Legislator Case Law & Legislation
131/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on labor dispute, remanding case after finding procedural error in appellate judgment.

Case Number 131/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted two appeals against a first-instance labor judgment, partially allowing the appeal filed on March 22, 2018. The court found the opposing party's argument regarding the removal of specific text from the appellate decision was baseless, as the remaining text still supported the original findings. Consequently, the judgment was annulled in part, the case remitted to a different judge for further proceedings, and costs were allocated accordingly.

Legislator headnote

AI generated

ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144; ΚΠολΔ 577 παρ.1; ΚΠολΔ 580 παρ.3; ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2: An appeal is admissible if filed timely, and a court cannot annul a judgment based on a distortion of the appellate record that does not alter the substantive outcome.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility procedural error remittal to court costs allocation judgment annulment labor law

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 552
ΚΠολΔ 553
ΚΠολΔ 556
ΚΠολΔ 558
ΚΠολΔ 564 παρ.1
ΚΠολΔ 566 παρ.1
ΚΠολΔ 144
ΚΠολΔ 577 παρ.1
ΚΠολΔ 580 παρ.3
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 191 παρ.2
ΚΠολΔ 559 αριθμός 1
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 131 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβαλά που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβαλά που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2014 αγωγή της ήδη Α αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1724/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 35/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η Α αναιρεσείουσα με την από 19-3-2018 αίτησή της και η Β αναιρεσείουσα με την από 22-3-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της Α αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της Α αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Οι από α) 19-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 245/2018 και β) 22-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 253/2018 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 35/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 1724/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 23-3-2014 (με αριθμό κατάθεσης 1017/2014) αγωγής, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), αφού συνεκδικαστούν μεταξύ τους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθ 573, 246 ΚΠολΔ).

2. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη, με την από 23-3-2014 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι στις 13-2-1985 προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στα πλαίσια της οποίας παρείχε ευδόκιμα επί σειρά ετών υπηρεσίες υπαλλήλου, απασχοληθείσα από 15-2-1989 ως Προϊσταμένη του Γραφείου Εισπράξεως Κεντρικού του Τμήματος Ρευστοποίησης Ασφαλίστρων και από 8-7-1997 ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Διαχείρισης Υλικών - Μέσων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικών Υπηρεσιών.

Ότι, στις 29-5-2000, η εναγομένη κατήγγειλε την εργασιακή της σύμβαση, αποδίδοντάς της κακόβουλα και προσχηματικά την αναφερόμενη στην αγωγή πειθαρχικά και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά, για την οποία άσκησε και έγκληση σε βάρος της, που δήθεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο, επιφέροντας ανεπανόρθωτο κλονισμό της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπό της.

Ότι, με την 1223/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κρίθηκε αθώα των αποδιδόμενων κατηγοριών, που συνιστούσαν και τους σπουδαίους λόγους καταγγελίας, ενώ με την, επίσης, αμετάκλητη 4511/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε αφενός η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης και αφ' ετέρου η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλλει αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 29-5-2000 έως 29-5-2009.

Ότι η τελευταία εξακολούθησε να μην αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της και επομένως, με δεδομένο ότι ο μηνιαίος μισθός της την 1-6-2009 θα είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 3.600,00 ευρώ, της οφείλει αποδοχές υπερημερίας συνολικού ποσού 273.600.00 ευρώ, και για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 27-12-2013, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της, επικαλούμενη τη συμπλήρωση στο πρόσωπό της των προϋποθέσεων για πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος.

Ότι, ωστόσο, και η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, κυρίως διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης, άλλως διότι αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της απαγόρευσης της διάκρισης στις εργασιακές σχέσεις, άλλως διότι είναι καταχρηστική ως οφειλόμενη σε λόγους εκδίκησης και εμπάθειας προς το πρόσωπό της και, όλως επικουρικώς, διότι δεν καταβλήθηκε η εκ του νόμου οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης.

Ότι, λόγω της ακυρότητας της δεύτερης, από 27-12-2013, καταγγελίας και της άρνησης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, η τελευταία της οφείλει αποδοχές υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από 28-12-2013 έως 31-12-2014, οι οποίες, υπολογιζόμενες με μηνιαίο μισθό 3.600 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών, άδειας και ισολογισμού και των αποδοχών και αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 59.400,00 ευρώ.

Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ότι η εναγομένη άσκησε την από 16-7-2010 έφεση κατά της 1459/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκαν στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίες για το μέχρι την 1-6-2009 χρονικό διάστημα, στο δικόγραφο της οποίας, παρατιθέμενο αυτολεξεί, ισχυρίστηκε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας ότι η ενάγουσα διέπραξε τα αδικήματα που είχε επικαλεστεί στην από 29-5-2000 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε αθωωθεί αμετάκλητα με την 1223/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με συνέπεια να προσβληθεί η προσωπικότητά της από την ως άνω διάπραξη της συκοφαντικής σε βάρος της δυσφήμησης από τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης.

Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η προσωπικότητά της προσβλήθηκε επιπλέον και από τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η από 27-12- 2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ζήτησε: (Α) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει, συνεπεία της κριθείσας αμετάκλητα ακυρότητας της από 29-5-2000 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, το ποσό των 273.600 ευρώ, όπως αναλύεται στο δικόγραφο, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 έως 27- 12-2013, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής (Β) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 27-12-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και (Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη :

α) να αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες της, σύμφωνα με το πριν την 27η.12.2013 καθεστώς απασχόλησης, καταδικαζόμενη σε αποζημίωση 3.000 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της, β) να της καταβάλει το ποσό των 59.400 ευρώ, όπως αναλύεται στο δικόγραφο, για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 28- 12-2013 έως 28-12-2014, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και (γ) να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της.

Ακολούθως, με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων της δικηγόρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και με τις νομίμως κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 έως 27-12-2013 στο ποσό των 240.369,65 ευρώ, καθώς και το αίτημα αποδοχών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 28-12- 2013 έως 28-12-2014 στο ποσό των 52.509,93 ευρώ και μετέτρεψε αμφότερα σε αναγνωριστικά, ενώ, επιπλέον, μετέτρεψε σε αναγνωριστικό στο σύνολό του και το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο το αίτημα υποχρέωσης της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας και το συναφές με αυτό αίτημα καταδίκης της σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών της και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε αφενός την ακυρότητα της από 27- 12-2013 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και αφετέρου την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 έως και 27-12-2014 νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 292.879,58 (240.369,65 + 52.509,93) ευρώ, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την ως άνω έφεση και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (125.673,82), για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6-2009 έως 11-4-2012, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και β) το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση. 3.

Με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α` 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εγκρίθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια:

α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση.

Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε` "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.

Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε` υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες.

Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".

Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης.

Τούτο προκύπτει απερίφραστα και ανεπιφύλακτα και από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου, αποτελούν μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων και κατά συνέπεια επιβάλλεται η άμεση ενσωμάτωση των προβλέψεών τους ως κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη.

Κάθε ειδικότερο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής προβλέπεται να ρυθμίζεται με τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν ήθελε να καταλείψει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μνημονίου αποτελούν ήδη δεσμευτικούς κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης και μάλιστα πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων του προγράμματος, προκειμένου να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία, εγκαίρως, τη διεθνή χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούσε η οξύτατη δημοσιονομική κρίση και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της χώρας.

Με τον τρόπο αυτό ο Έλληνας νομοθέτης επέλυσε αυθεντικά το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των συγκεκριμένων διατάξεων του μνημονίου, κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τη νομική φύση των μνημονίων και το είδος των συγκεκριμένων διατάξεων, εξ απόψεως Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των μνημονίων στηρίζουν την κανονιστική τους ισχύ απευθείας στο άρθρο 1 παρ. 6 εδ.

α` ν. 4046/2012 και όχι στο χαρακτήρα των μνημονίων ως διεθνών συνθηκών ή κειμένων με κανονιστικό ή μη κανονιστικό χαρακτήρα. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του μνημονίου θα αποτελούσαν καθ` εαυτές διατάξεις "αυτοδύναμης εφαρμογής" ή, κατ` άλλη διατύπωση, διατάξεις "αυτοεκτελέσιμες", "αυτοεκτελεστές" ή "αυτόθροες", σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου των διεθνών συνθηκών (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 19 και 20).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο α`) ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β` του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλΣτΕ 1892/2010).

Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ` ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όριά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΟλΣτΕ 3220/2010).

Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010).Στη συνέχεια, κατ` εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 και εντός της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α` 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012".

Μ' αυτή ορίσθηκε ότι "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α` 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α` 101).

2. Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι συλλογικών συμβάσεων και διαιτητικών αποφάσεων, κανονισμών εργασίας, οργανισμών προσωπικού και αποφάσεων διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρίες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α` 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)".

Με το άρθρο 6 της εν λόγω ΠΥΣ ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (28-2-2012), εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω ΠΥΣ, καταργήθηκαν από τις 14-2-2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία.

Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ.

είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου.

Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ’ υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37).

Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές.

Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/201,2 σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν εξειδικεύει αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ.

β` του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας, περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ.

που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ` υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών (Ολ.

ΑΠ 11/2017, Απ 12372019). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ` αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων (για το λόγο αυτό άλλωστε θεσμοθετήθηκε και η μείωση αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα) και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις στερώντας από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μειώσεως του εργατικού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της 6/2012 ΠΥΣ από τις 14-2-2012 το άρθρο 5 περ.

ε του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία '' ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'', στο οποίο ορίζεται ότι η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της λύεται αυτοδίκαια κατά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ο Νόμος ορίζει.

4. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια δαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 6/2017). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων ) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, 319/2017, 130/2016).

5. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους της από 22-3-2018 αίτησης αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη : Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Α. σύζυγος Ι. Κ., προσλήφθηκε στις 13-1-1985 ως υπάλληλος από την εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, στις 5-8- 1987, μεταβιβάστηκε στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία " ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε", ως δευτερογενή εργοδότρια, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη << ΕΡΓΚΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε>> .

Ότι από 15-2-1989 έως 8-7-1997 παρείχε τις υπηρεσίες της ως Προϊσταμένη του Γραφείου Εισπράξεων Κεντρικού του Τμήματος Ρευστοποίησης Ασφαλίστρων και, ακολούθως, ως Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Διαχείρισης Υλικών Μέσων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικών Υπηρεσιών. Ότι στις 29-5-2000 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, επικαλούμενη ως "σπουδαίους" λόγους καταγγελίας, οι οποίοι κλόνισαν, κατά τους ισχυρισμούς της, την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο αυτής, ότι, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της :

α) δεν εξέδωσε γραμμάτια είσπραξης για τρεις (3) επιταγές έκδοσης του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγομένης Δ. Α. και για είκοσι (20) επιταγές του ασφαλιστικού συνεργάτη της Α. Σ., συνολικού ποσού 16.343.600 δραχμών, οι οποίες (επιταγές) είχαν σταλεί από αυτούς σε συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες για την εξόφληση συγκεκριμένων ασφαλίστρων και παρέλαβε η ενάγουσα, χωρίς να εκδώσει, όπως είχε υποχρέωση, γραμμάτια είσπραξης γι' αυτές στο όνομα του κομιστή της, ώστε να αποδεικνύεται η είσοδός τους στο ταμείο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με αποτέλεσμα να μην εξοφληθούν τα ασφάλιστρα για τα οποία προορίζονταν οι εν λόγω επιταγές, αλλά να εξοφληθούν αυτά πλασματικά με τη χρήση ειδικής λογιστικής συναλλαγής (ΕΕ).

Πιο συγκεκριμένα, με τις ως άνω ληφθείσες επιταγές, εξοφλήθηκαν ισόποσης αξίας ασφάλιστρα άλλων συνεργατών της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίοι, κατά τις αντίστοιχες ημεροχρονολογίες, είχαν καταθέσει στο Γραφείο Εισπράξεων Κεντρικού μετρητά για την εξόφλησή τους κι έτσι οι ανωτέρω επιταγές αντικαταστάθηκαν με ισόποσα μετρητά, τα οποία αφαιρέθηκαν από το ταμείο της ασφαλιστικής εταιρίας, β) δεν μερίμνησε για να εκδοθούν από το Τμήμα Ρευστοποιήσεως Ασφαλίστρων γραμμάτια είσπραξης για ήδη εισπραχθέντα ασφάλιστρα ύψους 10.930.381 δραχμών, γ) κατά τη σύνταξη των γραμματίων εισπράξεων μετρητών ή επιταγών που παρελάμβανε σε εξόφληση ασφαλίστρων, δεν διαχώριζε επ' αυτών (γραμματίων) τις επιταγές από τα μετρητά, ούτε προσδιόριζε σ' αυτά ποιος ήταν ο εκδότης των επιταγών και ποιά συγκεκριμένα ασφάλιστρα εξοφλούνταν κάθε φορά, με συνέπεια με τον τρόπο αυτό να διευκολύνεται η παράνομη αντικατάσταση των μετρητών με επιταγές, δ) δεν μερίμνησε για τη δημιουργία και την τήρηση πλήρους αρχείου με όλα τα παραστατικά έγγραφα για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν από το Γραφείο της και ε) με πράξεις και παραλείψεις της συνέβαλε στη διαμόρφωση διαφοράς μεταξύ των δεδομένων του Αναλυτικού Αρχείου και της Γενικής Λογιστικής.

Ότι της ανωτέρω καταγγελίας είχε προηγηθεί η σύνταξη πορισμάτων της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου και της Ειδικής Ανακριτικής Επιτροπής, που συγκροτήθηκαν από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προς διερεύνηση της διαπιστωθείσας στο "Πιστοποιητικό Ελέγχου" χρήσης 1995 διαφοράς στους λογαριασμούς χρεωστών ασφαλίστρων και δικαιούχων προμηθειών μεταξύ Γενικής Λογιστικής και Αναλυτικού Αρχείου, σύμφωνα με τα οποία (πορίσματα) προέκυψαν απαιτήσεις της εναγομένης από μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα ασφαλισμένων της και από προκαταβολές μετρητών σε συνεργάτες της ασφαλιστές, ύψους 155.807.636 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της, συντελεσθείσα με λογιστικά τεχνάσματα του Οικονομικού Διευθυντή Α.

Ι. και με την άμεση συνέργεια της ενάγουσας και του υπαλλήλου Σ. Κ.. Ότι, βάσει των ανωτέρω πορισμάτων και κατόπιν των από 16-7-1996 και 21-12-2000 εγκλήσεων της εναγομένης, ασκήθηκε σε βάρος της ενάγουσας ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α ΠΚ με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από τα οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Ότι με την από 27-6- 2000 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 2666/2010) ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 29-5-2000 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και να την απασχολεί πραγματικά στη θέση στην οποία εργαζόταν πριν την άκυρη απόλυσή της, καθώς και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να της καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-6- 2000 έως 28-2-2001 το συνολικό ποσό των 4.066.335 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός υπερημερίας.

Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 479/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και. κατόπιν άσκησης έφεσης και πρόσθετων λόγων από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η 4511/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που ήδη κατέστη αμετάκλητη, καθόσον η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε με την 1115/2013 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.

Ότι με την ως άνω 4511/2012 απόφαση διαγνώστηκε η ακυρότητα της από 29-5-2000 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους της εναγομένης, ως καταχρηστικής, γενόμενη χωρίς σπουδαίους λόγους, καθόσον οι ανωτέρω επικαλούμενοι για την καταγγελία κρίθηκαν μη ανταποκρινόμενοι στην αλήθεια, οφειλόμενη σε εμπάθεια και εκδικητικότητα προς το πρόσωπο της ενάγουσας.

Ότι στη συνέχεια εκδόθηκε και η 1223/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία η ενάγουσα αθωώθηκε (στην ουσία) ομόφωνα για την αποδοθείσα σ' αυτήν κατηγορία της άμεσης συνέργειας σε κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, συνιστάμενης στις αναφερόμενες στην από 29-5-2000 καταγγελία πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες και επιστήρίζαν τους δήθεν σπουδαίους λόγους καταγγελίας.

Ότι, επίσης, με την ίδια ως άνω 4511/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε η εναγομένη υπερήμερη, εκ μόνου του λόγου της ακυρότητας της καταγγελίας, ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και, συνεπώς, υπόχρεη να καταβάλει στην τελευταία μισθούς για το χρονικό διάστημα από 1-6-2000 έως 28-2-2001 συνολικού ποσού 11.933,48 ευρώ, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών της, τις οποίες η εργοδότρια εναγομένη είχε ήδη αποκρούσει με την άκυρη καταγγελία.

Ότι, ενόψει του ότι, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας που προτάθηκε κατ' αντένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, με την προαναφερθείσα 4511/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και η ακυρότητα της από 29-5-2000 καταγγελίας της σύμβασης αυτής.

Ότι, ακολούθως, με την 7166/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 905/2016 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν άσκησης έφεσης από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία κατά της 1459/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί των από 22-12-2006 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 6301/2006), 16-12- 2007 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 6026/2007) και 16-12-2008 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 5918/2008) αγωγών της ενάγουσας, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας) και για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31-5-2009 και συγκεκριμένα το ποσό των 15.911,28 ευρώ από 1-3-2001 έως 31-12-2001, το ποσό των 18.563,16 ευρώ από 1-1-2002 έως 31-12-2002 και το ποσό των 102.760,35 ευρώ από 1-1-2003 έως 31-5-2009.

Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία εξακολούθησε, εκ μόνου του λόγου της ακυρότητας της από 25-9-2000 καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και,. συνεπώς, να οφείλει στην τελευταία αποδοχές και για το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 11-4-2012, οπότε λύθηκε αυτοδίκαια η σύμβαση εργασίας με τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το νόμο για τη συνταξιοδότηση ορίου ηλικίας της ενάγουσας.

Ότι, ειδικότερα, στο άρθρο 5 του έχοντος συμβατική ισχύ Κανονισμού εργασίας του προσωπικού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά κάθε πρόσωπο που παρέχει εξαρτημένη εργασία αδιακρίτως φύλου, βαθμού ή κατηγορίας, πλην του έκτακτου προσωπικού που προσλαμβάνεται με σύμβαση έργου ή σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών (άρθρα 2 και 4 περ. 11), ορίζονται τα ακόλουθα: "Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της εταιρίας λύνεται:

α) Με το θάνατο υπαλλήλου. β) Με παραίτηση του υπαλλήλου, γ) Λόγω αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης απουσίας από την εργασία του πέρα από ένα μήνα, δ) Λόγω αμετακλήτου καταδίκης δι' ατιμωτικό αδίκημα και γενικά για σπουδαίο λόγο δικαστικώς βεβαιούμενο. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η από το Νόμο οριζόμενη αποζημίωση.

ε) Αυτοδίκαια κατά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που ο νόμος ορίζει". Ότι η τελευταία (υπό στοιχείο ε') περίπτωση αναφέρεται στην αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου από το νόμο για τη συνταξιοδότηση ορίου ηλικίας, που αφενός δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης και αφετέρου συνιστά ισχυρό όρο του Κανονισμού, ο οποίος προβλέπει ότι η σύμβαση εργασίας θα λύεται αυτόματα, χωρίς δηλαδή να απαιτείται καταγγελία, με τη συμπλήρωση του ορίου αυτού .

Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω και τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 28 παρ. Γ' του α.ν 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 11 και 13 του Ν. 3863/2010, και του άρθρου πρώτου υποπαράγραφος ΙΑ.4 του Ν. 4093/2012, η ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε στις 11-4-1951 και συμπλήρωσε το 60° έτος της ηλικίας της στις 11-4-2011, θεμελίωσε δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, σύμφωνα και με τον "Πίνακα εξέλιξης ορίου ηλικίας πλήρους σύνταξης", που περιέχεται στην Φ.80000/οικ.27040/1798 εγκύκλιο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Ασφάλισης του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, στις 11-4-2012, οπότε και συμπλήρωσε το απαιτούμενο όριο ηλικίας των 61 ετών.

Ότι η προβλεπόμενη, τόσο σε συμβατικές όσο και σε κανονιστικές ρυθμίσεις, αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου από το νόμο για τη συνταξιοδότηση ορίου ηλικίας, όπως εν προκειμένω με τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό εργασίας του προσωπικού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, δεν συνεπάγεται, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, υπέρμετρο περιορισμό της συνταγματικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής ελευθερίας του εργαζομένου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη.

Και τούτο διότι, εφόσον αναγνωρίζεται αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης εργασίας με όριο ηλικίας, η ύπαρξη του λόγου αυτού συνηγορεί και υπέρ του συνταγματικά επιτρεπτού περιορισμού της ελευθερίας του εργαζομένου, ενώ η απώλεια της αμοιβής του τελευταίου που επέρχεται με τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου για τη συνταξιοδότηση ορίου ηλικίας, δικαιολογείται συνταγματικώς με την αξίωση για λήψη σύνταξης που έχει ο εργαζόμενος αντί της αμοιβής.

Ότι, περαιτέρω, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, αποτελούμενες από τον μισθό του αντίστοιχου κλιμακίου και τα επιδόματα γάμου, πολυετίας. πρόσθετης πολυετίας, εξομάλυνσης, ευθύνης, περιποίησης πελατών και βαθμού, θα είχαν διαμορφωθεί, με βάση τις ισχύουσες και εφαρμοζόμενες στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης σ.σ.ε, στα ποσά των 3.120,47 ευρώ από 1-6- 2009 έως 31-12-2009, των 3.163,19 ευρώ από 1-1-2010 έως 31-12-2010, των 3.148,65 ευρώ από 1-1-2011 έως 31-12-2011 και των 3.182,42 ευρώ από 1-1-2012 έως τη λύση της σύμβασης στις 11-4-2012, όπως άλλωστε η εναγομένη δεν αμφισβητεί, καθόσον δεν προσβάλλει με λόγο έφεσης την εκκαλουμένη ειδικά κατά το μέρος που δέχθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές θα είχαν διαμορφωθεί στο ως άνω ύψος .

Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται: α) για το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως 31-12-2009 τα ποσά των 21.843,29 ευρώ για μισθούς [3.120,47 ευρώ μηνιαίος μισθός X 7 μήνες] και των 1.560,24 ευρώ για επίδομα άδειας και συνολικά 23.403,53 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010 τα ποσά των 37.958,28 ευρώ για μισθούς [3.163,19 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες], των 3.163,19 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, των 1.581,60 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα και των 1.581,60 ευρώ για επίδομα άδειας και συνολικά 44.284,67 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011 τα ποσά των 37.783,80 ευρώ για μισθούς [3.148,65 ευρώ μηνιαίος μισθός X 12 μήνες], των 3.148,65 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, των 1.574,33 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα και των 1.574,33 ευρώ για επίδομα άδειας και συνολικά 44081.11 ευρώ και δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 11-4-2012 τα ποσά των 10.947,52 ευρώ για μισθούς [9.547,26 ευρώ (3.182,42 μηνιαίος μισθός X 3 μήνες) + 1.400,26 ευρώ (3.182,42 : 25 ημέρες X 11 ημέρες)], των 1.591,21 ευρώ για επίδομα άδειας και των 1.365,78 ευρώ για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα, ίση με το 1/15 του μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες διάρκειας της εργασιακής σχέσης [1.591.21 ευρώ το ήμισυ του μηνιαίου μισθού (3.182,42 ευρώ μηνιαίος μισθός X 1/2) X 1/15 = 106,08 ευρώ X 103 ημέρες η διάρκεια της εργασιακής σχέσης από 1 Ιανουάριου έως και 11 Απριλίου : 8 ημέρες] και συνολικά 13.904,51 ευρώ.

Επομένως, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2009 έως την κανονική λήξη της σύμβασης εργασίας στις 11-4-2012, εφόσον η εκκαλούσα δεν διέκοψε με νόμιμο τρόπο την υπερημερία της, οφείλει αποδοχές οι οποίες, χωρίς το επίδομα ισολογισμού διότι δεν αποδείχθηκε ότι το προσωπικό της εναγομένης το δικαιούταν και χωρίς, επίσης, την αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, που αβάσιμα αιτείται η ενάγουσα, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 125.673,82 [23.403,53 +44.284,67 + 44.081,11 + 13.904,51] ευρώ.

Ότι ενόψει της, κατά τα ως άνω, αποδειχθείσας αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 11-4-2012, δεν υφίσταται ζήτημα καταγγελίας της, στις 27-12-2013, η οποία ως εκ περισσού έλαβε χώρα, ούτε βέβαια ζήτημα ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και καταβολής αποδοχών υπερημερίας, αφού η επίδικη εργασιακή σύμβαση είχε ήδη λυθεί νόμιμα σε προγενέστερο χρόνο.

6. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέο, το άρθρο 5 του έχοντος κανονιστική ισχύ Κανονισμού εργασίας του προσωπικού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στον οποίο υπάγεται υποχρεωτικά κάθε πρόσωπο που παρέχει σ' αυτή εξαρτημένη εργασία, ο οποίος προβλέπει ότι η σύμβαση εργασίας θα λύεται αυτοδικαίως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται καταγγελία, με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας προς συνταξιοδότηση.

Επίσης, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της 6/2012 ΠΥΣ, 1 του ν. 2112/1920 και 656 ΑΚ. Τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη με αριθμό 3, από 14/2/2012 καταργείται η μονιμότητα που είχε θεσπίσει ο Κανονισμός της εναγομένης, ο οποίος συνέδεε τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας με τη συμπλήρωση κάποιου ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση.

Με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση η σύμβαση εργασίας των εργαζομένων της ελύετο αυτοδικαίως. Με τις ως άνω ρυθμίσεις, όμως, καταργούνται οι ρήτρες μονιμότητας που περιλαμβάνονται σε νόμους, Κανονισμούς εργασίας ή Οργανισμούς που έχουν ισχύ νόμου, σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή Κανονισμούς με ισχύ ΣΣΕ.

Επομένως, η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, από 14-2-2012 έχει μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγέλλεται σύμφωνα με τις περί καταγγελίας συμβάσεων εργασίας προβλέψεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Επομένως, εσφαλμένα κρίθηκε από το Εφετείο ότι ενόψει της αποδειχθείσας αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, στις 11-4-2012 (που θεμελίωσε δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης), δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και δεν υφίσταται ζήτημα καταγγελίας της, στις 27-12-2013, η οποία ως εκ περισσού έλαβε χώρα, ούτε βέβαια ζήτημα ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και καταβολής αποδοχών υπερημερίας, αφού η επίδικη εργασιακή σύμβαση είχε ήδη λυθεί νόμιμα σε προγενέστερο χρόνο.

Συνεπώς το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος της από 22-3-2018 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου λόγου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της από 22-3-2018 αναίρεσης της ενάγουσας, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση αυτής λύθηκε αυτοδικαίως στις 11-4-2012, ενώ δεν προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός, και του τρίτου λόγου της ίδιας αίτησης, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αυτοδίκαιης ή μη λύσης της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που ζητούνται μισθοί υπερημερίας από 11-4-2011 έως 27-12-2013 και κατά το μέρος που ζητείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-12-2013 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και η καταβολή μισθών υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από 28-12-2013 έως 28-12-2014 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

7. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του.

Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 394/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 142/2007, ΑΠ 1093/2003). Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017).

Ούτε συνιστά κακόβουλη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου η άρνηση αυτού ν` απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, εάν η εργασία που του προσφέρεται ή οι συνθήκες αυτής δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα, τις γνώσεις ή την ειδικότητά του ή η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του εργαζόμενου στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης διακόψει την υπερημερία του, καλώντας τον εργαζόμενο ν` αναλάβει εργασία.

Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τα οποία επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα.

Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1380/2004, ΑΠ 27/1988).

Από τα άρθρα 57 εδ. α`, 59 εδ. α` και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοουμένη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 5 παρ.2) τιμή ή υπόληψή του, με δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Το δε δικαστήριο δύναται, επιπλέον, αφού λάβει υπ` όψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (AΠ 15/2018 ).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006 , ΑΠ 777/2017).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ` αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.

Παραμόρφωση με την παραπάνω έννοια είναι και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου υπό την προϋπόθεση ότι το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για το αποδεικτέο γεγονός. (ΑΠ 1552/2018, 1102/2003) 8. Με τον 2ο λόγο της από 19-3-2018 αίτησης αναίρεσης, κατά το 1ο σκέλος της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ καταλήγοντας στο αποδεικτικό του πόρισμα με ανεπαρκή αιτιολογία, ήτοι για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε. κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα του 2ου λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι η εναγομένη άσκησε την από 17 Ιουλίου 2010 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 6293/2010) έφεση κατά της 1459/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο δικόγραφο της οποίας ανέφερε, μεταξύ άλλων, αυτολεξεί ότι: "...

Διαπράχθηκαν πράξεις και παραλείψεις της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, της οποίας προΐστατο ο Α. Ι. και των Τμημάτων που απασχολούνταν η ενάγουσα και ο υπάλληλος Σ. Κ., οι οποίες συνετέλεσαν στο να απωλεσθεί οριστικά συνολικό ποσό δραχμών 155.807.636 εκ της περιουσίας της εταιρίας. Ότι η απώλεια συντελέσθηκε με παραλείψεις κυρίως του Α.

Ι., με διάφορα λογιστικά τεχνάσματα, διορθώσεις εγγραφών, λανθασμένων εγγραφών, αντικανονικών κινήσεων χρημάτων και επιταγών, παραλείψεων εκδόσεως παραστατικών ή εξαφάνισης παραστατικών, που όμως ήταν αδύνατον να υλοποιηθούν χωρίς την άμεση συνέργεια και συνδρομή των Σ. Κ. και της ενάγουσας Α. Κ. (1η σελίδα)....Οτι για την απώλεια από την αυθαίρετη κακή και ατελή χρήση της λογιστικής συναλλαγής Ε.Ε ποσού δραχμών 90.437.702 η ενάγουσα ευθύνεται, διότι δεν μερίμνησε, με τη συνέργεια, άλλως την ανοχή των λοιπών εναγομένων (Ι.

και Κ.) για την έκδοση γραμματίων είσπραξης για επιταγές ποσού δραχμών 16.343.660, με το ισόποσο των οποίων αφενός εξοφλήθηκαν (πλασματικά) απαιτήσεις της εναγομένης από ασφάλιστρα με τη λογιστική συναλλαγή Ε.Ε, αφετέρου δε αφαιρέθηκαν μετρητά εκ του ταμείου της, τα οποία είχαν παραδοθεί από πελάτες - συνεργάτες της εταιρίας για την εξόφληση ασφαλίστρων.

Ότι προέβη, με τη σύμπραξη, άλλως την ανοχή των λοιπών αντιδίκων (Ι. και Κ.), στην παραλαβή επιταγών από υπόλογους είσπραξης χωρίς την έκδοση του απαραίτητου γραμματίου είσπραξης (Γ.Ε) και εξ αυτού του λόγου συνετέλεσαν στην αφαίρεση ίσου ποσού μετρητών εκ του ταμείου (9η σελίδα)...Για την απώλεια ποσού δραχμών 10.930.381 όλοι οι αντίδικοι προέβησαν σε παράτυπο συμψηφισμό αυτού σε τραπεζικό μου λογαριασμό, ενώ επρόκειτο για ασφάλιστρα (καθ' οδόν) που είχαν περιέλθει στην Οικονομική Διεύθυνση και για τα οποία δεν εκδόθηκε το αναγκαίο γραμμάτιο είσπραξης, προκειμένου τα χρήματα να εισαχθούν στο ταμείο της εναγομένης και τα οποία εκ του λόγου αυτού η εναγομένη απώλεσε" (10η σελίδα).

Ότι με το ως άνω δικόγραφο η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα διέπραξε, με τις εκεί αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις της, το αδίκημα της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α ΠΚ με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από τα οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, επαναλαμβάνοντας όσα είχε αναφέρει και ως "σπουδαίους λόγους" για την από 29-5-2000 καταγγελία της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας.

Ότι οι ανωτέρω ωστόσο ισχυρισμοί, οι οποίοι συνιστούν γεγονότα αναφερόμενα σε συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, που υποπίπτουν στις αισθήσεις και είναι δεκτικά απόδειξης, είναι ψευδείς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, το δεδομένο χρόνο εκφοράς των ισχυρισμών, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας τους, καθόσον η ενάγουσα είχε ήδη από το έτος 2008 αθωωθεί αμετάκλητα για την ως άνω αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη, με την 1223/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η δε ενδελεχής κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης, δεν άφηνε πλέον κανένα περιθώριο αμφιβολίας ως προς το δόλο του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ή τη δημιουργία σε αυτόν εύλογης πεποίθησης περί της αλήθειας των ισχυρισμών.

Ότι τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα που η εναγομένη ισχυρίστηκε με το δικόγραφο της έφεσης, εν γνώσει της αναλήθειάς τους, ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά της, ως ανθρώπου και εργαζομένης, και πράγματι την έβλαψαν, αφού στους τρίτους που περιήλθε σε γνώση το περιεχόμενο του δικογράφου της έφεσης και το εξέλαβαν ως αληθές, εμφανίζεται ως άτομο που επιδίδεται σε έκνομες ενέργειες, διαπράττει ποινικά κολάσιμες πράξεις και μάλιστα ιδιαίτερες ατιμωτικές και επιδεικνύει συμπεριφορά αντικείμενη στην ηθική και στην ευπρέπεια.

Ότι από την ως άνω προσβολή η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και, συνεπώς, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία η οποία ευθύνεται από τις αδικοπραξίες των οργάνων της (άρθρα 914 και 922 ΑΚ), υποχρεούται να την αποκαταστήσει με καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, με συνεκτίμηση της σοβαρότητας, του είδους, του τρόπου και του χρόνου της προσβολής, των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε, του βαθμού πταίσματος των οργάνων της εναγομένης, της οικογενειακής κατάστασης και των συνθηκών ζωής της ενάγουσας και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να καθοριστεί στο εύλογο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ποσό, των 3.000,00 ευρώ (άρθρα 57, 59, 914, 932 ΑΚ).

Ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω του ότι η από 27-12-2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε υπό συνθήκες και περιστάσεις μειωτικές της προσωπικότητάς της, έστω και με την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο έφεσης κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των αρθ 57, 59, 914, 932 ΑΚ και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Και αυτό γιατί παρατίθεται εκτενώς το απόσπασμα της από 17-7-2010 έφεσης στο οποίο εμπεριέχονται τα ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειάς τους, που ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, ως ανθρώπου και ειδικότερα εργαζομένης, και πράγματι την έβλαψαν, ενώ η υπαιτιότητα των εναγομένης επιτείνεται από το γεγονός ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της γνώριζαν ότι είχε ήδη εκδοθεί η 1223/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία η ενάγουσα αθωώθηκε για τις αποδιδόμενες σ'αυτή παραπάνω κατηγορίες.

9. Με τον 2ο λόγο της από 19-3-2018 αίτησης αναίρεσης, κατά το 2ο σκέλος της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο προκειμένου να θεμελιώσει την περί ηθικής βλάβης κρίση του παραθέτει αποσπάσματα από την από 16-7-2010 έφεση της εναγομένης κατά της 1459/2010 πρωτόδικης απόφασης και συγκεκριμένα αποσπάσματα των σελίδων 1, 8, 9 και 10, τα οποία αναφέρονται στις σελ. 20 και 21 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με τρόπο όμως που διαστρεβλώνει το περιεχόμενό των διατυπώσεων της εκκαλούσας -εναγομένης, αποσπώντας αυτά αυθαίρετα από το γενικότερο πλαίσιο εκφοράς τους. Ειδικότερα, το πρώτο αναφερόμενο από την αναιρεσιβαλλόμενη απόσπασμα της 1ης σελίδας της ως άνω έφεσης παρατίθεται αυθαίρετα χωρίς να συμπεριλαμβάνεται σ'αυτό η φράση << Από τις εκθέσεις ειδικού ελέγχου και τις εκθέσεις τακτικού ελέγχου 1994,1995 και 1996 προέκυψε συνοπτικά ότι...>> Έτσι όμως η αναιρεσιβαλλόμενη αποκόπτει τα αποσπάσματα από το νοηματικό περιβάλλον των αντίστοιχων σημείων της έφεσης, δεδομένου ότι παραλείπει να παραθέσει την εισαγωγική πρόταση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Δικαστήριο και χωρίς να συμπεριλάβει την ως άνω εισαγωγική φράση και πάλι θα οδηγούνταν στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς, ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω δικογράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που περιέχονταν στο έγγραφο αυτό.

10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, μετά την αποδοχή του 1ου λόγου της από 22-3-208 αίτησης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τριών ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (125.673,82), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αυτής αποβαίνει περιττή, ενώ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2). Ακολούθως, περιττή αποβαίνει και η εξέταση του 1ου λόγου της από 19-3-2018 αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, γιατί αυτή πλήττει το κεφάλαιο της απόφασης που ήδη αναιρέθηκε με την παρούσα απόφαση κατ'αποδοχή του 1ου λόγου της από 22-3-2018 αιτήσεως.

Έτσι η από 19-3-2018 αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής ((ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από α) 19-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 245/2018 και β) 22-3-2018 και με αριθμό κατάθεσης 253/2018 αιτήσεις αναίρεσης κατά της 35/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 19-3-2018 αίτηση.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

Δέχεται την από 22-3-2018 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 35/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το προαναφερθέν στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ