως βάσιμη την αξίωση προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας χωρίς τους περιορισμούς της Σύμβασης, θεμελιώνουν την, κατά τα ανωτέρω, έννοια της ηθελημένης κακής διαχείρισης, κατάδηλη δε είναι η παραδοχή του Εφετείου, όπως προκύπτει από το σύνολο των πιο πάνω παραδοχών του, ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι με τις ενέργειες και παραλείψεις τους επαυξανόταν ο κίνδυνος πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, δηλαδή της κλοπής των εμπορευμάτων κατά τη μεταφορά.

Περαιτέρω, περιγράφονται επαρκώς οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η κλοπή [στάθμευση του φορτηγού αυτοκινήτου κάτω από γέφυρα, σε μη φυλασσόμενο και προστατευόμενο χώρο, ενώ ο οδηγός κοιμόταν μέσα στο όχημα αυτό, χωρίς να υπάρχει συνοδηγός ούτε επαρκές αντικλεπτικό σύστημα], και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης να αναφέρεται με ποιο τρόπο η πρόσληψη του δεύτερου οδηγού θα απέτρεπε την κλοπή, ή ποιο θα ήταν επαρκές αντικλεπτικό σύστημα, ή ποιος θα ήταν ο "φυλλασόμενος" χώρος που το φορτηγό έπρεπε να σταθμεύσει.

Επομένως οι σχετικοί αντίθετοι λόγοι της αναιρέσεως, πέμπτος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 29 παρ. 1 και 17 παρ. 2 της CMR και τέταρτος από τον αριθ. 19 του άνω άρθρου για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της ηθελημένης κακής διαχείρισης, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, το Εφετείο, δεχόμενο ανελέγκτως ότι η απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, δηλαδή σε γεγονός που αποκλείει τη βασιμότητα του ισχυρισμού ότι η απώλεια έγινε υπό συνθήκες τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας, και ακολούθως κρίνοντας βάσιμη την αγωγή αποζημιώσεως, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η αφαίρεση των εμπορευμάτων οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας διότι έγινε με τη χρήση βίας.

Γι' αυτό είναι αβάσιμος και ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη του άνω ισχυρισμού.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα, που είχαν επικαλεστεί, ήτοι την περιεχόμενη στην 19/2001 εισηγητική έκθεση ένορκη κατάθεση του μάρτυρά τους ....., καθώς και το .....

έγγραφο του Αστυνομικού Γραφείου Συνόρων του λιμένα της Αγκόνας, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η αφαίρεση των εμπορευμάτων έγινε με τη χρήση βίας σε βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος. Από τη βεβαίωση του Εφετείου πως στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά τη μεταφορά οι αναιρεσείοντες επέδειξαν ηθελημένη κακή διαχείριση, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων [από προφανή παραδρομή αναφέρει ότι περιέχονται "στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", αντί του ορθού στην 19/2001 εισηγητική έκθεση], καθώς και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι είναι και αλυσιτελής, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι η ηθελημένη κακή διαχείριση προηγήθηκε της αφαίρεσης των εμπορευμάτων και ήταν αυτή που δημιούργησε τις συνθήκες της αφαίρεσής τους τις οποίες, λαμβάνοντας οι αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση μέτρα ασφάλειας, μπορούσαν με βεβαιότητα να αποφύγουν και να προλάβουν.

ΙV.- Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, δηλαδή υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό και μόνο, ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (Ολ. Α.Π. 1/1999), αλλά κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, την κρίση του για τη συνδρομή ή μη των αποδεικτέων γεγονότων, τη σχημάτισε όχι αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται, ότι παραμόρφωσε, αλλά από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρεται το εν λόγω έγγραφο, αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα.

Ενόψει των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για παραμόρφωση του περιεχομένου του προαναφερόμενου ..... εγγράφου του Αστυνομικού Γραφείου Συνόρων του λιμένα της Αγκόνας, διότι αν και αναφέρεται σ' αυτό ότι ο δεύτερος αναιρεσείων κατήγγειλε την αφαίρεση των άνω εμπορευμάτων με τη χρήση βίας σε βάρος του από άγνωστους δράστες, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα εμπορεύματα κλάπηκαν λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης, είναι αβάσιμος, αφού η παραμόρφωση όπως ανωτέρω διατυπώνεται, συνίσταται όχι σε διαγνωστικό λάθος, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του όρου, αλλά αποκλειστικώς σε απλό σφάλμα εκτιμήσεως του περιερχομένου του.

Άλλωστε, το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ηθελημένης κακής διαχείρισης στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων και στα αποδεικτικά έγγραφα, και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο εν λόγω έγγραφο, το οποίο απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.3.2005 αίτηση των 1. Χ1 και 2.Χ2 για αναίρεση της 8683/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να πληρώσουν στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ