Legislator Case Law & Legislation
131/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against lower court's assessment of illegal payments by defendants to the company.

Case Number 131/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by two defendants against a lower court judgment. The defendants had received payments exceeding the amounts approved by the company's general assembly, causing financial loss to the plaintiff company. The court found the lower court erred in its evidence assessment regarding the defendants' knowledge and acceptance of the loss, ruling that they acted unlawfully.

Legislator headnote

AI generated

Articles 528, 561, 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must set aside a lower court's decision if it incorrectly assesses evidence regarding the unlawfulness of payments made without proper authorization, thereby establishing liability for the resulting damage.

Keywords

AI generated
illegal payments general assembly approval evidence assessment corporate liability civil procedure code partial appeal financial damage

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 131 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 131/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων - καθών η κλήση: 1) Δ. Τ. του Δ. και 2) Μ. Τ. του Μ., κατοίκων Ζακύνθου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα, ο οποίος προέβαλε στο ακροατήριο τις πέντε ενστάσεις που αναφέρονται και στον από 13-9-2021 κατάλογο ενστάσεων που κατατέθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Της εφεσίβλητης - καλούσας: ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ... που εδρεύει στην πόλη Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βγενόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2007 αγωγή της ήδη καλούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 316/2012 μη οριστική και 256/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία θεώρησε ότι δεν ασκήθηκε η από 11-9-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 256/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Διονύσιο Σπίνο, αναίρεσε την 256/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς τους αναιρεσείοντες 1) Δ. Τ. και 2) Μ. Τ. και παρέπεμψε την υπόθεση ως προς αυτούς προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 254/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1478/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 254/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 8-7-2020 κλήση της ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε Εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Ανδρικοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των αμέσως παρακάτω σημειούμενων, κατά περίπτωση, διαδικαστικών εγγράφων, η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδρομή: Η ενάγουσα-καλούσα ανώνυμη εταιρία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την από 19/11/2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε, για τους επικαλούμενους λόγους, να υποχρεωθούν οι τρεις, αρχικά, εναγόμενοι, με την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, να της καταβάλουν τα αιτούμενα ποσά, τα οποία παρανόμως εισέπραξαν από αυτήν.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην του πρώτου των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η με αριθμό 53/2009 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν: α) η από 17/12/2009 έφεση του Δ. Τ. και β) η από 17/12/2009 έφεση των Μ.

Τ. και Δ. Σ. και επ' αυτών εκδόθηκαν, αρχικά, η με αριθμό 316/2012 μη οριστική και, στη συνέχεια, η με αριθμό 256/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η τελευταία αυτή απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, τις δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία και εξαφάνισε την εκκαλούμενη, δικάζοντας δε την ένδικη αγωγή στην ουσία της, την δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν όλοι οι εκκαλούντες με την από 11/09/2014 αίτηση αναίρεσης, κατά τη συζήτηση της οποίας ο αναιρεσείων Δ. Σ. παραιτήθηκε του δικογράφου της. Επί της ως άνω αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 740/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, όσον αφορά τον παραιτηθέντα αναιρεσείοντα θεώρησε την αίτηση αναίρεσης ως μη ασκηθείσα, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, και παρέπεμψε την υπόθεση, κατ' άρθρο 580 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Ακολούθως, η υπόθεση συζητήθηκε στο παραπάνω Δικαστήριο και εκδόθηκε η με αριθμό 254/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δη κατά το μέρος που έκρινε την ένδικη αγωγή στρεφόμενη σε βάρος των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, δίκασε την αγωγή στην ουσία της και την δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη όσον αφορά τους ανωτέρω εναγόμενους.

Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ως άνω εναγόμενοι-εκκαλούντες με την από 24/11/2017 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1478/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ειδικότερα ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 11 περ. β και 8 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρατήθηκε δε η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο για να δικαστεί κατ` ουσία, σε ιδιαίτερη συζήτηση, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, εφόσον πρόκειται περί δεύτερης αναίρεσης.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από. τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 923/2019, ΑΠ 930/2019).

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ` ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 2225/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 7/9/2020 κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης νόμιμα φέρονται προς συζήτηση: α) η από 17/12/2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 53/21.12.2009 έφεση του Δ. Τ. (πρώτου εναγόμενου) και β) η από 17/12/2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 55/28.12.2009 έφεση του Μ. Τ. (δεύτερου εναγόμενου) κατά της 53/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη.

Οι εφέσεις αυτές έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ), παραδεκτά δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (δικάζοντος ως δικαστήριο ουσίας), εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, αναιρέθηκε απόφαση δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασης αυτού (άρθρο 580 § 3 εδαφ.

τελ. ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, οι ως άνω εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα διαγραφόμενα από την παραπάνω αναιρετική απόφαση όρια (άρθρα 579 §, 580 §§3, 4, 581§2 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικαστούν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ., εφόσον με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται μείωση των εξόδων.

Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι, κατά το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή, η εκκαλούμενη απόφαση, με μόνη την, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης, εξαφανίζεται, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του εναγομένου τεκμήριο ομολογίας.

Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 11/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος και εφόσον με τους επικαλούμενους λόγους έφεσης αυτού πλήττεται η απόφαση στο σύνολό της και ζητείται η εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και κατ` ουσία, όσον αφορά τον ανωτέρω εναγόμενο, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έρευνα της βασιμότητας των λόγων έφεσης.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη στο σύνολό της, ως προς όλες τις διατάξεις της όσον αφορά τον ως άνω εναγόμενο, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί περαιτέρω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 Κ.Πολ,Δ., όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4, αντιστοίχως, του ν. 2911/2001 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, αφού η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε μετά την 1-1-2002 (η συζήτηση είχε οριστεί αρχικά για τις 14/2/2008), οπότε το κεφάλαιο Α του Νόμου αυτού τέθηκε σε ουσιαστική ισχύ (άρθρο 22 παρ . 1 και 38 Ν. 2915/2001 σε συνδ.

προς άρθρο 15 Ν. 2943/2001) προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών.

Στην περίπτωση αυτή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.

Στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνον πληρεξουσίων, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.

Η ως άνω απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου ισχύει όχι μόνον για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος είχε παραστεί κανονικά, γιατί διαφορετικά προφορική συζήτηση δεν νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εκατέρωθεν ακρόασης και κατ' αντιδικία συζήτησης της υπόθεσης, για να εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 635/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 93/2013, ΑΠ 251/2009, ΑΠ 866/2008).

Εκ τούτων παρέπεται ότι όταν ασκείται έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, μετά την έναρξη της ισχύος του ν.2915/2001 ήτοι από 1.1.2002 και εντεύθεν, ουδέποτε δύναται να παραλειφθεί η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, αφού αυτή είναι κατά τα παραπάνω υποχρεωτική, και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν ισχύει ως εκ τούτου η ευχέρεια των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 1858/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με αποτέλεσμα να δικασθεί ερήμην, πλην, όμως, το δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτός παρών. Μετά την άσκηση της ως άνω παραδεκτής έφεσης από τον εν λόγω διάδικο και την τυπική παραδοχή αυτής επήλθε, κατά τα προαναφερθέντα, εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, και ως εκ τούτου, η συζήτηση από το εφετείο, που αναδικάζει την υπόθεση, γίνεται πλέον προφορικά, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ως άνω μείζονα σκέψη, να μην έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και να μην είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τόσο για τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, αλλά και για την αντίδικο του ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη εταιρεία παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, δικάζοντος πλέον ως Εφετείου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, Η παράσταση αυτή δεν είναι κανονική διότι, ενόψει της ερημοδικίας του αντιδίκου της, πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου εκκαλούντος, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όφειλε, για να θεωρηθεί προσηκόντως παρισταμένη στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, κατά τον οποίο είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, να εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο και όχι να παραστεί με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ.

Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητη θεωρείται ερήμην ως προς την έφεση του εκκαλούντος Δ. Τ., πλην, όμως η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 86 και 87 του ν. 4548/2018, "Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών", προκύπτει ότι η δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας ανήκει, κατ` αρχήν, στο διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί για το σκοπό αυτό συλλογικά. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, εφόσον αυτό επιτρέπεται, σύμφωνα με το καταστατικό, να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη, τα οποία ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρίας κατ` άρθρα 65, 67 και 68 του ΑΚ, εκφράζοντας τη βούληση αυτού.

Στην αρμοδιότητα του διοικητικού συμβουλίου ανήκει η απόφαση για κάθε θέμα σχετικό με τη διοίκηση, διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας και γενικά με την πραγματοποίηση του σκοπού αυτής και συνεπώς και η απόφαση για την έγερση αγωγής και τη διενέργεια των απαιτούμενων διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1979/2008).

Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 82 "Ελλιπές διοικητικό συμβούλιο" του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση παραίτησης ή θανάτου ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο απώλειας της ιδιότητας μέλους ή μελών του διοικητικού συμβουλίου, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να εκλέγει μέλη αυτού σε αντικατάσταση των μελών που εξέλιπαν.

Η εκλογή αυτή επιτρέπεται εφόσον η αναπλήρωση των παραπάνω μελών δεν είναι εφικτή από αναπληρωματικά μέλη, που έχουν εκλεγεί από τη γενική συνέλευση ή διοριστεί από μέτοχο ή μετόχους, σύμφωνα με το άρθρο 81. Η εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο γίνεται με απόφαση των απομενόντων μελών, αν είναι τουλάχιστον τρία (3), και ισχύει για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους που αντικαθίσταται.

Η απόφαση της εκλογής υποβάλλεται σε δημοσιότητα και ανακοινώνεται από το διοικητικό συμβούλιο στην αμέσως προσεχή γενική συνέλευση, η οποία μπορεί να αντικαταστήσει τους εκλεγέντες, ακόμη και αν δεν έχει αναγραφεί σχετικό θέμα στην ημερήσια διάταξη", ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 119 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η γενική συνέλευση συνέρχεται υποχρεωτικά τουλάχιστον μία φορά κάθε εταιρική χρήση το αργότερο έως τη δεκάτη (10η) ημερολογιακή ημέρα του ένατου μήνα μετά τη λήξη της εταιρικής χρήσης, προκειμένου να αποφασίσει για την έγκριση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων και για την εκλογή ελεγκτών (τακτική γενική συνέλευση).

Η τακτική γενική συνέλευση μπορεί να αποφασίσει και για οποιοδήποτε άλλο θέμα αρμοδιότητάς της", τέλος δε με τη διάταξη του άρθρου 56 ν. 4825/2021 (ΦΕΚ Α 157/04.09.2021) ορίζεται ότι "Για το έτος 2021 η προθεσμία διεξαγωγής της γενικής συνέλευσης της παρ. 1 του άρθρου 119 του ν. 4548/2018 (Α` 104)...... παρατείνεται για πενήντα (50) ημερολογιακές ημέρες.

Προθεσμίες που συνδέονται με την υποβολή πρακτικών συνελεύσεων των μετόχων ή εταίρων και εγκεκριμένων οικονομικών καταστάσεων στο Γ.Ε.ΜΗ. παρατείνονται αναλόγως". Εξάλλου, με το άρθρο 95 ν. 4548/2018 "ελαττωματικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου" ορίζεται ότι "1. Αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το περιεχόμενο των οποίων αντίκειται στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες. 2.

Αποφάσεις που λήφθηκαν με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό είναι επίσης άκυρες, εκτός αν λήφθηκαν ομοφώνως από όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, παρόντα ή νομίμως εκπροσωπούμενα. 3. Την ακυρότητα μπορούν να επικαλεσθούν, εντός έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με το άρθρο 12, ή από την καταχώρισή της στο βιβλίο πρακτικών, σύμφωνα με το άρθρο 93, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τρίτοι δε, μέτοχοι ή μη, αν έχουν προσωπικό και ειδικό έννομο συμφέρον.

Αν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παραβίαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η δυνατότητα επίκλησης δεν υπόκειται σε προθεσμία. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα μπορεί είτε να προταθεί από τους μετόχους είτε να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο". Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη εταιρεία προσκομίζει, για την παροχή πληρεξουσιότητας στον παραστάντα δικηγόρο της Αθανάσιο Βγενόπουλο, το με αριθμό ...

πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κωνσταντίνας Σπυρίδωνος Καββαδία. Όπως προκύπτει από το πληρεξούσιο αυτό, εμφανίστηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου οι Σ. Μ. και Δ. Β., μέλη του ΔΣ της εφεσίβλητης εταιρείας, οι οποίοι, ενεργούντες κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης που τους δόθηκε με το από 29.01.2021 πρακτικό του ΔΣ της εφεσίβλητης, διόρισαν ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο αυτής τον ως άνω δικηγόρο.

Τα προαναφερθέντα μέλη εξελέγησαν σε αντικατάσταση παραιτηθέντων μελών του ΔΣ, με το από 17/11/2020 πρακτικό του ΔΣ της εταιρείας, που καταχωρίσθηκε νόμιμα στο Γ.Ε.ΜΗ. (αρ, πρωτ.2258599/19-113030 ανακοίνωση). Η εκλογή των ανωτέρω μελών από τα εναπομένοντα, πλέον των τριών, μέλη του επταμελούς ΔΣ της εφεσίβλητης εταιρείας, σε αντικατάσταση των παραιτηθέντων δύο μελών του, είναι έγκυρη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, πλην, όμως, όπως συνομολογείται και από την εφεσίβλητη η εκλογή τους δεν έχει ακόμα εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση αυτής, όπως ορίζει το καταστατικό της.

Ειδικότερα, με το άρθρο 35 περ. θ του καταστατικού της εφεσίβλητης εταιρείας ορίζεται ότι η ΓΣ αποφασίζει για την έγκριση ή μη αντικατάστασης μελών του ΔΣ με απόφαση του ιδίου του ΔΣ. Ωστόσο, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση η τακτική ΓΣ της χρήσης 2020, που έπρεπε να λάβει χώρα μέχρι τις 10/9/2021, παρατάθηκε, με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 56 του ν. 4825/2021, για 50 ημερολογιακές ημέρες, δεν έχει παρέλθει, έως τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, η προθεσμία διεξαγωγής της ΓΣ.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 τελευταίο εδάφιο του καταστατικού της εφεσίβλητης "σε περίπτωση μη έγκρισης της εκλογής από τη Γενική Συνέλευση είναι έγκυρες όλες οι πράξεις των έτσι εκλεγομένων συμβούλων (ενν, σε αντικατάσταση) κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εκλογή τους".

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι, από την καταχώρηση της απόφασης για την εκλογή των ως άνω μελών του ΔΣ στο Γ.Ε.ΜΗ (19/11/2020), έχει παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία επίκλησης της τυχόν ακυρότητας της απόφασης αυτής χωρίς να προκύπτει ότι έχει προσβληθεί. Περαιτέρω, η αναφορά στο εν λόγω πληρεξούσιο, κατά την ιστορική απαρίθμηση των αλλαγών στο καταστατικό της εταιρείας, του ονόματος του Χ.

Μ., προηγούμενου προέδρου του ΔΣ της εταιρείας, ο οποίος φέρεται ως "εμφανισθείς στο παρόν", ανεξάρτητα του αν η εν λόγω αναφορά έχει σχέση με τη φυσική του παρουσία ή οφείλεται σε γραφική παραδρομή, το γεγονός αυτό είναι άνευ εννόμου επιρροής όσον αφορά την εγκυρότητα της παροχής πληρεξουσιότητας καθώς το ως άνω πρόσωπο δεν σχετίζεται με τη λήψη κάποιας απόφασης.

Κατά συνέπεια είναι έγκυρη η παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εφεσίβλητης, όσον αφορά τον δεύτερο εκκαλούντα, απορριπτόμενων των όσων αντίθετων ο τελευταίος υποστηρίζει.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ.2 και 24 παρ.3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (β.δ. 174/1963), όπως αυτά ίσχυαν πριν το άρθρο 23 αντικατασταθεί με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007 και πριν το άρθρο 24 καταργηθεί με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018, και 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ, συνάγεται ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.

Αν για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Δεν αποκλείεται, όμως, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου (π.χ. ο πρόεδρος ή ο διευθύνων σύμβουλος), παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, να παρέχει σ` αυτήν και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς καταβαλλόμενη, σε εκτέλεση ιδιαίτερης σύμβασης, για το κύρος της οποίας απαιτείται έγκριση της γενικής συνέλευσης των μετόχων (ΑΠ 1989/2017).

Ειδικότερα, η καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη αυτά, όταν δεν έχει συμφωνηθεί επί των εταιρικών κερδών, είναι νόμιμη και δεσμευτική για την εταιρεία, μόνον αν έχει καθορισθεί στο καταστατικό της κατά ποσόν ή έχει εγκριθεί με ειδική απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσής της (ΑΠ 1277/2015). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, 31 και 32 του Εμπορικού Νόμου, 68, 714, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους πίστης και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (άρθρα 914, 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στις περιπτώσεις αυτές, ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο, νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους των άρθρων 22β του ιδίου Νόμου 2190/1920 (ΑΠ 1189/2020, ΑΠ 320/2015, ΑΠ 1483/2010).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 22β ("Άσκηση αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου", όπως ο τίτλος προστέθηκε με το άρθρο 31 ν. 3604/2007) του ν. 2190/1920 "Θεσμικός Νόμος περί ανωνύμων εταιρειών", που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.δ.4237/1962 και, ακολούθως, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του ν. 3604/2007, εφαρμόζεται δε στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής: "1.

Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου που απορρέουν από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν το αποφασίσει η γενική συνέλευση με απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 29 και την παράγραφο 1 του άρθρου 31, ή το ζητήσουν από το διοικητικό συμβούλιο ή τους εκκαθαριστές μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου.

Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό. Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπ` όψιν μόνο εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρεις (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την αίτηση. Οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου. 2.

Η αγωγή δέον να εγερθή εντός έξι μηνών από της ημέρας της γενικής συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3... 4...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή, η οποία αποβλέπει, κατ` αρχήν, στην αποκατάσταση της ζημίας της εταιρείας, για αξιώσεις της κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της από πράξεις ή παραλείψεις τους κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων (ΑΠ Ολομ. 5/2015), όταν μεν η ζημία της εταιρείας οφείλεται σε δόλο χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση αμέλειας, όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία (ΑΠ Ολομ. 5/2015) ή όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/10 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου (ή το τυχόν μικρότερο ποσοστό που προβλέπει το καταστατικό), χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής ή αν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ή αν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρείας (Ολ ΑΠ 5/2015, ΑΠ 189/2018).

Περαιτέρω, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Επίσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι: 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας) (ΑΠ 1276/2015, ΑΠ 1572/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εταιρεία εκθέτει ότι οι εναγόμενοι (ως προς τον πρώτο εκ των οποίων, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, εξετάζεται το νόμω βάσιμο της αγωγής), με την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου και συγκεκριμένα ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτού, αντίστοιχα, έλαβαν από αυτήν (ενάγουσα) κατά τις εταιρικές χρήσεις των ετών 2002, 2003 και 2004 τα ειδικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αμοιβή για τη συμμετοχή τους στο Διοικητικό Συμβούλιο, χωρίς, ωστόσο, να έχουν δικαίωμα προς τούτο, γεγονός το οποίο και γνώριζαν, καθώς τα ποσά αυτά δεν είχαν εγκριθεί ως αμοιβές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας από τη Γενική Συνέλευση της τελευταίας, όπως ορίζει το καταστατικό της, σε κάθε περίπτωση δε, χωρίς να συντρέχουν οι καθοριζόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ 1 και 2 του Ν. 2190/1920 προϋποθέσεις.

Ότι η ενάγουσα, από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων σε βάρος της, υπέστη περιουσιακή ζημία ισόποση με τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που εκείνοι έλαβαν κατά τα ανωτέρω έτη ως αμοιβή, άλλως οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι κατά τα ποσά αυτά χωρίς νόμιμη αιτία. Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να της καταβάλουν, με βάση την αδικοπρακτική τους ευθύνη από την διαπραχθείσα σε βάρος της υπεξαίρεση, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των ευρώ 43.903,10 και 23.669,40, αντίστοιχα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της είσπραξης των επί μέρους ποσών, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και να καταδικαστούν αυτοί στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, κατά την κυρία βάση της από την αδικοπραξία, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ και 24 του Ν. 2190/1920. Εξάλλου η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθώς το δικόγραφό της περιλαμβάνει, για το ορισμένο αυτής, όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατ' άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 914 ΑΚ και 24 ν. 2190/1920, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αναφέρει: 1) τη ζημιογόνο συμπεριφορά (πράξεις) των εναγόμενων, μελών του ΔΣ της ενάγουσας, 2) τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων αυτών κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, 3) την υπαιτιότητα, 4) τη ζημία και 5) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμο λόγο ευθύνης) και του αποτελέσματος (ζημίας).

Περαιτέρω εξειδίκευση του αιτουμένου κονδυλίου της αμοιβής δεν απαιτείται, εναπόκειται δε στον εναγόμενο να αρνηθεί αιτιολογημένα την αγωγή επικαλούμενος ότι το αγωγικό κονδύλιο δεν αποτελεί στο σύνολό του αμοιβή αλλά απαρτίζεται από επί μέρους κονδύλια που προέρχονται από άλλες αιτίες. Εξάλλου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι εναγόμενοι, αν και γνώριζαν, ως μέλη του ΔΣ της ενάγουσας, ότι δεν δικαιούντο να εισπράξουν τα αναφερόμενα ποσά, εντούτοις τα έλαβαν παράνομα και αυθαίρετα, ζημιώνοντας αντίστοιχα την περιουσία της εταιρείας, ενήργησαν δηλαδή με δόλο, δεν απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για την έγερση της ένδικης αγωγής.

Κατά συνέπεια απορριπτέος τυγχάνει ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόμενων (και δεύτερος λόγος έφεσης όσον αφορά τον δεύτερο εναγόμενο-εκκαλούντα), όπως αυτός συμπληρώνεται με τις προτάσεις που οι εναγόμενοι-εκκαλούντες κατέθεσαν κατά την παρούσα συζήτηση.

Υπό την ισχύ του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, η ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ρυθμιζόταν από το άρθρο 22α, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 30 του Ν. 3604/2007. Περαιτέρω, στο άρθρο 22β του Ν. 2190/1920 αφενός μεν προβλεπόταν η διαδικασία άσκησης των αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, αφετέρου δε ορίζονταν τα ενεργητικώς νομιμοποιούμενα στην άσκηση της παραπάνω εταιρικής αγωγής πρόσωπα (Ολ.

ΑΠ 5/2015), τα οποία αποτελούν τους φορείς των ασκούμενων δικαιωμάτων κατά το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 465/2019, ΑΠ 380/2017). Αντίστοιχες διατάξεις με τον Ν. 2190/1920 περιλαμβάνει και ο ανωτέρω Ν. 4548/2019, όπου στο μεν άρθρο 102 ορίζονται οι προϋποθέσεις ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, στα δε άρθρα 104 - 105 οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί ένα συγκεκριμένο ποσοστό της μειοψηφίας των μετόχων (1/20 κατ' ελάχιστον, αντί του 1/10 που προέβλεπε το άρθρο 22β του Ν. 2190/1920) να ζητήσει την άσκηση της εταιρικής αγωγής, άλλως, σε περίπτωση αδράνειας της εταιρείας, να υποβάλει αίτηση διορισμού ειδικού προς τούτο εκπροσώπου.

Πέραν τούτου, με τον ως άνω Ν. 4548/2018 τροποποιήθηκε μερικώς (σε σχέση με το προγενέστερο δίκαιο) ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων της ανωνύμου εταιρίας σε βάρος των μελών του ΔΣ της για παράβαση των καθηκόντων τους, οριζόμενος πλέον -για τις περιπτώσεις που η ερευνώμενη πράξη τελέστηκε με δόλο- όχι σε δεκαετή (άρθρο 22α § 5 του Ν. 2190/1920), αλλά σε τριετή (άρθρο 102 του Ν. 4548/2018).

Τούτο δε, διότι με τη νέα διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 102 του Ν. 4548/2018 (δεδομένης και της κατάργησης των αντίστοιχων άρθρων του Ν. 2190/1920 με το άρθρο 189 του Ν. 4548/2018) διατηρείται μεν η τριετής παραγραφή, πλην όμως δίχως να γίνεται πλέον διάκριση ανάμεσα σε ζημία προκαλούμενη από αμέλεια και σε ζημία προξενούμενη από δόλο, με αποτέλεσμα και η ζημία που προήλθε εκ δόλου να υπόκειται σε τριετή παραγραφή από την τέλεση της πράξης (όχι από τη γνώση αυτής ή την εμφάνιση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της, ΑΠ 1483/2010).

Ο δε χρόνος έναρξης της παραγραφής αναστέλλεται για όσο διάστημα ο υπεύθυνος έχει την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ ή κάποια από τις ιδιότητες της παραγράφου 5 του άρθρου 102, κάτι που δεν προβλεπόταν υπό το προϊσχύσαν καθεστώς. Εξάλλου, στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 187 § 14 του Ν. 4548/2018 ορίζεται, αναφορικά με τη διαχρονική εφαρμογή όσων διατάξεων του εν λόγω νόμου προβλέπουν παραγραφές ή αποσβεστικές προθεσμίες, ότι εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 18 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 187 § 15 του ίδιου νόμου προβλέπεται, αναφορικά με τη διαχρονική εφαρμογή των διατάξεών του που ρυθμίζουν την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου και άλλων προσώπων, ότι εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 24 και 25 του ΕισNAK.

Ακολούθως, στο άρθρο 18 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα.

Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα, και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου".

Η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται όχι μόνο για τη ρύθμιση ζητημάτων διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και την αντικατάσταση της προϊσχύσασας νομοθεσίας, αλλά και σε κάθε άλλη διάταξη νεότερου νόμου που ορίζει διαφορετικό χρόνο παραγραφής σε σχέση με τον προηγούμενο.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το πραγματικό ζήτημα για το αν κατά τον χρόνο της εισαγωγής του ΑΚ είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής μιας αξίωσης, θα κριθεί με βάση το προϊσχύσαν δίκαιο. Με το ίδιο δίκαιο θα κριθεί και η έναρξη, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής της, ως προς τον μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (ή του νεότερου νόμου) χρόνο.

Αντιθέτως, επί των ως άνω γεγενημένων αλλά μη παραγεγραμμένων προ του ΑΚ αξιώσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΑΚ ως προς την έναρξη, αναστολή και διακοπή της παραγραφής για τον μετά την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο (ΑΠ 1051/2002, ΑΠ 258/2002). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 24 ΕισΝΑΚ ορίζει ότι, αν τα δικαιοπαραγωγικά αίτια των ενοχών συντελέστηκαν πριν την εισαγωγή του, διέπονται και μετά την εισαγωγή του από το προϊσχύσαν δίκαιο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. 3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση" (ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 1321/2015). Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το ουσιαστικό ζήτημα της ευθύνης των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας διέπεται από το νομικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα παραγωγικά της ευθύνης αίτια, με αποτέλεσμα, εάν τα τελευταία τοποθετούνται χρονικά πριν την 1/1/2019, να εφαρμόζεται ο Ν. 2190/1920 (ΑΠ 357/2017), το ίδιο δε δίκαιο να ισχύει και όσον αφορά την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων.

Ειδικότερα, στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον τα επικαλούμενα, παραγωγικά της ευθύνης των εναγομένων αίτια έλαβαν χώρα πριν την 1/1/2019, η ευθύνη τους διέπεται από τον προϊσχύσαντα Ν. 2190/1920, ο οποίος, στο άρθρο 22α § 5 αυτού, όριζε ότι ο χρόνος παραγραφής ήταν δέκα έτη από την τέλεση της πράξης, εφόσον αυτή διαπράχθηκε εκ δόλου, όπως εν προκειμένω.

Η δεκαετής αυτή παραγραφή, η οποία στην κρινόμενη υπόθεση άρχισε -ως προεκτέθηκε- από την τέλεση της πράξης (2002 - 2004), διακόπηκε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, τον Δεκέμβριο του 2007 (11/12/2007 για τον πρώτο εναγόμενο, 13/12/2007 για τον δεύτερο). Έκτοτε, ενόψει του ότι οι διαδικαστικές ενέργειες συνεχίζονταν αδιάκοπα, η δεκαετής παραγραφή δεν συμπληρώθηκε ούτε κατά το έτος 2013, οπότε επήλθε η προαναφερθείσα τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ, εφόσον έως τότε δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη επί της υπόθεσης απόφαση, ούτε κατά την 1/1/2019, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου νόμου.

Επομένως από τον χρόνο αυτό (1/1/2019) και εντεύθεν η γεγενημένη και μη παραγραφείσα έως τότε ένδικη αξίωση διέπεται από τον νέο νόμο 4548/2018, ο οποίος στο άρθρο 102 αυτού προβλέπει βραχύτερη παραγραφή, ήτοι τριετή, και καταλαμβάνει κάθε ζημία, είτε από αμέλεια, είτε εκ δόλου προερχόμενη.

Συνεπώς η κρινόμενη αξίωση, ενόψει του ότι η ως άνω συντομότερη τριετής παραγραφή αρχίζει από την ισχύ του νέου νόμου, δεν είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο συζήτησης της παρούσης υπόθεσης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, απορριπτόμενων των όσων αντίθετων υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Η διάταξη του αρ. 32 κ.ν. 2190/1920, επιβάλλει την τήρηση βιβλίου πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων, στο οποίο καταχωρούνται, εκτός από τον κατάλογο των μετόχων, που παραβρέθηκαν ή αντιπροσωπεύθηκαν στη Γενική Συνέλευση, οι αποφάσεις που ελήφθησαν από αυτή, καθώς και οι γνώμες και επομένως και αιτήσεις και ερωτήσεις των μετόχων που ζήτησαν την καταχώρησή τους.

Προκύπτει, επίσης, ότι τα πρακτικά των πράγματι γενομένων συνεδριάσεων των γενικών συνελεύσεων των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές δεν είναι εισηγμένες σε χρηματιστήριο, αποτελούν ιδιωτικά έγραφα, για την αποδεικτική δύναμη των οποίων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 443 επ. ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα ως προς την εταιρεία αποτελούν αποκλειστικό τρόπο απόδειξης των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την συνέλευση που πραγματοποιήθηκε και των αποφάσεων που λήφθηκαν, ενώ οι τρίτοι, όπως και οι μέτοχοι, μπορούν να επικαλεσθούν και μάρτυρες (ΑΠ 130/2020).

Επομένως, η μη τήρηση πρακτικών δεν επηρεάζει το κύρος των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 357/1961 ΕΕΝ 1962), απλώς δυσχεραίνεται η απόδειξη των θεμάτων, για τα οποία έχουν ληφθεί αποφάσεις (Ν. Ρόκα, ό.π., παρ. 28, στοιχ. 1 σελ. 189 και σημ. 27). Πρακτικό θεωρείται το υπογεγραμμένο κείμενο που καταχωρίζεται και περιέχεται στο ειδικό βιβλίο πρακτικών και όχι οι πρόχειρες σημειώσεις που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της συνέλευσης (πρβλ ΑΠ 756/2017).

Τέλος, τα αντίγραφα του βιβλίου πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας αποδεικνύουν μόνον αν βεβαιώνεται ότι έχουν παραβληθεί προς το πρωτότυπο και έχει βεβαιωθεί η προς αυτό συμφωνία τους από κάποια αρχή, που έχει το δικαίωμα γι` αυτό και προσδιορίζεται η ταυτότητά της (ΑΠ 542/1960).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την με αριθμό 7471/16.2.2021 ένορκη βεβαίωση του Π. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κωνσταντίνας Καββαδία, η οποία έχει ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευση της εφεσίβλητης (βλ.

την με αριθμό 1589Β/8-2-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Κ. Κ.) και παραδεκτά προσκομίζεται με επίκληση από τους εκκαλούντες για πρώτη φορά ενώπιον αυτού του δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως (μεταξύ των οποίων και τα με αριθμό 316/16.2.2012 πρακτικά της ταυτάριθμης αναιρεθείσας απόφασης του Εφετείου Πατρών), με την επισήμανση ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, μετά τη συνεκδίκαση των δύο εφέσεων, καθίστανται κοινά εφόσον η αποδεικτική διαδικασία διεξάγεται ενιαία (ΑΠ 946/2015), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με την από 24/6/2001 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας oι πρώτος και δεύτερος εναγόμενοι εξελέγησαν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής με πενταετή θητεία, στη συνέχεια δε και μετά τη συγκρότηση του εν λόγω οργάνου σε σώμα (πράξη με αριθμό 496/30-6-2001) ο πρώτος εναγόμενος εξελέγη Πρόεδρος και ο δεύτερος Διευθύνων Σύμβουλος, με απόφαση που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ζακύνθου και δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 6550/27-7-2001 ΦΕΚ - Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 5 του καταστατικού της ενάγουσας "Οι σύμβουλοι για τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους στην εταιρεία, μέσα στον κύκλο των καθηκόντων τους, μπορούν να λάβουν αμοιβή οριζόμενη από το Δ.Σ. και εγκρινόμενη κάθε έτος από την τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων με ειδική απόφαση αυτής, εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή, της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 24 του Κ.Ν. 2190/1920".

Επομένως, κατά το καταστατικό της ενάγουσας, η αμοιβή των μελών του ΔΣ για τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους πρέπει να καθορίζεται από το ΔΣ και να εγκρίνεται κατ' έτος με ειδική απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 24 παρ. 1 του ν. 2190/1920, δηλαδή η αμοιβή να λαμβάνεται από το υπόλοιπο των καθαρών κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση κρατήσεων για τακτικό αποθεματικό και του ποσού που απαιτείται για την διανομή του πρώτου μερίσματος, ίσο τουλάχιστον προς 6% επί του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου.

Με την κρινόμενη αγωγή η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι έλαβαν ως αμοιβή για τις προσφερόμενες από αυτούς υπηρεσίες τους, με τις ανωτέρω ιδιότητές τους, τα ακόλουθα ποσά: Α. Ο πρώτος εναγόμενος: 9.603,10 ευρώ για την εταιρική χρήση 2002, 11.000 ευρώ για την εταιρική χρήση 2003 και 23.300 ευρώ για την εταιρική χρήση 2004 και συνολικά το ποσό των 43.903,10 ευρώ και Β.

Ο δεύτερος εναγόμενος 8.869,40 ευρώ για το έτος 2002, 11.000 ευρώ για το έτος 2003, 3.800 ευρώ για το έτος 2004 και συνολικά το ποσό 23.669,40 ευρώ. Την είσπραξη των πιο πάνω ποσών συνομολογούν οι εναγόμενοι ισχυριζόμενοι, όμως, περαιτέρω αφενός μεν ότι δεν αποτελούν στο σύνολό τους αμοιβή, αφετέρου ότι δεν ήταν παράνομη η είσπραξή τους.

Από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα από τα προσκομιζόμενα "αναλυτικά καθολικά" των χρήσεων 2002 (από 1-1-2002 έως 31-12-2002), 2003 (από 1-1-2003 έως 31-12-2003) και 2004 (από 1-1-2004 έως 31-12-2004), προκύπτει πράγματι ότι τα ανωτέρω ποσά δεν αποτελούσαν, στο σύνολό τους, αμοιβή. Ειδικότερα: Α. όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο, από το αναλυτικό καθολικό του έτους 2002 (1.1.2002 έως 31.12.2002) και τα συνημμένα αυτού εντάλματα πληρωμής προκύπτει ότι το ποσό που έλαβε ως αμοιβή για το ως άνω χρονικό διάστημα ανέρχεται σε 6.961,87 ευρώ και όχι 9.603,10 που ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού ποσό 2.641,23 ευρώ δεν αναφέρεται στην κατάσταση ως αμοιβή αλλά ως "τακτοποίηση" και για το ποσό αυτό δεν υπάρχει σχετικό ένταλμα πληρωμής από το οποίο να προκύπτει ότι το έχει εισπράξει ο πρώτος εναγόμενος.

Επίσης από το προσκομιζόμενο αναλυτικό καθολικό του έτους 2004 προκύπτει ότι το αναγραφόμενο στον σχετικό πίνακα και αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό των 23.300 ευρώ δεν αφορά αμοιβή, καθώς τόσο από τον πίνακα όσο και από τα προσκομιζόμενα εντάλματα πληρωμής προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος έλαβε ως αμοιβή (και μάλιστα έναντι) μόνο το ποσό των 20.000 ευρώ.

Τα λοιπά δύο ποσά που παρατίθενται, των 1.750 ευρώ έκαστο (αναφερόμενα μάλιστα ως σύνολο 5.000 ευρώ ενώ η πρόσθεση των εν λόγω ποσών δίνει άθροισμα 3.500 ευρώ) προκύπτει ότι καταβλήθηκαν με αιτιολογία "οδοιπορικά για αγορά πλοίου". Β. Ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, από το αναλυτικό καθολικό χρήσης 2002 προκύπτει ότι έλαβε, για το έτος 2002, ως αμοιβή, το ποσό των 7.108,58 ευρώ και όχι αυτό των 8.869,40 ευρώ, που επικαλείται η ενάγουσα, καθώς ποσό 1.760,82 ευρώ χαρακτηρίζεται στον σχετικό πίνακα ως "τακτοποίηση" και για το ποσό αυτό δεν υπάρχει σχετικό ένταλμα πληρωμής με την υπογραφή του δεύτερου εναγόμενου.

Επίσης από το προσκομιζόμενο αναλυτικό καθολικό του έτους 2004 προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος εισέπραξε το συνολικό ποσό των 5.300 ευρώ (η ενάγουσα αναφέρει - και αιτείται - το ποσό των 3.800 ευρώ) το οποίο, όμως, δεν αφορά αμοιβή, καθώς τόσο στον πίνακα όσο και στα προσκομιζόμενα εντάλματα πληρωμής η αιτιολογία καταβολής των επί μέρους ποσών που απαρτίζουν το ποσό των 5.300 ευρώ είναι "οδοιπορικά για αγορά πλοίου", "οδοιπορικά για διερεύνηση πλοίου" και "έναντι".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 19/7/2003 πραγματοποιήθηκε πρώτη επαναληπτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας με θέματα, μεταξύ άλλων, την "απαλλαγή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των Ελεγκτών από κάθε ευθύνη για τη χρήση 2002" και την "έγκριση αμοιβών των μελών του Δ.Σ. από 1-7-2003 έως 30-6-2004".

Η Γενική Συνέλευση απάλλαξε ομόφωνα τα μέλη του ΔΣ από κάθε ευθύνη τους για τη χρήση 2002 και ενέκρινε, επίσης ομόφωνα, την καταβολή ποσού 5.300 ευρώ στον πρώτο εναγόμενο και 3.500 ευρώ στον δεύτερο εναγόμενο για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην ενάγουσα, με την ιδιότητά τους ως Πρόεδρος του ΔΣ και ως Διευθύνων Σύμβουλος, αντίστοιχα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.

Η απόφαση αυτή της ως άνω Γενικής Συνέλευσης είναι έγκυρη και ισχυρή, παρά το γεγονός ότι τα πρακτικά που τηρήθηκαν δεν αποτελούν νόμιμο έγγραφο, κατ' άρθρο 32 ν. 2190/1920, εφόσον από την επισκόπηση του εγγράφου δεν προκύπτει ότι έχει εξαχθεί από το επίσημο βιβλίο πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης της ενάγουσας, αφού οι σελίδες του δεν φέρουν διάτρηση της αρμόδιας αρχής ούτε είναι αριθμημένες σε συνέχεια του πρακτικού της προηγούμενης ΓΣ.

Ωστόσο, η μη νόμιμη τήρηση των πρακτικών απλώς δυσχεραίνει την απόδειξη από μέρους της ενάγουσας εταιρείας, ενώ η απόδειξη των γεγονότων που συνέβησαν κατά την συνέλευση και των αποφάσεων που λήφθηκαν μπορεί να γίνει από τους τρίτους με μάρτυρες ή με ομολογία, όπως εν προκειμένω, όπου οι εναγόμενοι, μολονότι υποστηρίζουν ότι η εν λόγω Συνέλευση είναι άκυρη, εντούτοις συνομολογούν την λήψη απόφασης για τα ως άνω ποσά.

Περαιτέρω, ένεκα της αμφισβήτησης από μερίδα των μετόχων, της εγκυρότητας της ως άνω Συνέλευσης πραγματοποιήθηκε μια ακόμα επαναληπτική Τακτική Γενική Συνέλευση στις 7/12/2003 για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό 58/7-12-2003 πρακτικό. Ως δεύτερο θέμα στην παραπάνω Γενική Συνέλευση αναφέρεται η απαλλαγή των μελών του του ΔΣ από κάθε ευθύνη για τη χρήση 2002 και ως τρίτο η έγκριση των αμοιβών των μελών του ΔΣ από 1/7/2003 έως 30/6/2004, θέμα για το οποίο προτάθηκε η αμοιβή του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου να είναι ετησίως το ήμισυ των ετήσιων αποδοχών του πλοιάρχου.

Οι παριστάμενοι μέτοχοι της εταιρείας ψήφισαν "ΝΑΙ" κατ' απόλυτη πλειοψηφία σε όλα τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και τα ανωτέρω, δηλαδή το μεν απάλλαξε τα μέλη του ΔΣ από κάθε ευθύνη για τη χρήση 2002, το δε ενέκρινε αμοιβή για τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο το ήμισυ των ετήσιων αποδοχών του πλοιάρχου.

Ωστόσο, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ποιες ήταν οι ετήσιες αμοιβές του πλοιάρχου ώστε να προσδιορισθεί το ήμισυ του ποσού που δικαιούτο να λάβει ο πρώτος εναγόμενος. Ειδικότερα, μολονότι στην έφεσή του αναφέρει ότι οι ετήσιες αποδοχές του πλοιάρχου κατά το έτος 2004 ανέρχονταν στο ποσό των 61.660,78 ευρώ δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ο ισχυρισμός του αυτός, ενώ ούτε ο ενόρκως βεβαιών Π.

Τ. στην προσκομισθείσα το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με αριθμό 7471/16.2.2021 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει κάτι συγκεκριμένο επ' αυτού. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, αποδεικνύεται ότι, για μεν το έτος 2002 αμφότεροι οι εναγόμενοι απηλλάγησαν κάθε ευθύνης και επομένως και της τυχόν ζημίας από τα ποσά που εισέπραξαν παράνομα από την εταιρεία για τη χρήση αυτή, για δε το υπόλοιπο (και αιτούμενο με την αγωγή) χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 11/9/2004 εισέπραξαν ως αμοιβή, το ποσό των 31.000 ευρώ ο πρώτος (11.000 + 20.000) και το ποσό των 11.000 ευρώ ο δεύτερος, ενώ το ποσό που πράγματι δικαιούντο και είχε εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση της ενάγουσας ήταν αυτό των 5.300 και 3.500 ευρώ, αντίστοιχα.

Συνεπώς, το ποσό των 25.700 ευρώ ο πρώτος (31.000-5.300) και το ποσό των 7.500 ευρώ ο δεύτερος (11.000-3.500) το εισέπραξαν παράνομα και χωρίς έγκριση της Γενικής Συνέλευσης με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, ενώ λόγω των ως άνω ιδιοτήτων τους γνώριζαν ότι δεν δικαιούντο να λάβουν τα ποσά αυτά χωρίς την σχετική έγκριση της ΓΣ και παρά ταύτα τα εισέπραξαν επιδιώκοντας και σε κάθε περίπτωση αποδεχόμενοι την αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας.

Επομένως, η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε ότι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος εκκαλών Μ. Τ.), εισέπραξε χωρίς δικαίωμα από την ενάγουσα, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία της, το συνολικό ποσό των 21.679,40 ευρώ, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσής του και να εξαφανισθεί και ως προς αυτόν η εκκαλουμένη (ως προς τον πρώτο εκκαλούντα εξαφανίστηκε κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ), στη συνέχεια δε, πρέπει το παρόν δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την αγωγή και ως προς τον ανωτέρω εκκαλούντα κατ' ουσίαν.

Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους και να υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 25.700 ευρώ ο πρώτος (31.000-5.300) και το ποσό των 7.500 ευρώ ο δεύτερος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ως προς τα δικαστικά έξοδα, συνυπολογιζόμενων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της δεύτερης αναίρεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εν προκειμένω, η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής και γι' αυτό πρέπει να συμψηφισθεί ένα μέρος αυτών, να επιβληθεί δε σε βάρος των εναγομένων η πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας (άρθρα 179, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει α) την από 17/12/2009 και με αριθμό κατάθεσης 53/21-12-2009 έφεση του Δ. Τ. και β) την από 17/12/2009 και με αριθμό κατάθεσης 55/28-12-2009 έφεση του Μ. Τ., ερήμην της εφεσίβλητης ως προς την έφεση του Δ. Τ. και κατ' αντιμωλία των διαδίκων ως προς την έφεση του Μ. Τ.. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις. Εξαφανίζει την με αριθμό 53/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου.

Κρατεί και δικάζει την από 19/11/2007 αγωγή.

Δέχεται την αγωγή κατά ένα μέρος.

Υποχρεώνει του εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα τα ποσά των είκοσι πέντε χιλιάδων επτακοσίων (25.700) ευρώ ο πρώτος και επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ ο δεύτερος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, συμψηφιζόμενης κατά τα λοιπά μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ