131/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2018 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated131/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστησε σε λιγότερα (νομική αοριστία).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 131 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 131/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Μιχαλόλια και Ιάκωβο Βενιέρη, ου ανακάλεσε την από 21/8/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Τσεκούρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 89/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 468/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 19-12-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για καταβολή αποζημίωσης, εξαιτίας αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του τελευταίου σε βάρος της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 244.030,00 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ).Επομένως,είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ.577 παρ.3ΚΠολΔ). Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 αριθ.4 και 216 παρ.1α Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αν αντιθέτως, αρκέστησε σε λιγότερα (νομική αοριστία).
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018).
Η αοριστία της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ώστε η αναιρετική πλημμέλεια να εμπίπτει στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 περ.γ' Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 1/1987, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 150/2013). Έτσι, η ποσοτική αοριστία της αγωγής πρέπει να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο νόμιμα, να αναφέρεται δε αυτό στο αναιρετήριο και να καθορίζεται συγχρόνως ο νόμιμος τρόπος προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, δικαστήριο με αναφορά των πραγματικών περιστατικών που ελλείπουν, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και συνεπεία των οποίων η αγωγή είναι αόριστη (Ολ.
ΑΠ 16/2000, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 1631/2009). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή, εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 19-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 4914/2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι εκτίθενται τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Ότι η ενάγουσα, η οποία αναλαμβάνει την εφαρμογή ερευνητικών προγραμμάτων, εθνικών και κοινοτικών, που αφορούν μεθόδους παρασκευής και επεξεργασίας προηγμένων υλικών, όπως "...", κατήρτισε με τον εναγόμενο την από 1-7-2006 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι μηνιαίου χρηματικού ανταλλάγματος ύψους 1.850 ευρώ, της παροχής εξειδικευμένων συμβουλών για την ανάπτυξη, παραγωγή και εμπορευματοποίηση ...
και σύνθετων υλικών αυτών, όπως και οιαδήποτε άλλη υπηρεσία συναφή προς τις ανωτέρω. Ότι στην ως άνω σύμβαση ο εναγόμενος, ανέλαβε την υποχρέωση εχεμύθειας, καθ' όλο το διάστημα ισχύος της σύμβασης, αλλά και για διάστημα δύο ετών μετά τη λήξη του, όπως το εν λόγω άρθρο εξειδικεύτηκε σε "ιδιωτικό συμφωνητικό εμπιστευτικότητας", υπογραφέν την ίδια ημερομηνία με την εν λόγω σύμβαση.
Ακολούθως, εκθέτει ότι την 1-12-2006 οι ανωτέρω υπέγραψαν νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με διάρκεια μέχρι την 31-10-2009, ομοίως την 1-11-2009 με διάρκεια μέχρι την 31-1-2010 και την 1-3-2010 με διάρκεια μέχρι την 31-3-2010. Ότι στις αρχές Μαΐου του 2010 ο εναγόμενος διέκοψε την, κατά τα ανωτέρω, σχέση του με την ενάγουσα χωρίς αποχρώντα λόγο, αλλά και χωρίς την προβολή οιασδήποτε διαφοράς ή αντιδικίας.
Επίσης, ότι με την από 30-06-2007 απόφαση της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως της ενάγουσας εξελέγη ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με τριετή διάρκεια θητείας. Ότι στις 19-11-2008 προκηρύχθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το πρόγραμμα ...-2009 με ημερομηνία λήξεως προσφορών - υποψηφιοτήτων τη 31η Μαρτίου 2009. Ότι η ενάγουσα εξεδήλωσε ενδιαφέρον συμμετοχής στο ανωτέρω πρόγραμμα και υπέβαλε τα σχέδια και τις προτάσεις της, σε κοινοπραξία, η οποία είχε το διακριτικό τίτλο ..., μαζί με τις αναφερόμενες στην αγωγή άλλες επτά (7) Ευρωπαϊκές Εταιρείες.
Συντονιστής και διαχειρίστρια της Κοινοπραξίας αυτής είχε ορισθεί η Ισπανική εταιρεία "...". Αντικείμενο δε του ερευνητικού προγράμματος ήταν οι τοξικολογικές επιπτώσεις των νανοϋλικών, όπως αναφέρεται ειδικότερα στην αγωγή. Ότι την 1-6-2009 πληροφορήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Ε.Ε ότι η βαθμολογία της προτάσεως ...
ήταν υψηλή, ήτοι 4,5 έναντι 5. Ότι στις 26-08-2009 ο εναγόμενος ζήτησε από την πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας, όπως αναλάβει νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, χάριν της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης επικοινωνίας με τις υπηρεσίες της Ε.Ε. και έτσι ορίσθηκε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Ότι μετά τη λύση της συνεργασίας της με τον εναγόμενο διαπίστωσε πως παρά την οριστική έγκριση του ανωτέρω προγράμματος, η ίδια είχε αντικατασταθεί από την εταιρεία ..., ενώ η χρηματοδότησή του είχε ξεκινήσει από την 1-5-2010, ήτοι την ημερομηνία που ο εναγόμενος διέκοψε τη συνεργασία του με αυτή και προσελήφθη στην αμέσως ανωτέρω εταιρεία της οποίας είναι Διευθυντής Ερευνών.
Επίσης διαπίστωσε ότι ο πρώτος μέσω του προσωπικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ενημέρωσε το νόμιμο εκπρόσωπο της συντονίστριας εταιρείας ... του ανωτέρω προγράμματος για την αποποίηση της ενάγουσας αυτού (προγράμματος), ενώ έστειλε στις 3-11-2009 επιστολή αποποίησης θέτοντας την υπογραφή της προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της με τη μέθοδο της ψηφιοποίησης αυθαίρετα και χωρίς τη γνώση αυτής.
Ότι η υποκατάστασή της στο εν λόγω ερευνητικό πρόγραμμα από την εταιρεία ... είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια για την ενάγουσα του ποσού των 239.030 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε από πιστώσεις της Ε.Ε. και συνιστά ζημία, αφού αυτή (ενάγουσα), πέραν των δαπανών για τη συμμετοχή της στην κατάρτιση του ως άνω προγράμματος, υπάρχει, λειτουργεί και δαπανά για μισθούς, αμοιβές, συντήρηση εγκατατάσεων, επικοινωνία με ερευνητικά ινστιτούτα, παρακολούθηση των συναφών επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων, αναμένουσα ως αντάλλαγμα την αποδοχή της για συμμετοχή στην εκπόνηση εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων, ένα εκ των οποίων ήταν και το ανωτέρω αναφερόμενο.
Ότι, ειδικότερα, το τελικό ύψος της συμμετοχής στο πρόγραμμα ανερχόταν σε 294.335 ευρώ (της διαφοράς καλυπτόμενης από ιδία εταιρική συμμετοχή) από το δε ποσό των 239.030 ευρώ της Κοινοτικής Χρηματοδότησης του εν λόγω προγράμματος θα εχρηματοδοτούντο και οι συνεκπονήσασες την πρόταση εταιρείες, κατά την αναλογία της συμμετοχής τους.
Τέλος, η ενάγουσα εκθέτει ότι η ως άνω άδικη, αξιόποινη και υπαίτια πράξη του εναγομένου της επέφερε ηθική ζημία, προσβάλλοντας τη φήμη και την υπόληψή της. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 239.030 ευρώ και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της, κατ' άρθρο 223 Κ.Πολ., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 50.000 ευρώ και με την επιφύλαξη διεκδίκησης του ποσού των 40 ευρώ ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, όπου πρόκειται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα και όλα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρότεινε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής, ένεκα αοριστίας του δικογράφου της, συνισταμένη μεταξύ άλλων, στο ότι η ενάγουσα δεν αναφέρει, εάν η ζημία, που δήθεν υπέστη, συνιστά θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος της και, στην δεύτερη περίπτωση, ποιές ήταν οι ειδικές περιστάσεις ή τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί, ώστε να προσδοκά με πιθανότητα αυτό το κέρδος.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε την παραπάνω αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, με την με αριθμό 468/2014 απόφασή του, έκρινε αυτήν σιωπηρά ως ορισμένη και την απέρριψε ως μη νόμιμη, κατά μεν το κονδύλιο αποζημίωσης, διότι κατά τα ιστορούμενα η ενάγουσα δεν υπέστη ζημία, καθόσον δεν είχε υποβληθεί σε οποιαδήποτε δαπάνη για να συμμετάσχει στο επίδικο κοινοτικό πρόγραμμα, κατά δε το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, διότι η επικαλούμενη προσβολή της φήμης της ενάγουσας αποτελεί απλό υπαινιγμό για ενδεχόμενη δόλια συμπεριφορά του εναγομένου, που δεν συνδέεται με τα υπόλοιπα περιστατικά της αγωγής και δεν μπορεί να αξιολογηθεί.
Τον αυτό ισχυρισμό, περί αοριστίας της αγωγής, επανέφερε νομότυπα (άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ) ο εναγόμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών του, στο Τριμελές Εφετείο Πατρών που δίκασε την από 8-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 397/2014 έφεση της ενάγουσας κατά της πιο πάνω πρωτόδικης οριστικής απόφασης.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη, με αριθμό 89/2018, απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Ωστόσο, στην ως άνω αγωγή της ενάγουσας, με το περιεχόμενό της που εκτέθηκε ανωτέρω, εμπεριέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την νομιμότητα της αγωγής, το αίτημα της οποίας στηρίζεται σε περισσότερες νομικές βάσεις, ήτοι τα στοιχεία που αληθή υποτιθέμενα επαρκούν τόσο για τη θεμελίωση της δικαιοπρακτικής όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου έναντι της ενάγουσας και των εξ αυτής (της ευθύνης) συνεπειών και δικαιωμάτων, ενώ μόλις χρειάζεται να επισημανθεί ότι το γεγονός της επελεύσεως ή μη της ζημίας ή της προσβολής της φήμης της εκκαλούσας ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων".
Στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή ως νόμιμη, στηριζομένη στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 346, 361, 297, 298, 914, 920, 919, 932 του ΑΚ και την δέχθηκε μερικά στην ουσία της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό των 239.030 ευρώ για αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή το συνολικό ποσό των 244.030 ευρώ.
Με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, η αγωγή, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει την αποκατάσταση επικαλουμένης ζημίας της, καθώς και της ηθικής της βλάβης, που ιστορεί ότι υπέστη από επικαλούμενη υπαίτια αντισυμβατική αλλά και αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, είναι αόριστη και, συνεπώς, απαράδεκτη στο σύνολό της.
Τούτο δε διότι, ενώ εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής ότι εγκρίθηκε οριστικά η συμμετοχή της, με βάση τα σχέδια και προτάσεις που είχε υποβάλει, ως μέλος Κοινοπραξίας οκτώ (8) Ευρωπαϊκών Εταιρειών, στο ερευνητικό πρόγραμμα που είχε προκηρύξει η Ευρωπαϊκή Ένωση στις 19-11-2008, ότι η χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού είχε αρχίσει την 1-5-2010, ότι από υπαίτιες πράξεις του εναγομένου υποκαταστάθηκε στο εν λόγω πρόγραμμα από την εταιρεία "...", με άμεσο αποτέλεσμα να απωλέσει το ποσό των 239.030 ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε από πιστώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνιστά ζημία της, δεν αναφέρει τους όρους και προϋποθέσεις χρηματοδότησης του επιδίκου ερευνητικού προγράμματος, την διάρκειά του, αν η χρηματοδότηση αφορούσε αμοιβή συμμετοχής ή κάλυψη δαπανών και ποίων.
Περαιτέρω, ενώ εκθέτει ότι η κοινοτική χρηματοδότηση του προγράμματος ανερχόταν στο ποσό των 239.030 ευρώ, ποσό με το οποίο θα χρηματοδοτούνταν και οι άλλες επτά (7) εταιρείες, μέλη της Κοινοπραξίας, που συνεκπόνησαν την πρόταση του προγράμματος, κατά την αναλογία της συμμετοχής τους, δεν προσδιορίζει το ποσοστό της δικής της συμμετοχής.
Κατά συνέπεια, το δικόγραφο της αγωγής πάσχει από ποσοτική αοριστία, διότι δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα αποζημίωσης και αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 298 ΑΚ. Οι ελλείψεις αυτές καθιστούν αόριστο και το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης, αφού η ενάγουσα την συνδέει και με το ύψος της ζημίας της, η οποία υλική ζημία άλλωστε αποτελεί προϋπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στα νομικά πρόσωπα και δη στις εμπορικές εταιρείες(ΑΠ 1265/2010).
Επομένως, είναι βάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, εξαιτίας της μη αναφοράς σ' αυτή των απαιτουμένων στοιχείων για την εφαρμογή του άρθρου 298 ΑΚ, ισχυρισμό που είχε προβάλει ο αναιρεσείων στα δικαστήρια της ουσίας (άρθρα 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής του.
Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει το σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων που διατυπώνονται με την κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί ολικά η πληττόμενη απόφαση. Εξάλλου, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα αυτού, κατά το νόμιμο αίτημά του, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ.
ΑΠ 42/2005, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1402/2018). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο δεν υπάρχει και όταν ο Άρειος Πάγος έκρινε για το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 176/2016, ΑΠ 1297/2010). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο αποκτά εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 Κ.Πολ.Δ, τόσο από την μία πλευρά όσο και από την άλλη και, παρά το ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, παραπονείται για το ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, ακόμη και με αυτεπάγγελτη ερευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη.
Σε τέτοια περίπτωση, δεν είναι εφικτή η κατ' άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Γι' αυτό, η έφεση γίνεται δεκτή , η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται και η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, ακόμα και χωρίς ειδικό παράπονο, διότι η απόφαση αυτή είναι για τον εκκαλούντα επωφελέστερη, σε σύγκριση με την εκκληθείσα (ΑΠ 140/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015).
Το ίδιο ισχύει, προφανώς και όταν ο εκκαλών παραπονείται γιατί η αγωγή του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ το Εφετείο την κρίνει ως αόριστη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, στην προκειμένη περίπτωση, που αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, που δέχθηκε μερικά στην ουσία της την αγωγή, η οποία πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, ενώ είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας.
Πρέπει, έτσι, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, και να δικασθεί η από 8-10-2019 έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, με την οποία η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο ως προς όλα τα κεφάλαια της αγωγής. Περαιτέρω η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, με αριθμό 468/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, να ερευνηθεί η από 19-12-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα - αναιρεσίβλητη (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - αναιρεσείοντος,του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο αίτημά του που περιέχεται στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και 63 παρ.1, 68 παρ.1, 69 παρ.1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων"), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού, διότι, ανεξάρτητα που στις εν λόγω προτάσεις, που παραδεκτά επισκοπούνται, δεν περιέχεται αίτημα για καταδίκη στα έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (πρβλ.ΑΠ521/2002),όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πρωτόδικης απόφασης είχαν συμψηφισθεί ολικά τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και δεν μπορεί να καταστεί χειρότερη η θέση της εκκαλούσας-ενάγουσας αφού δεν δικάζεται η υπόθεση στην ουσία της μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης(άρθρο 536 ΚΠολΔ).Πρέπει δε να επισημανθεί ότι τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης είναι διακριτά από τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία προσδιορίζονται από το Εφετείο, στα πλαίσια της συνολικής νίκης και ήττας των διαδίκων σε δεύτερο βαθμό, αν η απόφαση αναιρεθεί, έστω και εν μέρει και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση(ΑΠ1631/2010), άρα εκκαθαρίζονται από τον Άρειο Πάγο όταν στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, αφού τότε αποφαίνεται τελειωτικά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Αναιρεί ολικά την με αριθμό 89/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Β) Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 8-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 397/2014 έφεση της εκκαλούσας - ενάγουσας - αναιρεσίβλητης. Δέχεται τυπικά και στην ουσία της την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στην εκκαλούσα.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 468/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Κρατεί και δικάζει την από 19-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 4914/2011 αγωγή της εκκκαλούσας.
Απορρίπτει την παραπάνω αγωγή.
Καταδικάζει την ενάγουσα - εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εφεσιβλήτου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννέα χιλιάδων, επτακοσίων (9.700) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ