Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding roof access in co-ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision rejecting their claim of abusive exercise of rights. The appellants argued that installing railings on the roof created a danger allowing strangers to access their apartment, constituting an abuse of the co-owners' rights. The court held that the alleged consequences were not sufficiently severe to justify the claim, as the co-owners had previously accepted the roof's status and the appellants' inaction did not legally validate the obstruction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 647 § 2, 559 § 8, 176, 183, 191 § 3, 495 § 3 of the Code of Civil Procedure; An abuse of right in co-ownership requires actual severe consequences, mere potential access by strangers without specific danger does not suffice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 131 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 131/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Δ. και 2) Β. συζ. Κ. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γκότση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-10-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Φ. Θ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., ως διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή του Φ. Δ. Θ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-10-2009 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 478/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 233/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2017 αίτησή τους και τους από 25-9-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη από 8/11/2017 (με αριθ. καταθ. 48/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμ. 233/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας (άρθρο 647 § 2 επόμενα Κ.Πολ.Δ.) μετά από αναίρεση με την υπ' αριθμ. 478/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 69/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β', 556, 558 και 577 Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Τέλος, παραδεκτό είναι και το από 25.09.2018 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, εφόσον κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης κατ' άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτών.
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 54 του ΕισΝ.Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών καταλέγεται εκ του νόμου και το ηλιακό δώμα (ταράτσα) της οικοδομής, εξομοιούμενο με τη στέγη αυτής. Επιτρέπεται δε στους συνιδιοκτήτες, με ιδιαίτερη συμφωνία τους, που συντάσσεται από όλους και καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και πρέπει να μεταγράφεται, να ρυθμίζουν τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματά τους και υποχρεώσεις τους (Κανονισμός Πολυκατοικίας).
Εξάλλου, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας αυτό κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας μετ' αναίρεση, κατά τα εκτεθέντα της υπ' αριθμ. 69/2009 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, επί της εφέσεως της ασκηθείσας από την εκκαλούσα - νυν αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και κατά το μέρος που με αυτήν είχε απορριφθεί η αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Φ.
Θ., με την οποία ζητούσε, ως διαχειριστής και εκπροσωπών τους ιδιοκτήτες των οροφοκτησιών της αναφερόμενης σ' αυτήν πολυκατοικίας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - νυν αναιρεσείοντες, επίσης συνιδιοκτήτες διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία, να αποδώσουν στην κοινή χρήση όλων των ιδιοκτητών την επιφάνεια τμήματος της ταράτσας, της συνορεύουσας με το διαμέρισμά τους (δώμα), καθώς και την ταράτσα της οροφής του δώματος, μέρη τα οποία αυτοί έχουν καταλάβει και κάνουν αποκλειστική χρήση, παρότι αυτά είναι κοινόκτητα και κοινόχρηστα, δέχτηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της κείμενης επί της διασταύρωσης των οδών ...
στην πόλη της …. πολυκατοικίας. Η οικοδομή αυτή διέπεται από τις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας και τις επί μέρους ρυθμίσεις της με αριθμό ...60/30-12-1972 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού του συμβολαιογράφου Π. Τ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του τέως Δήμου ….
με αυξ. αριθ. 207 και 208. Σε αυτήν ως χώροι "αδιαίρετης ιδιοκτησίας" ορίζονται το οικόπεδο, επί του οποίου κείται η οικοδομή, οι φωταγωγοί, οι θεμελιώσεις, οι εξωτερικοί τοίχοι, οι μαντρότοιχοι, ολόκληρη η εκ μπετόν αρμέ κατασκευή, οι μεσότοιχοι, που χωρίζουν τις ιδιοκτησίες μεταξύ τους ή τις ιδιοκτησίες από τους κοινόχρηστους χώρους, το κλιμακοστάσιο, τα πλατύσκαλα, οι διάδρομοι, η κεντρική είσοδος, οι εσωτερικοί φωταγωγοί, οι σωληνώσεις αποχετεύσεως, ο βόθρος, οι κεντρικές εγκαταστάσεις παροχέτευσης ηλεκτρικού ρεύματος, τα εξωτερικά επιχρίσματα, η εξωτερική εν γένει όψη της πολυκατοικίας.
Ενώ ειδικότερα για το δώμα ορίστηκε ότι νοείται η οροφή Α' εσοχής και σε περίπτωση ανέγερσης και άλλων ορόφων στο μέλλον, της οροφής του τελευταίου ορόφου και κάθε κτίσματος επ' αυτού και συμφωνήθηκε ότι είναι κοινόχρηστο, όχι όμως κοινόκτητο, υπό την έννοια ότι κάθε επ' αυτού μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία, κατ' επέκταση καθ' ύψος θα είναι της απολύτου κυριότητας των οικοπεδούχων κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς.
Περαιτέρω ορίζεται ότι το δώμα αποτελείται από ένα διαμέρισμα, πέντε φωταγωγούς, χώρο κλιμακοστασίου, ανελκυστήρα, ακάλυπτο χώρο, και από ταράτσα, ακόμη ότι το διαμέρισμα φέρει αρίθμηση Δ1, αποτελείται από σαλόνι, δύο κοιτώνες, σαλόνι, τραπεζαρία, κουζίνα, χωλλ, καθημερινό, λουτρό, μαγειρείο, διαδρόμους και εξώστες και οριοθετείται ανατολικώς με κοινόχρηστη ταράτσα, δυτικώς με την οδό …., βορείως με ιδιοκτησία αδερφών Χ.
και νοτίως με την οδό …. έχει ιδιόκτητο εμβαδόν 69,10 τ.μ., αναλογία επί κοινόχρηστων 9 τ.μ., ήτοι συνολικά 78,10 τ.μ. Τέλος, με τον Κανονισμό (άρθρο 7) συμφωνήθηκε ότι απαγορεύεται στους ιδιοκτήτες οποιαδήποτε μεταβολή, μεταρρύθμιση ή επισκευή επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας.
Οι εφεσίβλητοι δυνάμει του με αριθμό ….096/28-12-1979 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Σ. Γ. απέκτησαν κατά πλήρη κυριότητα κατ' ίσα ιδανικά μέρη, το ως με αρίθμηση Δ1 διαμέρισμα του δώματος της πολυκατοικίας, εξάλλου, αυτοί προβαίνοντας στην αγορά του εν λόγω διαμερίσματος προσχώρησαν στον Κανονισμό της οικοδομής.
Επισημαίνεται ότι το διαμέρισμα αυτό περιγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο όπως περιγράφεται και στην πράξη σύστασης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στην ανατολική πλευρά του διαμερίσματος των εναγομένων δεν υπάρχει εξώστης και το όριο της ιδιοκτησίας τους είναι ο εξωτερικός τοίχος του διαμερίσματός τους, αυτοί όμως το έτος 2003 τοποθέτησαν μεταλλικά κιγκλιδώματα σε απόσταση 4,60 μέτρων από τον ανατολικό τοίχο του διαμερίσματός τους και μεταλλική πόρτα, την οποία κλείδωσαν αποκλείοντας έτσι την πρόσβαση των υπολοίπων συνιδιοκτητών σε τμήμα της κοινόχρηστης βεράντας, το οποίο και ενσωμάτωσαν στην ιδιοκτησία τους.
Αντίθετα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην ιδιοκτησία τους ανήκει και εξώστης στην ανατολική πλευρά και σε συνέχεια του εξώστη αυτού βρίσκεται η κοινόχρηστη βεράντα καθώς και ότι ο εξώστης αυτός ανέκαθεν χωριζόταν από την κοινόχρηστη ταράτσα με σιδερένια κάγκελα, το οποίο είναι για την ασφάλεια και το διαχωρισμό της ιδιοκτησίας τους από τα κοινόχρηστα μέρη.
Σχετικά δε αποδεικνύονται τα εξής: Αμφότεροι οι διάδικοι προσκομίζουν το από 30-12-1972 σχεδιάγραμμα κάτοψης δώματος του Π. Δ., το οποίο συνοδεύει την προαναφερόμενη πράξη σύστασης, σε αυτό αποτυπώνονται το διαμέρισμα, και οι γύρωθεν αυτού χώροι, χωρίς όμως να προσδιορίζονται ειδικότερα ποιοι είναι οι εξώστες και να γίνεται διάκρισή τους από την κοινόχρηστη ταράτσα, μάλιστα στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα δεν γίνεται και η συνήθης αποτύπωση των ορίων με κεφαλαία γράμματα (ήτοι με Α, Β, Γ κ.λπ).
Ακόμη στο ως άνω σχεδιάγραμμα δεν αποτυπώνεται η ύπαρξη κιγκλιδωμάτων ούτε και πόρτας ως διαχωριστικών ανάμεσα στον εξώστη του διαμερίσματος και στην κοινόχρηστη ταράτσα, ούτε και γίνεται αναφορά σε τέτοια κιγκλιδώματα, είτε στην πράξη σύστασης της πολυκατοικίας, είτε στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα του διαμερίσματος.
Αλλά ούτε και στην πράξη σύστασης - κανονισμό της πολυκατοικίας ορίζεται η επιφάνεια της κοινόχρηστης ταράτσας καθώς ούτε και στο ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο προσδιορίζονται ειδικότερα οι διαστάσεις ή έστω η συνολική επιφάνεια των εξωστών του διαμερίσματος. Ως εκ τούτου είναι ασαφής ο προσδιορισμός της επιφάνειας της κοινόχρηστης ταράτσας και πρέπει επομένως να αναζητηθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών κατά το χρόνο της σύνταξης της πράξης σύστασης και του κανονισμού που διέπει την επίδικη πολυκατοικία χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173, 200 του ΑΚ).
Προς τούτο δε πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: Εάν η κοινόχρηστη ταράτσα αποτελούσε συνέχεια εξώστη ανήκοντος στο με αριθμό Δ1 διαμέρισμα, θα οριοθετούνταν σαφώς τα μεταξύ τους όρια επί του σχεδιαγράμματος, μη αποτελούσας τέτοιας οριοθέτησης μίας μαύρης γραμμής επί του σχεδιαγράμματος χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό (όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι), καθώς και θα οριοθετούνταν και επί της πράξης σύστασης και επί του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Ομοίως εάν είχε επιλεγεί αντί σχετικής μνείας η εξ αρχής τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων και μεταλλικής πόρτας ως τέτοιων διαχωριστικών, πέραν του ότι θα αναφέρονταν στην πράξη σύστασης και στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο θα προσδιοριζόταν και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, εάν δηλαδή αυτά ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα των εναγομένων ή εάν είναι κοινόχρηστα και κοινόκτητα, οπότε, στην τελευταία περίπτωση η συνιδιοκτησία θα μπορούσε να προβεί και στην καθαίρεσή τους με απόφαση της Γενικής της Συνέλευσης και επιπρόσθετα εάν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα κιγκλιδώματα αυτά και η μεταλλική πόρτα είχαν τοποθετηθεί εξ αρχής τότε θα έπρεπε να έχει κλειδί της πόρτας τουλάχιστον ο εκάστοτε διαχειριστής της πολυκατοικίας για να έχει πρόσβαση στην κοινόχρηστη ταράτσα για την επίβλεψή της, τη συντήρησή της και την εκτέλεση οποιωνδήποτε τυχόν επισκευαστικών εργασιών απαιτηθούν, το κλειδί όμως της πόρτας αυτής το έχουν μόνο οι εναγόμενοι.
Τέλος, δεν μπορεί να υφίστανται εξώστες στην ανατολική πλευρά του διαμερίσματος των εναγομένων διότι τότε ο με αρίθμηση Φ1 φωταγωγός, όπως απεικονίζεται στο ως άνω 30-12-1972 σχεδιάγραμμα κάτοψης, κατά το μεγαλύτερο μέρος του θα απόληγε σε σημείο που οι εναγόμενοι προσδιορίζουν ότι ανήκει στον ιδιόκτητο εξώστη τους, τούτο όμως δεν μπορεί να συμβαίνει καθώς οι φωταγωγοί είναι κοινόχρηστοι με βάση την πράξη σύστασης παρά ταύτα σε μια τέτοια περίπτωση οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να καλύψουν το φωταγωγό αυτό κατά το μεγαλύτερο μέρος του, αποκλείοντας έτσι το φωτισμό και τον αερισμό που προσφέρει ο φωταγωγός και παραβλάπτοντας τη χρήση του.
Αντίθετα οι μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του Γ. Π., τοπογράφου μηχανικού, που περιέχεται στη με αριθμό 1165/2005 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος ανέλαβε να κατασκευάσει την ένδικη πολυκατοικία με το σύστημα της αντιπαροχής και έλαβε μεταξύ των άλλων ως εργολαβικό αντάλλαγμα το Δ-1 διαμέρισμα του δώματος, ότι τα κιγκλιδώματα και η μεταλλική πόρτα υπήρχαν εξ αρχής δεν κρίνονται πειστικές ενόψει όσων προεκτέθηκαν και ούτε και επιβεβαιώνονται από αλλά αποδεικτικά μέσα.
Ενώ από το σύνολο του περιεχομένου της κατάθεσης του προηγουμένου διαχειριστή της πολυκατοικίας, που περιέχεται στα με αριθμό 40/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, η περικοπή της κατάθεσής του "έχει κάγκελα η βεράντα όταν έγινε η πολυκατοικία", καθίσταται σαφές ότι αφορά στα κάγκελα πέριξ της βεράντας και όχι στα επίδικα κάγκελα (όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι), για τα οποία με σαφήνεια καταθέτει ότι τα τοποθέτησαν οι εναγόμενοι.
Περαιτέρω οι εναγόμενοι προς απόδειξη ότι ανατολικά του διαμερίσματος υφίσταται εξώστης ιδιοκτησίας τους προσκομίζουν διάφορα έγγραφα της Πολεοδομίας Κορίνθου, από τα οποία όμως πέραν του ότι προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος επιδεικνύει συνεχώς παραβατική συμπεριφορά σε θέματα αυθαίρετων κατασκευών δεν προκύπτει ότι ο επίδικος χώρος είναι κοινόχρηστος ούτε ακόμη και από την με αριθμό 3/1993 άδεια οικοδομής του τμήματος πολεοδομίας Νομαρχίας …., με την οποία του δίνεται άδεια για επισκευή - επικεράμωση στέγης αυθαίρετου δηλωμένου με το ν. 1337/1983, μέρος της οποίας καλύπτει την επίδικη ταράτσα, καθώς η νομιμοποίηση αυθαίρετης κατασκευής δεν θίγει τα δικαιώματα των συνιδιοκτητών που απορρέουν από τη συνιδιοκτησία για ακώλυτη χρήση των κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής...
Ομοίως η από 12-7-2014 απάντηση του Δ/ντη Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου …., δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκριμα για το παρόν Δικαστήριο, καθώς ο ανωτέρω εκφέρει προσωπική του κρίση που βεβαίως δεν είναι δεσμευτική, επιπρόσθετα το ως άνω έγγραφο δεν έχει εκδοθεί για δικαστική χρήση και ακόμη δεν προκύπτει το ερώτημα επί του οποίου δόθηκε η ως άνω απάντηση.
Από τα ανωτέρω επομένως, ερμηνευόμενης της βούλησης των συμβαλλομένων στη με αριθμό ...60/30-12-1972 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού της επίδικης οικοδομής, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κρίνεται ότι η κοινόχρηστη ταράτσα ανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων εκκινεί από τον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματός τους, οι εναγόμενοι όμως έχουν αποκλείσει τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της οικοδομής από τη χρήση της ταράτσας αυτής με την τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων και μεταλλικής πόρτας.
Καθώς και αυτοί έχουν τοποθετήσει υπόστεγο γύρωθεν της ιδιοκτησίας τους, το οποίο όμως όσον αφορά την ανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας τους κείται επί της κοινόχρηστης ταράτσας, ενέργεια που ρητώς απαγορεύεται με το άρθρο 7 του Κανονισμού ενώ, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα το υπόστεγο αυτό εμποδίζει και την πρόσβαση των συνιδιοκτητών στην κοινόχρηστη επιφάνεια της ταράτσας του δώματος, για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως μετά.
Και όσον αφορά την επιφάνεια της ταράτσας του δώματος, ήτοι του διαμερίσματος των εναγομένων, για την οποία δεν προβλέφθηκε ειδική συμφωνία για τον τρόπο χρήσης της με την πράξη σύστασης, πρόκειται σαφώς για αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστο πράγμα για όλους τους ιδιοκτήτες, εξομοιούμενο με τη στέγη, που ναι μεν αποτελεί τη στέγη του συγκεκριμένου διαμερίσματος αποτελεί όμως ταυτόχρονα και τη στέγη όλης της οικοδομής στην επιφάνεια που καταλαμβάνει το διαμέρισμα των εναγομένων, παρέχοντας επομένως χρησιμότητα σε όλους τους δικαιούχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Το ίδιο συμπέρασμα εξάλλου μπορεί να συναχθεί εμμέσως και από το γεγονός ότι με την πράξη σύστασης της οροφοκτησίας συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μελλοντικής καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής κάθε μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία θα ανήκει στην απόλυτη κυριότητα των οικοπεδούχων κοινώς, αδιαιρέτως και ισομερώς, εάν όμως γινόταν δεκτό ότι η ταράτσα του διαμερίσματος των εναγομένων ανήκει στην αποκλειστική τους κυριότητα, τότε αυτοί θα μπορούσαν να απαγορεύσουν στους οικοπεδούχους να προβούν στην ανέγερση ιδιοκτησίας άνωθεν της δικής τους.
Τα ανωτέρω δε δεν μπορούν να αναιρεθούν από την από 4-3-1997 επιστολή ("υπεύθυνη δήλωση") των Φ. και Ε. Θ. (σ.σ. ο Φ. Θ. υπήρξε παλαιότερα διαχειριστής της συνιδιοκτησίας και η Ε. Θ. είναι η παρούσα διαχειρίστρια της συνιδιοκτησίας) προς τους εναγόμενους ότι προβαίνουν στην τοποθέτηση τεπόζητου για εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας τους στην ταράτσα του δώματος κατόπιν αδείας των εναγομένων και ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι κρίνουν ότι πρέπει να αφαιρεθεί, "θα το αφαιρέσουν χωρίς καμμία ενόχληση και χωρίς κανένα δικαίωμα διεκδίκησης για την παραμονή του εκεί", καθώς η επιστολή αυτή δεν συνιστά νόμιμο τρόπο σύστασης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας των εναγομένων επί της ταράτσας του δώματος, ακόμη και εάν αυτοί κατά το χρόνο εκείνο είχαν την εντύπωση ότι η ταράτσα του δώματος ανήκει αποκλειστικά στην κυριότητα των εναγομένων.
Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τα αιτήματα αυτά και για αυτό, κατά παραδοχή, ως βάσιμων των δύο (συναφών μεταξύ τους) λόγων της κρινόμενης εφέσεως, πρέπει αυτή (έφεση) να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Ακολούθως, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να δικαστεί στην ουσία της ως προς τα αιτήματα αυτά". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδώσουν στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών της πολυόροφης οικοδομής την επιφάνεια 1) της κοινόχρηστης ταράτσας της οροφής της Α' εσοχής και 2) της ταράτσας του διαμερίσματος του δώματος, καθώς και να καθαιρέσουν τα κιγκλιδώματα και το υπόστεγο από την κοινόχρηστη ταράτσα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., απορριπτόμενων ως αβάσιμων των συνιστωσών τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τρίτον πρόσθετον, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγο αναιρέσεως, αιτιάσεων των αναιρεσειόντων περί παραβίασης της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών εξαιτίας α) της μη αποτύπωσης στην κάτοψη του δώματος κάποιας κλίμακας ανόδου και της μη αναφοράς στην πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας οτιδήποτε περί του τρόπου προσβάσεως των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας προς την κοινόχρηστη ταράτσα, β) της εξαίρεσης του ανατολικού εξώστη εκ των συστατικών μερών του διαμερίσματός τους και γ) της μη αποτύπωσης της ταράτσας του διαμερίσματός τους ως κοινόχρηστης στην συνταχθείσα κάτοψη του δώματος.
Ωσαύτως, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή η μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα δε οι επιμέρους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "οι εναγόμενοι προς απόδειξη ότι ανατολικά του διαμερίσματος υφίσταται εξώστης ιδιοκτησίας τους προσκομίζουν διάφορα έγγραφα της Πολεοδομίας Κορίνθου, από τα οποία όμως πέραν του ότι προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος επιδεικνύει συνεχώς παραβατική συμπεριφορά σε θέματα αυθαίρετων κατασκευών δεν προκύπτει ότι ο ειδικός χώρος είναι κοινόχρηστος" είναι πρόδηλο ότι αφορά τις αυθαίρετες κατασκευές του πρώτου εναγομένου επί χώρου που δεν προκύπτει ότι είναι κοινόχρηστος και ως εκ τούτου ουδεμία αντίφαση υπάρχει με την εν συνεχεία παραδοχή ότι "η κοινόχρηστη ταράτσα ανατολικά της ιδιοκτησίας των εναγομένων εκκινεί από τον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματός τους", ενώ οι υπόλοιπες αιτιάσεις αναφέρονται στην ανάλυση στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ήτοι πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι μη νόμιμες και απορριπτέες.
Επομένως, ο δεύτερος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού πρόσθετος λόγοι αναίρεσης (που είναι ταυτόσημοι), με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
III. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναιρείται η απόφαση αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επόμενα του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και αυτό γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων, που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία, όμως, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εν προκειμένω, με τους πρώτον του δικογράφου της αιτήσεως και δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου 1) της ...60/1972 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Π. Τ., 2) της προσαρτημένης στην ως άνω πράξη από Δεκεμβρίου 1972 κατόψεως του δώματος της πολυκατοικίας και 3) του ...96/1979 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ.
Γ., που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ανέγνωσε εσφαλμένα τα ως άνω έγγραφα ως προς την επιφάνεια της κοινόχρηστης ταράτσας, καθόσον δέχθηκε ότι από το περιεχόμενο αυτών δεν προέκυπτε με σαφήνεια ο προσδιορισμός της επιφάνειας αυτής και για αυτό προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
και δέχτηκε ότι αυτή ήταν κοινόχρηστη, μολονότι από το περιεχόμενο αυτών προκύπτει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι η επίδικη ταράτσα είναι πλήρως και σαφώς καθορισμένη και ότι το επίδικο τμήμα αυτής δεν είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο, αλλά ιδιόκτητο και ιδιόχρηστο. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα αυτά, αλλά τους απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, γι'αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα παραπάνω έγγραφα, τα οποία υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι δεν ανέγνωσε ορθά, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και εξ αυτού του λόγου είναι απορριπτέοι οι ως άνω λόγοι.
VΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος έχει στόχο τη διασφάλιση του συζητικού συστήματος αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352, και 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από την τελευταία ως άνω δικονομική διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος εξαιτίας της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν θεμελιώνεται όταν με αυτήν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 2095/2013).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην από 4-3-1991 υπεύθυνη δήλωση των διαχειριστών της συνιδιοκτησίας εξώδικη ομολογία τους περί του ότι οι επίδικοι χώροι είναι ιδιόκτητοι και ιδιόχρηστοι, που προσήγαγαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι οι επίδικοι χώροι είναι κοινόκτητοι και κοινοχρηστοι, με αποτέλεσμα την παραδοχή της ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός, καθ' ο μέρος επιχειρείται η θεμελίωσή του στην ως άνω δικονομική διάταξη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η εξώδικη ομολογία δεν συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά αποδεικτικό μέσο (άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.), ενώ, σε περίπτωση που ο λόγος αυτός εκτιμηθεί ως ερειδόμενος στον αριθμό 11 περίπτωση γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το ως άνω αποδεικτικό μέσο -επιστολή (υπεύθυνη δήλωση), το οποίο μάλιστα ρητώς μνημονεύει με τις παραδοχές ότι η από 4.3.1997 επιστολή ("υπεύθυνη δήλωση") των διαχειριστών προς τους εναγόμενους που δηλώνουν ότι προβαίνουν στην τοποθέτηση τεπόζητου για εξυπηρέτηση της ιδιοκτησίας τους στην ταράτσα του δώματος κατόπιν αδείας των εναγομένων και αν οι τελευταίοι ζητήσουν να αφαιρεθεί θα το αφαιρέσουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο σύστασης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας των εναγομένων επί της ταράτσας του δώματος.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς στα όρια, που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκηση αυτού, και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και εμφανίζουν αυτή ότι χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι επαχθείς επιπτώσεις που δημιουργούνται από την άσκηση αυτού για τον υπόχρεο να προκαλούν έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος του.
Τούτο συμβαίνει και στην περίπτωση μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, εφόσον, όμως, συντρέχουν και άλλα περιστατικά από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον κατ' αυτού το δικαίωμα, ώστε η μεταγενέστερη άσκηση αυτού να έχει γ' αυτόν τις πιο πάνω επαχθείς επιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 8/2001, 33/2005, 17/1995).
Εξ άλλου, ο από την διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Περαιτέρω, όταν η πιο πάνω από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.
και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1296/2006, 90/2004, 995/1997). Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε ρητά ή και σιωπηρά για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων Φ. Θ., με την ένδικη αγωγή του κατά των αναιρεσειόντων, ζήτησε, ως διαχειριστής και εκπροσωπών τους ιδιοκτήτες των οροφοκτησιών της αναφερόμενης σ' αυτήν πολυκατοικίας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, επίσης συνιδιοκτήτες διαμερίσματος στην ίδια πολυκατοικία, να αποδώσουν στην κοινή χρήση όλων των ιδιοκτητών, εκτός των άλλων, την επιφάνεια μέρους της ταράτσας, της συνορεύουσας με το διαμέρισμά τους, το οποίο αυτοί είχαν αυθαίρετα καταλάβει και έκαναν αποκλειστική χρήση, καθώς και να καθαιρέσουν τα κάγκελα, τα οποία εμποδίζουν την πρόσβαση στην κοινόχρηστη ταράτσα.
Οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν κατά την πρώτη ενώπιον του Πρωτοδικείου συζήτηση της αγωγής, αποκρούοντάς την, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως από την ενάγουσα του πιο πάνω δικαιώματός της την οποία επανέφεραν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως της ενάγουσας.
Για την στήριξή της δε είχαν επικαλεστεί, όπως αβίαστα προκύπτει από την επισκόπηση αυτών (προτάσεων), ότι η ταράτσα του δώματος από το 1972 μέχρι το 2016 χωρίζεται σε δύο τμήματα, ήτοι το ιδιόκτητο τμήμα, το οποίο ανήκει στην οριζόντια ιδιοκτησία τους και αποτελεί το προς ανατολάς όριό της και το κοινόχρηστο τμήμα το οποίο διαχωρίζεται από το ιδιόκτητο με σιδερένια κάγκελα, τα οποία έχουν τοποθετηθεί από το έτος 1972, ότι από τότε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τον Δεκέμβριο του 2004, ήτοι επί 32 έτη χρησιμοποιούν το επίδικο τμήμα της ταράτσας ως εξώστη του διαμερίσματός τους, αποκλεισμένο από την υπόλοιπη ταράτσα, χωρίς ουδεμία ενόχληση από οποιονδήποτε ένοικο της πολυκατοικίας, ότι όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας, οι οποίοι είχαν πάντα απρόσκοπτη πρόσβαση στο κοινόχρηστο τμήμα της ταράτσας, είχαν την πεποίθηση ότι το επίδικο τμήμα αυτής ανήκει στην ιδιοκτησία τους, ιδιαίτερα δε τόσον ο αρχικώς ενάγων όσο και η επισπεύδουσα τη συζήτηση σύζυγός του, συνιδιοκτήτες διαμερισμάτων του πέμπτου ορόφου αναγνώρισαν στην από 4-3-1991 υπεύθυνη δήλωσή τους ότι το διεκδικούμενο τμήμα ανήκε στην ιδιοκτησία τους, ότι ουδέποτε το διεκδικούμενο τμήμα λειτούργησε ως κοινόχρηστος χώρος και ότι η αξίωσή τους προς αφαίρεση των κιγκλιδωμάτων συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για αυτούς (εναγομένους), καθόσον καθιστά το διαμέρισμά τους επί του δώματος άχρηστο, επικίνδυνο και μη κατοικήσιμο, αφού θα ήταν εκτεθειμένο στη διέλευση όχι μόνο των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας αλλά και αγνώστων (διαρρηκτών κ.λπ.), που ανερχόμενοι στην ταράτσα του δώματος θα είχαν τη δυνατότητα ελεύθερης προσπέλασης σε αυτό (διαμέρισμα).
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξετάζοντας την πιο πάνω ένσταση, δέχθηκε τα εξής: "Οι εναγόμενοι προβάλλουν επικουρικώς, ήτοι σε περίπτωση παραδοχής ότι ανατολικά του διαμερίσματός τους δεν υφίσταται εξώστης, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της συνιδιοκτησίας, τον οποίο είχαν προβάλει και πρωτοδίκως, επικαλούμενοι ότι στην περίπτωση αυτή στερείται το διαμέρισμά τους από κάθε λειτουργικότητα και καθίσταται άχρηστο, επικίνδυνο και μη κατοικήσιμο, διότι έτσι όχι μόνο οι συνιδιοκτήτες, αλλά και άγνωστοι, ανερχόμενοι στο δώμα, θα είχαν ελεύθερη πρόσβαση σε αυτό (διαμέρισμα) ενώ οι συνιδιοκτήτες εξακολουθούν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στην κοινόχρηστη ταράτσα (όπως αυτοί την προσδιορίζουν) της Α' εσοχής.
Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός δεν συνιστά νόμω βάσιμη ένσταση πρωτίστως διότι οι αναφερόμενες από τους εναγόμενους ως "επαχθείς συνέπειες" σε βάρος τους δεν κρίνονται ως τέτοιες, καθώς μόνο η τοποθέτηση των κιγκλιδωμάτων δεν μπορεί να τους προφυλάξει από την κακοβουλία κάποιου τρίτου που θα καταφέρει να βρεθεί στο δώμα της οικοδομής και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθόσον έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση της ως άνω προταθείσας ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, την οποία ρητά απέρριψε ως μη νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούσαν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης τις απαιτούμενες προς θεμελίωση της ενστάσεως επαχθείς συνέπειες σε βάρος των εναγομένων, ενώ όλα τα αναφερόμενα ως άνω περιστατικά αναφέρονται στη μακρόχρονη αδράνεια των δικαιούχων να ασκήσουν το αγωγικό τους δικαίωμα και στην σιωπηρή αναγνώριση των συνιδιοκτητών της οικοδομής ότι το επίδικο τμήμα της ταράτσας ανήκε στην ιδιοκτησία των εναγομένων, τα οποία, όμως, (περιστατικά), από μόνα τους δεν καθιστούν νόμιμη την ως άνω ένσταση χωρίς τη συνδρομή της επέλευσης των επαχθών συνεπειών Επομένως, οι ταυτόσημοι τρίτος της αιτήσεως αναιρέσεως και τέταρτος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 § 3 Κ.Πολ.Δ.), διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8/11/2017 αίτηση και τους από 25/9/2018 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 233/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ