Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's evidence assessment and statute of limitations ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Crete's judgment regarding maritime compensation claims. The appellant argued the lower court erred in assessing evidence and applying the statute of limitations, but the court found these complaints procedurally inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law regarding evidence assessment or statute of limitations is inadmissible if the lower court's decision is based on a valid evaluation of the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ (ΑΝΕΚ) Α.Ε.», που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πιέρρο Πλαγιαννάκο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 28 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διότι το Εφετείο δέχθηκε αφενός ότι δεν είχε χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο η άδεια που εδικαιούτο κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-1995 έως 4-7-1999 και επιδίκασε σ' αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 4.814.224 δραχμών και αφετέρου ότι ο ίδιος πραγματοποιούσε κάθε μήνα 163 υπερωρίες, για τις οποίες εδικαιούτο 4.485.454 δρχ., παρότι αποδείχθηκε ότι αυτός δεν εδικαιούτο τις ημέρες άδειας που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ότι είχε εξοφληθεί η απαίτησή του από τις υπερωρίες.
Οι ως άνω αιτιάσεις προσβάλλουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως ως απαράδεκτος. Εξάλλου με τους τέταρτο και έβδομο λόγους της αναιρέσεως, που εκτιμάται ότι στηρίζονται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι α) το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση αδείας και αμοιβή υπερωριών, που είχαν γεννηθεί εντός του έτους 1995 υπέπεσαν στην πενταετή παραγραφή, μολονότι η αγωγή του επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 11-5-2000, και β) η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι προαναφερόμενοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, όχι μόνο γιατί δεν προσδιορίζονται οι πλημμέλειες και οι διατάξεις που παραβιάστηκαν αλλά και γιατί δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, (Ολ.ΑΠ 27/1998, 32/1996). Ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν «ανακάλεσε» την απόφαση του Πρωτοδικείου, μολονότι δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό συμπληρώνεται από το σκεπτικό, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις καρτέλες μισθοδοσίας του αναιρεσίβλητου, από τις οποίες προέκυπτε ότι αυτός δεν δικαιούται την αποζημίωση αδείας και την υπερωριακή αμοιβή που αναγνώρισε ότι δικαιούται.
Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ιδίως την υπάρχουσα σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και τις αιτιολογίες της αποφάσεως για τις ημέρες της άδειας που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος, καθώς και τις υπερωρίες που πραγματοποίησε κατά τα χρονικά διαστήματα που προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως και τις ανωτέρω καρτέλες, τις οποίες και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.17 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 403/1995). Επομένως ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, από την προαναφερόμενη διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, αφού στο αιτιολογικό δέχεται, ότι το ποσό των 3.012.709 δρχ. για αμοιβή υπερωριών οφείλεται εντόκως από την κοινοποίηση της αγωγής ( 12-5-2000) ενώ στο διατακτικό αναγνωρίζεται, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει το ως άνω ποσό εντόκως από την 20-4-1995, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ.9 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματός της αναιρεσείουσας να διαταχθεί η διενέργεια συμπληρωματικών αποδείξεων ή να διαταχθεί η εξέταση του αναιρεσίβλητου και των πλοιάρχων που είχε ναυτολογήσει στα πλοία της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671, στη διαδικασία των άρθρων 664-676 δεν εκδίδεται απόφαση περί αποδείξεως, η δε κρίση για την ανάγκη εξετάσεως των διαδίκων ή νέων μαρτύρων ανήκει στην κυριαρχική εκτίμηση του δικαστηρίου (άρθρ. 415 παρ. 1 και 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ), που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 364/1998, 1293/1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-11-2003 αίτηση περί αναιρέσεως της 311/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ